Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017


Τα πέρα μέρη

της Μυρσίνης Γκανά

εκδόσεις Μελάνι

 (η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/gkana-mursini-melani-ta-pera-meri-2)



Συμβαίνει να ανακαλύπτεις σε νεότερες ποιητικές καταθέσεις κομμάτια του δικού σου κόσμου, όσο κι αν αυτός απέχει χρονικά πολύ από αυτές. Όχι μόνον εικόνες αλλά και διαπιστώσεις, οδυνηρές αλήθειες, προσωπικές σου ανακατατάξεις και αναιρέσεις των δεδομένων σου. Μετά το αρχικό ξάφνιασμα, που πηγάζει από την καθιερωμένη αντίληψη για τις διαφορετικές γενιές και τις προσλαμβάνουσες, που αυτές έχουν και που τις κάνουν απολύτως διακριτές μεταξύ τους, έρχεται μια νέα θεώρηση των πραγμάτων. Ίσως όλα μια διαρκής κίνηση να είναι, μια σειρά αλληλοσυμπληρούμενων εικόνων, που περνούν από γενιά σε γενιά κατασταλάζοντας εμπειρίες. Αρχικά ελάχιστα βιωμένες αλλά με την εν δυνάμει ενσωμάτωσή τους στα προσωπικά αποκτήματα της νεότερης γενιάς. Μια αίσθηση συνέχειας είναι, με όλες τις πιθανές αναιρέσεις και ανακατατάξεις προκειμένου να συμπληρώνεται διαρκώς η συνολική εικόνα, που όλα τα εμπεριέχει και όλα τα διυλίζει για να κερδίσει, πολύτιμο φορτίο, την ουσία.

Τα Πέρα μέρη της Μυρσίνης Γκανά φέρνουν από τον τίτλο τους στον νου τους στίχους από τη θαλασσογραφία του Σαββόπουλου:

Να μας πάρεις μακριά

να μας πας στα πέρα μέρη

φύσα θάλασσα πλατειά

φύσα αγέρι φύσα αγέρι



Αυτά τα μέρη, αυτοί οι τόποι/μνήμες μιας άλλης γενιάς έρχονται εδώ μέσα στα σημερινά ποιήματα, όχι για να ταξιδέψουν εμάς -εμείς πήγαμε και μάλλον έχουμε μείνει εκεί αρνούμενοι συχνά να αποκόψουμε την εσωτερική σύνδεση- αλλά για να μας δείξουν πώς μια νεότερη γραφή εισχωρεί μέσα τους. Και φυσικά με τη λέξη τόποι δεν κυριολεκτούμε κατ’ ανάγκη, χωρίς ωστόσο η ταυτότητα των χώρων να αποκλείεται. Περισσότερο οι τόποι είναι γεωγραφημένοι μέσα μας, και σ’ αυτούς ξαποσταίνουμε, κάθε που σκοτεινιάζει γύρω ο κόσμος. Έτσι και η ποιήτρια χτίζει αυτό το ένδον σκηνικό, το οποίο μας συστήνει με τα ποιήματά της. Εσωτερική, λοιπόν, η ποιητική κατάθεση, ειλικρινής και αυθεντική, όσο φυσικά επιτρέπει η ιδιόμορφη έκθεση του εαυτού προς τον αποδέκτη/αναγνώστη.

Όσο κι αν στην ουσία η Τέχνη, η δημιουργία, νοείται ως άχρονη, καθώς ταξιδεύει  από εποχή σε εποχή για να βρει νέες ενσαρκώσεις/ερμηνείες, πάντα τελείται μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο. Και είναι ενδιαφέρον να συναντάμε μέσα στην ποίηση την αίσθηση της σύνδεσης με τα χρονικά διαστήματα, καθώς έτσι απομακρύνεται ο κίνδυνος μιας χαώδους ασάφειας στον λόγο. Εδώ, λοιπόν, έχουμε ποίηση με απόλυτη συναίσθηση του χρόνου που κυλά και ενσωματώνει και τη δημιουργία και τη ζωή. Η Γκανά μεταφέρεται από το τώρα στο πριν και μετά μεταπηδά το μέλλον. Συνδέει το σημερινό βίωμα με την αρχή του στο παρελθόν, αλλά και οραματίζεται την παρουσία της σε ένα μέλλον πλούσιο από τη βίωση της εμπειρίας. Όλο αυτό δηλώνει ταυτόχρονα συνειδητοποίηση της σημασίας των  στιγμών, που τις ανιχνεύει ανάμεσα στις πολλές και ανούσιες, αλλά και καταδεικνύει ακόμα την ωριμότητα (το οδυνηρό σημαντικότερο απόκτημα) που χτίζεται σιγά σιγά:

[…]

Κι ύστερα ήρθαν τα ρολόγια

να μετρούν βασανιστικά

λεπτά και δευτερόλεπτα

να συρρικνώνουν το χρόνο,

το πεδίο, τη χαρά.

Κουβαλάω ένα

στη θέση της καρδιάς

ακούω διαρκώς τους χτύπους του

που λένε

τώρα, τώρα, τώρα.




Η ποίηση αυτή έχει αποδέκτη. Η ποιήτρια απευθύνεται σε ένα πρόσωπο κάνοντας χρήση του δεύτερου ενικού εσύ, αφήνοντας την αίσθηση πότε μιας συγκεκριμένης παρουσίας και πότε μιας σκόπιμα ασαφούς, προκειμένου στη θέση του εσύ να μπει ο καθένας που διαβάζοντας νιώθει να του απευθύνεται ο λόγος προσωπικά. Θαρρώ σε κανένα σημείο δεν κάνει χρήση η ποιήτρια αυτού του δεύτερου προσώπου με τη συχνή στην ποίηση υποκατάσταση του εγώ με το εσύ. Δείγμα ωριμότητας, κατά τη γνώμη μου, μια που προτιμά την κατ’ ευθείαν προβολή του πρώτου προσώπου, όταν μιλά για τον εαυτό της. Άλλωστε η νεότερη ποιητική γραφή έχει αποσυνδεθεί από ανάλογες υποκρυπτόμενες παρουσίες, και μιλά περισσότερο ξεκάθαρα. Το εσύ εδώ είναι ο δυνάμει έτερος ή ο επώνυμος έτερος/σύντροφος:

Όλα τα αναρριχητικά

που φύτεψες γύρω μου

μεγάλωσαν

σκαρφάλωσαν

και με σκεπάζουν.

Κρίμα που λείπεις

και δεν θα ψάξεις

να με βρεις.



Και αλλού:

[…]εσύ είσαι μια ξένη γλώσσα

γεμάτη εξαιρέσεις

και λέξεις αμφίσημες

πολύπλοκο συντακτικό.



Ίσως η συνειδητοποίηση του κόσμου γύρω να ξεκινά από τη βίωση της σκληρής πραγματικότητας που ορίζει τις προσωπικές σχέσεις. Απομακρύνεται η ποιήτρια από την αφελή θεώρηση της ποίησης ως έμπλεης ρομαντισμού και οδηγεί το ερωτικό όχημα σε πιο δυσκολοδιάβατα μονοπάτια. Αφετηρία αλάνθαστη συχνά για να προχωρήσεις παραπέρα:



Το κόλπο είναι από τα πιο καλά

Όσο εξαφανίζεσαι

τόσο πληθαίνεις

μέσα μου

αυξάνεσαι

γίνεσαι ένα μπαλόνι

που έχω δεμένο

στον καρπό

να μη μου φύγει.

[…]



Και αναπόφευκτα έρχεται η συνείδηση του εαυτού, σκληρή και αυτή:

[…]

Ξηλώνω εδώ και μήνες

το υλικό απ’ το οποίο φτιάχτηκα

να δω τι κρύβεται από πίσω

και ποιο θα είναι το έπαθλο:

ένα στεφάνι από αγκάθια

ή μυρτιές.



Τότε αποκόβεσαι και από τα απατηλά στηρίγματα, αυτά που σε καλούν να εναποθέσεις τις ελπίδες σε κάτι αόρατο, αόριστο και εύκολο ως θεωρούμενη λύση:



Ό,τι σου ζήτησα παιδί,

Θεέ,

δεν το ’κανες.

Τότε φοβόμουν ότι έφταιγα.

Τώρα ξέρω: δεν μπορείς.

[…]



Μόνο που έτσι πλέον το ποιητικό υποκείμενο είναι απολύτως υπεύθυνο (ως απολύτως ελεύθερο και αποδεσμευμένο από προκαθορισμένες πορείες, κατά τους υπαρξιστές) για τον δρόμο της ζωής του. Είναι τότε που η ποίηση νιώθει τον εσωτερικό της ορίζοντα, κοινωνεί το πιο σκοτεινό τοπίο και βιώνει την ουσιαστική ωρίμαση. Τότε όλος ο κόσμος γύρω μοιάζει ανίκανος να προσφέρει λύσεις, τότε η λύση η προσωπική είναι ταυτόχρονα και ιδιωτική επινόηση/εφεύρεση:



[…]

Έχω απλώς μια πόρτα

γυάλινη

που δείχνει αλλά δεν ανοίγει

όλο φρακάρει και κολλάει

και για να μπεις πρέπει να βρεις

το κόλπο της

που ούτε εγώ γνωρίζω

να σου πω.



Η ποίηση θα μπορούσε να θεωρηθεί καταφύγιο, σ’ αυτήν την περίπτωση; Οι ποιητές όπου γης έχουν μια απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα – όχι όλοι (και όχι πάντα) την ίδια. Την απάντηση αυτή την ενσωματώνουν στο έργο τους, δίνοντας έτσι και την ταυτότητα της Ποιητικής τους. Εδώ η Γκανά απαντά με καινούργια ερώτηση, πολλαπλή, και έτσι αποδεικνύει ότι η καλή ποίηση θέτει τις ερωτήσεις, δεν μονοπωλεί τις απαντήσεις:



Πού βρίσκεται η πηγή της ποίησης;

Πρέπει ν’ ανέβεις; Να κατέβεις;

Να σκάψεις λάσπη, χώμα, θάλασσες;

Ν’ ανοίξεις στο βουνό το μέσα

σήραγγες;

[…]

Ή μήπως να κάνεις τη ζωή σου

όπως όπως

έτσι κι έτσι

φυσώντας πού και πού μ’ ένα καλάμι

τη θράκα για να μη σβήσει εντελώς

ώσπου να βράσει το νερό

ν’ αρχίσουνε να σκάνε φυσαλίδες;



Αν, όμως, η σύγχρονη ποίηση θέτει ερωτήματα, ας είμαστε αισιόδοξοι για μια ακόμα φορά. Απαλλαγμένη από την αλαζονεία και τον εγωκεντρισμό, που όλα θαρρεί πως τα ορίζει, ταπεινά καταθέτει τον λόγο της προς έρευνα και πιθανή αναίρεση. Και τότε θάλλει ο μέσα κόσμος, όπως εδώ της ποιήτριας:



Αρχίσανε να πέφτουν

οι βροχές

φούντωσαν τα φυλλώματα

βγήκαν παντού χορτάρια

κι άγρια ζώα που αλυχτάν.

Πώς έγινα δάσος τροπικό

κι ευδοκιμώ εντός μου;

Εγώ ήμουν τόπος άνυδρος

που φύτρωναν αγκάθια.



Σε μια ευαίσθητη ισορροπία βρίσκεται η ποιήτρια, ανάμεσα στο υπάρχον τοπίο και σ’ αυτό που θα ήθελε να υλοποιήσει ως επιθυμητό χώρο. Και μόνον η αίσθηση της αμφίβολης ισορροπίας (εκεί που άλλοι ομότεχνοι βλέπουν το απολύτως ασφαλές ίσωμα) προσδίδει στην ποίηση της Γκανά μια ιδιαίτερη αξία.



Διώνη Δημητριάδου