Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017


Η Χαρά Νικολακοπούλου γράφει για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου «Ο Βιωμένος Χρόνος», εκδόσεις ΑΩ, 2017

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ http://frear.gr/?p=19756






Λιλιπούτειες καταθέσεις λόγου, τέχνης και μνήμης



Παράξενη η πορεία που ακολουθεί

ο μέσα χρόνος. Και άχρονοι οι

χρόνοι του

(ο μέσα χρόνος)



Νομίζω ότι δεν μου φτάνει ο χρόνος. Για οτιδήποτε. Αυτό μου συνέβαινε πάντα. Κάθε φορά που ξεκινούσα κάτι, ας πούμε ένα ταξίδι, μια νέα δουλειά ή απλώς την προετοιμασία μου για μια ωραία βραδιά με φίλους, με κυνηγούσε η προοπτική του τέλους, εξομολογείται ο πανικόβλητος πρωταγωνιστής του διηγήματος «Ο χρόνος που τελειώνει» για να καταλήξει σιβυλλικά: Όταν τελειώσει αυτή η μέρα, και οι εικοσιτέσσερις ώρες της, εγώ ήδη θα ζω την εικοστή πέμπτη ώρα.

Κεντρικός άξονας, όπως γίνεται φανερό από τον τίτλο, είναι ο χρόνος σε όλες τις εκφάνσεις του και τους προσδιορισμούς του, η στιγμή, το πριν, το τότε, η μνήμη και οι ποικίλες λειτουργίες της, ο προσωπικός χρόνος, ο μέσα χρόνος, ο εσωτερικός με την παράξενη πορεία του όπως φιλτράρεται, συστέλλεται ή διαστέλλεται μέσα από τις αισθήσεις του αφηγηματικού υποκειμένου. Ο βιωμένος χρόνος και πώς αυτός μετουσιώνεται σε ανάμνηση, τέχνη, νοσταλγία, λύτρωση, κάθαρση.

Ως μικρά δοκιμιακά διηγήματα θα αποτολμούσα να χαρακτηρίσω τα αφηγηματικά διαμαντάκια της Διώνης Δημητριάδου, έχοντας επίγνωση ότι ούτε και αυτός ο ορισμός καλύπτει την πολυσχιδή φύση τους αφού σε αυτά ενυπάρχουν ο στοχασμός, η μνήμη και οι αισθήσεις, θαυμάσιες περιγραφές, ολοζώντανες εικόνες φυσικών και συναισθηματικών τοπίων, δοσμένες στον αναγνώστη με το ιδιαίτερο αφηγηματικό και λιτό ύφος της Διώνης Δημητριάδου.

Θραύσματα μνήμης, υπομνήσεις αφής, νοσταλγικές αποτυπώσεις τρυφερότητας. Η συγγραφέας αποπειράται, και το καταφέρνει με επιτυχία, να κάνει συμμέτοχο τον αναγνώστη σ’ εκείνες τις εσωτερικές διεργασίες όπου η πατίνα του χρόνου χαρίζει εκείνη τη γλυκόπικρη μελαγχολία που σε ταξιδεύει πίσω στις Δευτέρες των καθαρμών και στη συμιακή καταγωγή της αφηγήτριας. Στην αναπόληση των πρωτοχρονιάτικων ήχων, στα καλοκαίρια της παιδικής καρδιάς, στην αχλύ των άπιαστων και αδιαπέραστων εικόνων. Ταξιδέματα ευφάνταστα σε τόπους ανοίκειους, άηχους όπου η μουσική δεν κατοικεί, νοσταλγικές καταφυγές στα οικεία. Σπίτι είναι όπου είναι τα πράγματά σου, οι δίσκοι σου, τα βιβλία σου, αγαπημένες αναμνήσεις που ξεπηδούν μέσα από κάτι μικρά κουτάκια, καλά φυλαγμένα στο μυαλό και στην καρδιά (άηχος τόπος).

Εικονοπλαστική σαγήνη, εικόνες σμιλεμένες, ζωντανές, πάλλουσες, τοπία στην ερημιά, θαλασσινά τοπία, ένα σπίτι στη θάλασσα, ένας πίνακας του Βαν Γκογκ, σπίτια εγκαταλειμμένα προς κατεδάφιση, μια μάντρα πνιγμένη στις πασχαλιές, ένα φεγγάρι κόκκινο να βουτάει στη θάλασσα και να λάμπει από ευχαρίστηση.

Κι ακόμα, άνθρωποι που σπάνε το νήμα της παραδεδομένης τάξης πραγμάτων και της οικόσιτης αρμονίας και προβαίνουν σε πρόζες ανοίκειες: ακροβατούν σε σκοινιά, πετούν τα παπούτσια τους στη θάλασσα, ξεχνούν τη βαλίτσα τους στην αποβάθρα, ξεθάβουν θαμμένες στιγμές.

Ξεχώρισα επίσης μια μικρή ωδή στη μυστική ζωή των αγαπημένων πραγμάτων, των αντικειμένων, στην εξαίσια νοσταλγία που σε κατακλύζει όταν ανοίγεις ένα παλιό κουτί με χριστουγεννιάτικα στολίδια που μπορεί και να καταφέρουν να διαλύσουν τη μέσα σκοτεινιά, να αφαιρέσουν έστω και λίγο το γκρίζο των ημερών του έξω κόσμου (τα στολίδια).

Κι ο έρωτας; Πώς βιώνεται; Μα σαν στιγμή κι αυτός! Που αφήνει όμως βαθιά το σημάδι της θνητής υπόστασης του.

Ήθελε πολύ να τους φωνάξει πως αυτή τον έρωτα τον γεύονταν σα μια στιγμή που χάνεται αφήνοντας άγγιγμα στο κορμί και πιο βαθιά το σκίρτημα μιας πάσχουσας ενθύμησης (μόνον έτσι ο έρωτας).

Μαγικές ψηφίδες που συμπληρώνουν ένα κολάζ αναμνήσεων, εμμονών, βιωμάτων, ενθυμήσεων, προσδοκιών, εξομολογήσεων, απολογισμών, καταθέσεων. Και μέσα σε όλα, ‘πανταχού παρών και τα πάντα πληρών’ ο παντεπόπτης, πανδαμάτωρ χρόνος με τις υποδιαιρέσεις του, τα λεπτά, η στιγμή, οι έρωτες, η ποίηση, η σκέψη, οι ήχοι, οι απόηχοι, οι εν-τυπώσεις, τα τοπία της μνήμης και της καρδιάς.

Μικρές πινελιές πλησμονής αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο σκεπτόμενο, έμπλεο συναισθημάτων, ολοκληρωμένο, μεστό βιωμάτων και εμπειριών, ευτυχή εν τέλει.

Ήσυχα μιλώντας μας, στοχαστικά και χαμηλόφωνα, με αγάπη και τρυφερότητα, η Διώνη Δημητριάδου ανασκαλεύει μέσα μας στιγμές βιωμένου χρόνου όπως και εμείς τις ζήσαμε, για τα μικρά και τα μεγάλα ανθρώπινα: την αγάπη της μουσικής, το ήρεμο απάγκιο του σπιτιού, τον διακαή πόθο για αιωνιότητα, τη σύγκρουση της ορθής λογικής με το ένστικτο, τον προσωπικό μας λύκο, την πάλη με τις φοβίες μας.

Αναμοχλεύει έτσι συναισθήματα, μνήμες και παλιές αγάπες που από χρόνια είχαν αποκοιμηθεί.

Τελικό ζητούμενο η διάσωση εν προκειμένω του φευγαλέου, της στιγμής, η οποία ανάγεται σε τελετουργική πράξη ενσυνείδητη. Γι’ αυτό, αν αγαπάς το γράψιμο, γράφεις ακόμα και σε χαρτάκι από τσιγάρα και διασώζεις τη στιγμή, έτσι απροκάλυπτα και αιφνιδιαστικά, όπως σου χτύπησε την πόρτα (η χειρολαβή).

Ή ακόμα: Θέλησε για λίγο να κρατήσει τη στιγμή, να τη ζεστάνει μέσα στην παλάμη της, να μην της φύγει. Αλλά δεν ήξερε πώς γίνεται αυτό με τις στιγμές (η στιγμή). Σκοπός; Μα να την παραδώσουμε/κεράσουμε/ φιλέψουμε σε κάποιον ανύποπτο ευτυχή θνητό προκειμένου να του χαρίσουμε –τι άλλο;-μια στιγμή ευτυχίας. Κάπου πιο μακριά σε ξένο τόπο, ένα παιδί σκάλιζε το χώμα να βρει σκουλήκια για δόλωμα. Τράβηξε το χέρι του και απορημένο κοίταξε τον ήχο που κρατούσε. «Τι ωραία στιγμή!, ψιθύρισε. Πήρε το καλάμι του και κίνησε για τη θάλασσα (η στιγμή). Ίσως γιατί τελικά «αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τι σου συμβαίνει, αλλά τι θυμάσαι και πώς το θυμάσαι.» (Gabriel García Márquez).
Χαρά Νικολακοπούλου