Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017


Θλιμμένα βαλς

διηγήματα

του Ντενί Εμορίν

μετάφραση και επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου

εκδόσεις βακχικόν
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/thlimena-vals/)






η ακτινογραφία ενός ταραγμένου κόσμου



Δεν υπάρχει πραγματικά τίποτα πιο δύσκολο να δημιουργήσεις από τις σύντομες ιστορίες, των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη μοναδικότητα της σύλληψης - σκίτσα τα οποία αν και προτείνονται από την πραγματικότητα, μουχλιάζουν και χρωματίζονται από τη φαντασία μόνο.

Η παραπάνω διαπίστωση ανήκει στον Λευκάδιο Χερν, και πιστεύω ότι αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την ουσία που περικλείεται μέσα στις μικρές γραφές, τις σύντομες αποτυπώσεις (με τη βοήθεια της μυθοπλασίας) μιας πραγματικότητας τόσο σύνθετης. Ο Ντενί Εμορίν στις δεκατρείς μικρές του ιστορίες, τις οποίες στεγάζει κάτω από τον τίτλο Θλιμμένα βαλς, επιδιώκει την αναμέτρησή του με τη συντομία του κειμένου και το εύρος του περιεχομένου. Και αναδεικνύεται χωρίς αμφιβολία νικητής.

Δύσκολη υπόθεση να αποδοθεί ένας ταραγμένος κόσμος, απότοκο πολλών ανακατατάξεων και πληθώρας λαθών, που αναπόφευκτα (ως εξωτερικό περίβλημα) συσσωρεύονται στον ψυχισμό των ανθρώπων διαταράσσοντας με τη σειρά τους το εύθραυστο εσωτερικό τους τοπίο. Οι ελάχιστες σε έκταση αυτές ιστορίες δίνουν η καθεμιά και μια εκδοχή του αδιεξόδου των ηρώων τους, που ασφυκτιούν σε ένα περιβάλλον που μεταλλάσσεται από φιλικό σε εχθρικό. Πώς, για παράδειγμα, να αντιμετωπίσεις έναν καθρέφτη που επιμένει να σου θυμίζει την αληθινή σου όψη;



Το όπλο εκπυρσοκρότησε, τίναξε τα λεπτά τοιχώματα του διαμερίσματος. Σκίσιμο φωτιάς και φωνή  μίσους. Στον καθρέφτη, λίγο πιο πάνω από το δεξί μάτι, μια τρύπα διακοσμημένη με μικρές γυάλινες ρυτίδες εμφανίστηκε στο μέτωπό «του».

Ή, πώς να αποδιώξεις από μέσα σου (και μέσα από τα γραπτά σου) την κυρίαρχη γυναικεία μορφή, που ωστόσο την έχεις ανάγκη όπως το οξυγόνο;

Αναρωτιόμουν αν η γυναίκα μου μερικές φορές με διαπερνούσε έτσι, με όλη της την ύπαρξη.

Σηκώθηκα με κακή διάθεση να δουλέψω ένα μυθιστόρημα. Στο γραφείο μου, επάνω στο τραπέζι, που με απομόνωνε από τον κόσμο και ειδικά από την Αλίσια, δεν κατάφερνα να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου. Η Αλίσια ήταν εκεί, σ’ αυτόν τον στενό κύκλο που της ήταν απαγορευμένος. Αισθανόμουν την παρουσία της, το βλέμμα της, ακόμα και τη σιωπή της.


Αλλού θα δούμε μικρές και ασήμαντες παρεξηγήσεις, παράλογους φόβους να γίνονται καθοριστικοί παράγοντες που παίζουν τη ζωή κορώνα γράμματα. Οι ήρωες των διηγημάτων του Εμορίν αναζητούν τον χώρο τους, προκειμένου να υπάρξουν, να σαρκωθούν σε αληθοφανείς περσόνες. Αυτός, όμως, ο ποθητός χώρος αρνείται να αποτελέσει το ασφαλές περιβάλλον γι’ αυτούς. Μνήμες από το παρελθόν ξεπηδούν και το καθιστούν ιδιαιτέρως  επίφοβο. Ίσως να  είναι το ασταθές εσωτερικό τους  τοπίο που προσδιορίζει την αμφίβολη ισορροπία τους στον κόσμο που τους περιβάλλει. Κι όμως, στην αρχή της αφήγησης όλα φαίνονται ομαλά και κοινότοπα, όπως πολύ συχνά συναντάμε σε διηγήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ανατροπή είναι που κάνει τη γραφή του Εμορίν αξιόλογη στη διάκρισή της από τις πολλές άλλες. Η αφηρημάδα μιας αναγνώστριας, για παράδειγμα, θα οδηγήσει απρόσμενα στο τέλος τη ζωής της. Και σε κάποιες ιστορίες συγχέεται η πραγματικότητα με τη συγγραφική μυθοπλαστική απάτη, χωρίς να μπορείς να ξεδιακρίνεις τα όρια μεταξύ τους. Έτσι, θα δούμε μια απλή αναιμία να μετεξελίσσεται -σε μόλις δύο σελίδες- σε ανάγκη επιτακτική για αιμοσταγή δράση, για κυριολεκτική αφαίμαξη του άλλου.   

[…]βύθισε τα αιχμηρά δόντια της στη σάρκα μπροστά της. Το αίμα κυλούσε στο στόμα της Βιργινίας, έβαφε τα μάγουλά της κόκκινα, πλημμύριζε τον λαιμό της… Νόστιμη αίσθηση, απερίγραπτη. Έβγαλε μια άγρια κραυγή. Οι δυνάμεις της ξαναγύριζαν. Ξαναζούσε.

Και ένα παγκάκι που ξηλώνεται για να αντικατασταθεί από ένα καινούργιο ίσως παίρνει, μέσα σε μια ταραγμένη από τις ζοφερές μνήμες συνείδηση, τραγικές διαστάσεις.

Στην αρχή δεν είπε τίποτα. Τελικά, κατάφερε να αρθρώσει: «Είναι δικό μου, δικό μου! Δεν έχετε το δικαίωμα!» Έπειτα, ξανά ένα κύμα από λέξεις ξεχύθηκε από το στόμα του, σ’ αυτήν την ακατανόητη γλώσσα που έμοιαζε με γερμανικά…

Εκείνη την ημέρα και τις επόμενες τα παιδιά δεν πήραν καραμέλες. Ο Άβελ, που κατάφεραν να ακινητοποιήσουν πριν τον οδηγήσουν κανείς δεν ξέρει πού, δεν ξαναήρθε ποτέ.

Δίπλα στους συμπαθείς ήρωες ελλοχεύουν νοσταλγοί μιας παράλογης βίας, που πυροδοτούν και στη σκέψη του αναγνώστη τραγικές εικόνες του παρελθόντος που ακόμα δεν λένε να πεθάνουν. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει συχνά τον ρόλο της υπενθύμισης, έρχεται να δικαιώσει την ηθική πλευρά της κοινωνίας και να καταδικάσει, ακόμα και με τη σιωπή των ηρώων της, τις μορφές του κακού που στοιχειώνουν τη ζωή τους.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα μπροστά στο βιβλιοπωλείο με λάστιχα που στρίγκλιζαν. Βγήκε ένας άνδρας. Ο Ζαν-Ιβ δεν κατάλαβε τι συνέβαινε, δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί την Πέρλα ούτε τα Ιεροσόλυμα. Ένα δευτερόλεπτο μετά τα πάντα φλέγονταν. Ο γέρος κατέρρευσε στο πεζοδρόμιο. Αυτή τη φορά το βιβλιοπωλείο είχε κλείσει οριστικά.

Σ’ αυτήν τη δυστοπική εικόνα -και επειδή όλα μετρούν στη μυθοπλασία με το ιδιαίτερο βάρος που προσδίδουν στην πλοκή- δεν μας ξαφνιάζει καθόλου η παρείσφρηση, για παράδειγμα, της Αμερικής του Κάφκα, όταν τυχαία (;) ένας ήρωας θα πιάσει στα χέρια του ένα βιβλίο από τα πολυάριθμα που έχει μπροστά του. Όχι, δεν είναι καφκικό το περιβάλλον σε όλες τις ιστορίες, ωστόσο ο προσεκτικός αναγνώστης θα αναγνωρίσει πίσω από τους χώρους και τα πρόσωπα κάτι από τον κόσμο του σπουδαίου συγγραφέα. Και ίσως τότε να του φανεί τραγικά οικείος ο κόσμος που ο Εμορίν διαλέγει για πλαίσιο των ιστοριών του.

Έπειτα, είναι και ο τίτλος. Από τη μια η θλίψη και από την άλλη το βαλς, χορός που απαιτεί δύο και σε εναργή συμμετοχή για να δέσουν με τον ρυθμό. Οξύμωρο; Εύκολα το εννοούμε μέσα από τη μοναξιά που ξεχειλίζει στην ψυχή των ηρώων, έστω και αν περιτριγυρίζονται από άλλες παρουσίες. Η μοναχικότητα, γιατί κυρίως γι’ αυτή την ποιότητα της μοναξιάς πρόκειται, είναι μια απολύτως προσωπική υπόθεση, και έρχεται εδώ ο καλός συγγραφέας να μας το θυμίσει. Οι τροχιές των ανθρώπων μπορεί να διασταυρώνονται, όμως αυτό που προσδιορίζει το βαρύ φορτίο μέσα τους είναι η αίσθηση ότι είναι μόνοι τους. Ο Εμορίν με την ευαισθησία της γραφής του επιφυλάσσει και το αντίβαρο σ’ αυτήν την απομόνωση, την αναγκαστική ή και την ηθελημένη, προσφέροντας δίπλα στον βασικό ήρωα κάθε φορά κάποιον που τον νοιάζεται, τον αγαπά, τον φροντίζει, όπως μπορεί.

[…]ο Άλφρεντ, ναι, ο Άλφρεντ έκλαιγε. Δυνατοί λυγμοί τράνταζαν το κορμί του. Ήταν η έκπληξη της ζωής μου: οι μεγάλοι μπορούσαν να κλαίνε; Είχα την εντύπωση ότι οι γονείς μου παρηγορούσαν το αγοράκι τους! Αλλά το αγοράκι τους ήμουν εγώ, ο Ρεμί, και μόνον εγώ! Ο Άλφρεντ ήταν μεγάλος, παντρεμένος και αρχηγός οικογένειας! Πώς ήταν δυνατόν;

Ένα μήνυμα αισιοδοξίας ότι δεν χάνονται όλα, όσο κι αν το νομίζουμε; Μια αίσθηση ευθύνης του λογοτέχνη που οφείλει να ανοίξει ένα παράθυρο σε πιο ευοίωνη εικόνα; Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια δυνατή γραφή, αξιοπρόσεκτη στη σημασία της. Από τη σύλληψη της ιδέας ως τη δημιουργία χαρακτήρων ευδιάκριτων (παρά τη συντομία της δράσης), ως τις εμπνευσμένες ανατροπές. Στοιχεία που δηλώνουν την αξία του συγγραφέα.



Διώνη Δημητριάδου