Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017


Ανάμεσά τους
     (διήγημα)


Το μπλόκο της Κοκκινιάς, χαρακτικό του Τάσσου 


Στη μνήμη του Κώστα Κ.



      Μου είχε διηγηθεί, λοιπόν, την ιστορία του. Έτσι απλά, σαν να ήταν κάτι που θα έκανε ο καθένας, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ήσυχος και ήρεμος. Με την κατασταλαγμένη πια γεύση της βιωμένης εμπειρίας -που σου καθορίζει την οπτική σου απέναντι στα πράγματα- με τον απόηχο μιας εποχής τελειωμένης οριστικά. Και αμετάκλητα. Έβαλε πρώτα το τσίπουρο στο ποτήρι του, γέμισε και το δικό μου, τράβηξε μια γερή γουλιά και είπε «άκου να σου τα πω, όσο ακόμα το μυαλό μου τα κρατάει ζωντανά».



Είκοσι έξι χρονών ήταν, και ήταν Κατοχή. Και καταχνιά. Είχαν περάσει κιόλας είκοσι δύο χρόνια που είχαν έρθει με τη μάνα του από τη Μικρασία, με μόνο τα ρούχα που φορούσαν, κατατρεγμένοι και τρομαγμένοι, με ορφανεμένη τη φαμίλια τους, χωρίς μέλλον, χωρίς ελπίδα, χωρίς πατρίδα. Τίποτα. Μα ο πόνος συχνά δίνει ώθηση, η απελπισία δένει το κορμί και το μαθαίνει σε δύσκολους δρόμους και σε ανάποδους καιρούς να μεγαλουργεί. Έτσι μπόρεσαν να ορθοποδήσουν και να φτιάξουν και σπιτάκι  -απ’ αυτά τα πλινθόκτιστα της συμφοράς- αλλά και δουλειά να βρουν, να καταφέρουν να ζήσουν, όπως όπως βέβαια. Και έζησαν. Στο πείσμα όλων αυτών που δεν τους δέχτηκαν δίπλα τους σαν αδέλφια που η ζωή τους είχε διαλυθεί, μόνο τους κοίταζαν με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα, λες και θα είχαν να μοιράσουν μαζί τους τα πλούτη και τα καλά μιας ζωής έτσι κι αλλιώς στερημένης. Αυτή δεν ήταν η μάνα που περίμεναν να τους καλοδεχτεί και να τους περιμαζέψει, παρά ήταν η μητριά, που καλύτερα θα είχε να τους αποδιώξει. Με τη δική τους δύναμη μόνο τα κατάφεραν. Με την αξία τους και μόνο.

Και πάνω που η ζωή τους άρχισε να κυλά ομαλά, πάνω που είπαν «πάει κι αυτό το ξεπεράσαμε», ήρθε ο πόλεμος και γκρεμίστηκαν όλα. Τότε φάνηκε ξεκάθαρα, τότε όλοι το κατάλαβαν πως μαζί στα ίδια βρίσκονταν. Κοινή η τύχη τους ολωνών απέναντι στη μαύρη απειλή που καταργούσε τη ζωή τους.

Αυτός δεν είχε και καμιά σπουδαία συμμετοχή σε πράξεις αντίστασης αλλά ζώντας σε μια τέτοια γειτονιά δεν μπορούσε παρά να νιώθει μέσα του αντιμέτωπος με όλον τον φασισμό του κόσμου.

Εκείνο το πρωί, ξημερώματα ήταν, ξύπνησαν όλοι με τον τρόμο στην ψυχή. Αυτοί οι διαόλοι  λες και ξεφύτρωναν από παντού, με οχήματα και με τα πόδια, οπλισμένοι σαν αστακοί, και με μια διάθεση να καταστρέψουν τον κόσμο των ανθρώπων. Εκείνο το πρωινό του Αυγούστου δύσκολα θα το ξεχνούσε η Κοκκινιά.

«Ήταν λες και μας καταράστηκε ο θεός να ζήσουμε όσα ζήσαμε. Να μην ξαποστάσουμε μια στάλα, να μη φάμε γλυκό ψωμί ήσυχοι. Τι να πει κανείς. Έτσι έρχεται καμιά φορά η ζωή.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να σφαλίσω πόρτα και παράθυρα, να κρυφτούμε, να μην ανασαίνουμε καν μέχρι να περάσει το κακό. Αυτοί, όμως, μας καλούσαν να βγούμε έξω όλοι οι άντρες και να μη μείνει μέσα κανείς. Αν τον έβρισκαν, λέει, θα τον τουφέκιζαν επί τόπου. Η γυναίκα, η πεθερά μου, έβαλαν τις φωνές, να μην πάω, να κρυφτώ, όπως κι άλλη φορά έκανα. Πού; Στο πηγάδι. Ο πεθερός μου ήδη άρχισε να καβαλάει το χείλος του πηγαδιού για να κατεβεί και να μου κάνει χώρο και μένα. Όχι, μωρέ, του κάνω. Θα μπούνε μέσα, εδώ πρώτα θα ψάξουν, και πάμε χαμένοι όλοι, και μεις και οι γυναίκες. Μεγάλο κακό ακούγαμε απ’ έξω. Έμοιαζαν αποφασισμένοι να μας αφανίσουν όλους. Φιληθήκαμε, ανοίξαμε την πόρτα, κάναμε τον σταυρό μας, χυθήκαμε έξω. Μόλις χάραζε. Από παντού, από κάθε σοκάκι στη γειτονιά άντρες, μικροί, παιδιά σχεδόν αλλά και μεγαλύτεροι  – βλέπεις μας ήθελαν όλους από τα παιδαρέλια τα αμούστακα ίσαμε τους  ηλικιωμένους. Που να μη σώσουνε ποτέ, η γενιά τους ολάκερη!

Περπατούσαμε και συναντούσαμε στον δρόμο όλο άντρες, μικρούς, μεγάλους που, φοβισμένοι όπως εμείς, βάδιζαν προς την πλατεία. Σε μια στιγμή γυρνάω και λέω στον πεθερό μου ‘άκου να δεις, εγώ χαμένος δεν θέλω να πάω, πάμε ως εκεί και θα κάμω κάτι να γλιτώσω’. Αυτός δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτε. ‘Άμα θέλεις να φας το κεφάλι σου μια ώρα αρχύτερα…’.

Έτσι σε λίγο φτάσαμε. Γερμανοί, να δει το μάτι σου! Με τα όπλα μάς έσπρωχναν να στοιβαχτούμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Με μια ματιά να ’κανες και έβλεπες όλους τους γνωστούς σου. Μα τι να πεις. Φόβος μάς είχε ζώσει την ψυχή. Οι Γερμανοί είχαν, όπως πάντα, μαζί τους και τους χαφιέδες τους – δεν θέλω να τους πω Έλληνες, γιατί Έλληνες μια φορά δεν είναι – για τη μετάφραση αλλά και για το κάρφωμα. Ήξεραν αυτοί ποιος και τι στη γειτονιά και σε κάθε ανάλογη περίσταση έδειχναν και ξεπάστρευαν. Αυτά τα καθάρματα μάς έλεγαν τι να κάνουμε, πώς να σταθούμε, πώς να ξεχωρίσουμε οι πιο νέοι από τους μεγαλύτερους. Όπως πέρναγε ένας από δαύτους από μπροστά μου, είπα να του τραβήξω την κουκούλα να δούμε όλοι το βρωμοπρόσωπό του, αλλά κρατήθηκα. Αυτός να πάει χαμένος αλλά να πάω κι εγώ μαζί του… αυτό δεν το ήθελα.

‘Πάω’, είπε ο πεθερός μου και μου έσφιξε το χέρι. Κίνησε να φύγει, και τότε μου ήρθε στο μυαλό η μόνη ελπίδα να σωθώ. Σύρθηκα όσο πιο σκυφτά μπορούσα μαζί του και κόλλησα δίπλα του. Με τους ηλικιωμένους! Τι να σου λέω τώρα… Σαλεύει το μυαλό κάποιες ώρες και σε ωθεί να κάνεις παράτολμα πράγματα. Παίζεις το κεφάλι σου, όχι αστεία. Αλλά μήπως χαμένος δεν ήμουνα έτσι κι αλλιώς;

Οι άλλοι από γύρω με κοίταζαν. Πάει, σκέφτηκα, θα με καρφώσουν θέλοντας και μη, έτσι είναι σαν να με δείχνουν. Τους περισσότερους δεν τους ήξερα καλά. Άλλους πάλι τους γνώριζα. Παλιοί αγωνιστές, ο καθένας είχε και μια ιστορία με διώξεις και ταλαιπωρίες να δηγηθεί μέσα στα δύσκολα χρόνια που πέρασε ο τόπος. Έσκυψα το κεφάλι, σαν να τους πω να αδιαφορήσουν. Τότε ένιωσα λες και όλοι οι γεροντότεροι εύχονταν μαζί με μένα να σωθώ. Στριμώχτηκαν πιο πολύ γύρω μου, σχεδόν με έκρυψαν με τα σώματά τους. Έτσι έγινα σχεδόν ένα με το χώμα σκύβοντας και ζαρώνοντας το κορμί μου. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα. Τη σωτηρία ή τον θάνατο. Κι αυτοί που με έκρυβαν με κίνδυνο της ζωής τους, να περιμένουν με κομμένη την ανάσα λες και επρόκειτο για τους ίδιους. Τι να καταλάβεις σήμερα εσύ… Πού είναι τώρα αυτή η αλληλεγγύη, αυτή η σιωπηρή σύνδεση του ενός με τον άλλον; Τέλος πάντων».




Όταν έφυγα από το παλιό σπίτι, κάπου στην Κοκκινιά, η σκέψη μου είχε κολλήσει σε μια φράση της αφήγησής του: «Τι να καταλάβεις τώρα εσύ».



Αυτή η επαφή με τις παλαιότερες γενιές, η έστω ολιγόλεπτη επικοινωνία με τον κόσμο τους, σου δίνει μαθήματα ζωής, και τι ζωής! Η εμφανής απουσία της παραμικρής επιτήδευσης στον λόγο τους, η απλότητα των αφηγήσεών τους παραδειγματική για όλους αυτούς τους σημερινούς κενούς νοήματος επιδειξίες μιας ασημαντότητας. Ασήμαντα ανθρωπάρια να προσπαθούν να διακριθούν στον ανόητο μικρόκοσμο που κατασκευάζει η εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία και να καθορίζουν με την ανοησία τους τα μέτρα και τα όρια της πολιτισμικής μας πραγματικότητας.
Μπλόκο στην Κατοχή, ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη 

Ο άνθρωπος, που πριν λίγο μου εμπιστεύτηκε την ιστορία του, σώθηκε από βέβαιο θάνατο τότε. Όλους τους νέους τους εκτέλεσαν. Αυτός σώθηκε. Ίσως γιατί κάποιοι θεώρησαν μέσα σε μια καίρια στιγμή ότι ήταν δική τους υπόθεση να σωθεί κάποιος άλλος. Ίσως πάλι γιατί, όπως λέει ο λαός, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα του. Η ουσία πάντως είναι μία. Είχα μόλις αφήσει έναν άνθρωπο που καταλάβαινε τη ζωή με πολύ διαφορετικό τρόπο από πολλούς γύρω του. Κράτησε την ακεραιότητά του, όσο μπορούσε καλύτερα τα κατοπινά δύσκολα χρόνια. Βοήθησε, όσο μπορούσε, ανθρώπους που είχαν την ανάγκη του, με ανιδιοτέλεια, και πολλές φορές εισέπραξε την αγνωμοσύνη. «Ξέρεις τι είναι να βλέπεις στον δρόμο άνθρωπο, που του έδωσες το χέρι τότε που το χρειάστηκε, τότε που παιζόταν η ζωή του καθενός κορώνα γράμματα, και να μη σε χαιρετά, να μη σε αναγνωρίζει καν;»

Ο ίδιος δεν είχε ποτέ του (ούτε τότε που ήταν νέος αλλά ούτε και στα κατοπινά χρόνια) ενταχθεί σε καμιά οργάνωση, σε κανένα κόμμα. Ποτέ του, από πεποίθηση. Άκουγε προσεχτικά όλους, προβληματιζόταν, ευχόταν για το καλύτερο, αναθεμάτιζε, όταν αυτό ποτέ δεν ερχόταν. Κύλαγε η ζωή. Ερχόταν η στιγμή να αποφασίσει πού θα ρίξει την ψήφο του. Καταλάβαινε πού θα ήταν το σωστό και το καλύτερο, τουλάχιστον με μια ρεαλιστική σκέψη, για τον τόπο και τη δική του μοίρα. Αλλά…

«Το ξέρω, το καταλαβαίνω, πείθω τον εαυτό μου και τους γύρω μου. Συχνά, δεν σου κρύβω, βάζω στην τσέπη κάποιο ψηφοδέλτιο έτοιμο. Να, όμως, που κλεισμένος στο παραβάν δεν μου έρχεται βολικό να κάνω αλλιώς. Σκέφτομαι πόσα τράβηξαν αυτοί που τότε ήταν συνειδητά ταγμένοι στην υπόθεση – εγώ για λίγο βρέθηκα δίπλα τους – και πάντοτε τους ψηφίζω. Πάρε το, όπως θέλεις. Έτσι νιώθω και δεν γίνεται αλλιώς».

 

Λίγη ώρα μετά είχα μπροστά μου μια κόλλα χαρτί για να αποδώσω την ιστορία του. Για ποιους άραγε;



Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή διηγημάτων «Τα κοινά και τα ιδιωτικά», εκδόσεις Νοών, 2014)