Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017


Μια βαθιά εξομολόγηση στο θεατρικό σανίδι



Σκέψεις μετά την παράσταση
«Ο πατέρας του Άμλετ»

κείμενο: Μάνος Ελευθερίου
σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης
ερμηνεία: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης
στο θέατρο Θησείον –Ένα θέατρο για τις τέχνες






«Τώρα θα αναρωτιέσαι για ποιο λόγο ήρθα.

Ήρθα από μια παρόρμηση,

ένα χρέος να σου ιστορήσω τον τρόπο του θανάτου μου,

τον οποίο δεν ξέρεις και που πρέπει κάποια στιγμή εσύ ν’ αποφασίσεις,

πώς θα χειριστείς την κατάσταση.

Δεν έχεις όμως και μια σοβαρή σύντροφο για να σε συμβουλεύσει»



Η παρόρμηση, το χρέος, η ανάγκη του νεκρού πατέρα του Άμλετ να συνομιλήσει εν ύπνω με τον γιο του. Και στον μονόλογό του θα προλάβει να πει όσα πρέπει, αυτά που δεν μπόρεσε όσο ζούσε να εκστομίσει, αυτά που θέλει να αφήσει παρακαταθήκη στον νεότερο μπροστά στο κατώφλι της εξουσίας. Δεν θα μιλήσει, όμως, μόνο για τα προβλήματα της εξουσίας. Θα αφεθεί σε έναν συνειρμικό χείμαρρο, στον οποίο ο θεατής πολλές φορές θα αναρωτηθεί αν ο αποδέκτης των λόγων αυτών είναι μόνον ο Άμλετ. Στο θυμικό του καθενός απευθύνεται, τη σκέψη του ανασκάπτει για να δείξει πως όλα τελικά κινούνται σε ίδιους ρυθμούς, χωρίς χρονικές δεσμεύσεις. Έτσι στο προσκήνιο έρχεται και η ιστορία του τόπου, γιατί τα προβλήματα μοιάζει να μη γνωρίζουν σύνορα, όπως και οι εκμυστηρεύσεις των ανθρώπων, όταν πηγάζουν από ειλικρινή και οδυνηρή διάθεση εξομολόγησης. Είναι, λοιπόν, πολιτικό το έργο; Ναι, αναπόφευκτα κάθε σκέψη που τοποθετεί τον άνθρωπο - ιδιώτη στο προσκήνιο σε άρρηκτη σχέση με τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο τον μεταλλάσει σε σκεπτόμενο πολιτικό ον.



Το κείμενο του Μάνου Ελευθερίου σε πλούσιο χαμηλόφωνο λόγο, γιατί μόνον έτσι εκστομίζονται οι βαθιές αλήθειες, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον  του θεατή οδηγώντας τον σε συνειρμικές εσωτερικές σχέσεις με την ποίηση, τον φιλοσοφικό στοχασμό, την πολιτική σκέψη, την ανθρώπινη οδύνη.




Η σκηνοθεσία του Θοδωρή Γκόνη, για μια ακόμη φορά, σε απόλυτη συμπόρευση με τις ανάσες του κειμένου, ισορροπεί ανάμεσα σε αχνοφωτισμένες κινήσεις του υποκριτή και σε εξάρσεις στιγμιαίες, θυμίζοντας έτσι πως μια εξομολόγηση δεν μπορεί παρά να  ακροβατεί η ίδια ανάμεσα στον υπόκωφο πόνο και την οργή.



Τέλος η ερμηνεία του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη. Ένας ηθοποιός σε αυθεντική μεταμόρφωση την ώρα που αποδίδει τον ρόλο του. Αποδεικνύει πως όρια και στεγανά στις ερμηνείες δεν υπάρχουν, ενσαρκώνει την πεμπτουσία του χαρακτήρα και πείθει πως πράγματι υπο-δύεται και όχι απλώς μιμείται. Μια παρουσία που δένει τον λόγο και τη σκηνική θέση σε ένα σύνολο εξαιρετικό.  Κείμενο, σκηνοθεσία, ερμηνεία.



Και στο βάθος του μυαλού μια σκέψη: Τα κλασικά έργα, οι χαρακτήρες που θαρρείς και δεν  μπορούν να αποκοπούν από το αρχικό τους κείμενο χωρίς απώλειες, ίσως έχουν τη δύναμη να βγουν από τα όρια που τους έχουν καθηλώσει οι συγγραφείς τους και να χαράξουν μια προσωπική -και ίσως αυτόνομη πορεία- μέσα σε άλλα καινούργια πλαίσια. Τότε  όχι μόνο δεν καταργούν τον κλασικό τους χαρακτήρα, ίσα ίσα τον εμπλουτίζουν αποδεικνύοντας τη διαχρονική τους ζωντανή υπόσταση.



Διώνη Δημητριάδου