Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017


Το κλαρινέτο

μυθιστόρημα

του Βασίλη Αλεξάκη

εκδόσεις Μεταίχμιο






Η πανίσχυρη μνήμη 
Οι λέξεις έχουν να πουν πολλά, όταν αποπειραθείς το «ξεκλείδωμά» τους, πότε με τη βοήθεια της ετυμολογίας (που πάντα εξιστορεί το περιεχόμενό τους) πότε πάλι μόνο με την αγάπη για τη μέσα όψη τους, που σοφά σε οδηγεί στην αφετηρία της ανάγκης που τις γέννησε. Έτσι, η λέξη μυθιστόρημα, που ως επιλογή χαρακτηρίζει και κατηγοριοποιεί το τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη, αποκαλύπτει τα δύο -άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους- στοιχεία που της προσδίδουν το περιεχόμενό της: μύθος και ιστορία. Η μυθοπλασία, παντοδύναμη,  με την πλοκή στη φαντασία του συγγραφέα να δημιουργεί έναν κόσμο  εκεί που τίποτα δεν υπήρχε πριν. Αλλά και η μνήμη να ανακαλεί αληθινά κομμάτια προσωπικής ιστορίας για να εμπλακούν στις επινοημένες εξελίξεις αυτής της πλοκής. Είναι αυτή η σύζευξη των δύο βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του Αλεξάκη, ενδεχομένως να είναι και αυτό που σου προσδίδει την ξεχωριστή αίσθηση ότι διαβάζεις κάτι που όσο είναι μυθοπλασία, άλλο τόσο δεν είναι. Το ομολογεί άλλωστε και ο ίδιος:
θα έλεγα με δυο λόγια ότι αυτά που γράφω είναι και δεν είναι παραμύθια.
Οπωσδήποτε είναι ένα από τα γνωρίσματα που κάνει τη γραφή του τόσο αγαπητή και για τόσο πολλά  χρόνια που διαρκεί η επαφή του με το αναγνωστικό κοινό. Αυτοβιογραφικά τα περισσότερα μυθιστορήματά του, με τη μνήμη να δεσπόζει στην αφήγηση επιλέγοντας κάθε φορά τις πλέον πρόσφορες παραστάσεις για να εξυπηρετηθεί η επινόηση της μυθοπλασίας. Τι από τα δύο υπερισχύει άραγε σ’ αυτή τη σύζευξη; Το αυτοβιογραφικό κομμάτι μιλά πάντοτε αληθινά; Αλλά και ο μύθος μήπως βρίσκει τη θνητή αφορμή του σε κάποια αλήθεια; Θα μας πει ο Αλεξάκης:
Πάντα πίστευα ότι τα αυτοβιογραφικά αφηγήματα περιλαμβάνουν τόσα ψέματα όσο και τα φανταστικά. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για τα δικά μου, τα οποία τιτλοφορώ μυθιστορήματα για τον απλό λόγο ότι ψεύδομαι διαρκώς, όπως και στη ζωή. Ένα ψέμα καταχωρισμένο σ’ ένα βιβλίο δεν είναι ίσως παρά κατά το ήμισυ πλαστό εφόσον το έχουμε πει στ’ αλήθεια.
Όπως όμως συσσωρεύονται πολλά τα αποθηκευμένα στη μνήμη, κάποια (όχι κατ’ ανάγκη τα πιο μακρινά στον χρόνο) στριμώχνονται στα τοιχώματα του νου και αδυνατούν να πάρουν την ανάσα τους. Είναι τότε που πασχίζουμε να θυμηθούμε κάτι απλό και αναπόφευκτα ο φόβος αναλαμβάνει να δώσει την εξήγηση προσμετρώντας την ηλικία στην απουσία της μνήμης. Έτσι, για παράδειγμα,  η αδυναμία ανάκλησης της ονομασίας ενός μουσικού οργάνου είναι ικανή να πυροδοτήσει συνειρμούς επικίνδυνους. Το κλαρινέτο δεν είναι φυσικά από τα πλέον συχνά απαντώμενα μουσικά όργανα στις μνημονικές παραστάσεις ενός μέσου ανθρώπου. Πόσοι μάλιστα θα μπορούσαν να το ξεχωρίσουν ανάμεσα σ’ αυτά που παράγουν συναφή ήχο; Στη σκέψη του συγγραφέα αυτό το κλαρινέτο, με την πρόσκαιρα απολεσθείσα ονομασία του, αποτελεί την αφετηρία για μια σειρά από προβαλλόμενες εικόνες, οι οποίες με τη σειρά τους θα αποτελέσουν το υλικό γραφής.
Πρόκειται, λοιπόν,  για ένα βιβλίο γύρω από τη μνήμη; Η συνειρμική γραφή του Αλεξάκη, έτσι όπως αντλεί τις αφορμές της από ποικίλα ερεθίσματα, συνηγορεί γι’ αυτό. Στο κέντρο της σκέψης ο φίλος που δρομολογεί το τέλος της ζωής του σε σύντομο χρόνο, όπως ο ίδιος γνωρίζει και όπως ο συγγραφέας φοβάται αλλά αρνείται να αποδεχθεί. Η πολύχρονη στενή φιλία με τον Jean Marc Roberts, τον εκδότη του, καταγράφεται μέσα από σκηνές που έρχονται στον νου διαρκώς, με τη γνώση του σύντομου χρόνου να ευαισθητοποιεί τον λόγο και να δημιουργεί εύγλωττες σιωπές στις συναντήσεις τους.  Ταυτόχρονα ο αφηγητής ταξιδεύει, αφήνει το Παρίσι, επιστρέφει στην Ελλάδα, γνωρίζει από κοντά μια χώρα σε κρίση, επιστρέφει ξανά. Έτσι η εσωτερική του αναστάτωση δένει αρμονικά με την ταλαντευόμενη σε τρικυμία Ελλάδα. Ζώντας εδώ απομακρύνεται για λίγο από τη φθίνουσα πορεία της ζωής του φίλου του, συναντά όμως τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση στους δρόμους της Αθήνας συγχρωτιζόμενος με τους άστεγους, τους μετανάστες, τους απελπισμένους. Η ζωή του μοιρασμένη έτσι κι αλλιώς σε δύο πατρίδες, σε δύο γλώσσες, σε δύο διαφορετικούς τρόπους δόμησης της σκέψης, τώρα ζητάει τόπο να σταθεί φέρνοντας στον νου όλες τις περιπλανήσεις του (πραγματικές ή λογοτεχνικές). Τη συμπυκνωμένη γνώση για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα θα τη διατυπώσει σε μια άλλη γλώσσα από τα γαλλικά και τα ελληνικά, τα σάνγκο:
Χρειάστηκε να ζορίσω αρκετά τη μνήμη μου για να συνθέσω τη φράση «η χώρα μας είναι άρρωστη».
-Κοντόρο τι ε α γεκε κομπελα
Πώς λειτουργεί άραγε η μνήμη, σε ποια γλώσσα αποθηκεύει εικόνες και παραστάσεις; Πότε νιώθει ότι χάνει λέξεις; Με ποιο μηχανισμό τις ανασυνθέτει; Η πορεία της φθίνουσας μνήμης. Ο Βασίλης Αλεξάκης αποδίδει με μια αναλογία αυτή την αργή συνειδητοποίηση της απώλειας. Η λογοτεχνία, για μια ακόμα φορά, απολύτως λειτουργική.
- Πώς λέγεται η μνήμη στα ελληνικά;
Σωπάσαμε για αρκετή ώρα. Είδα τη λέξη μνήμη -mnêmê γράφεται στα γαλλικά- να γυροφέρνει τον γλόμπο του ηλεκτρικού, κατόπιν, σαν ζαλισμένη από το φως, να την αράζει στο τζάμι του παραθύρου απ’ όπου μόνο η νύχτα ήταν ορατή. Γιατί συλλογίστηκα τότε το τζιτζίκι που είχα προσέξει στη βεράντα του σπιτιού μου στη Τήνο; Προφανώς έπνεε τα λοίσθια: καθώς δεν μπορούσε πια να χρησιμοποιήσει τα φτερά του, προχωρούσε κούτσα κούτσα πάνω στο λιθόστρωτο. Κατάφερε ωστόσο να φτάσει σ’ έναν τοίχο πάνω στον οποίο, μετά από μια στάση, άρχισε να σκαρφαλώνει. Αφού διάνυσε μια δεκαριά εκατοστά, ακινητοποιήθηκε εντελώς. Μια ώρα αργότερα βρισκόταν πάντα στην ίδια θέση. Το άγγιξα ελαφρά χωρίς να προκαλέσω καμία αντίδρασή του: ήταν νεκρό, παρέμενε ωστόσο γαντζωμένο στον τοίχο, σαν να μην ήθελαν να παραδεχτούν τα ποδαράκια του αυτό που είχε συμβεί. Έμεινε εκεί ένα ολόκληρο απόγευμα. Μόνο όταν βράδιασε διαπίστωσα ότι είχε πέσει επιτέλους καταγής, το βρήκα ξαπλωμένο ανάσκελα.

Θα μπορούσε να είναι το μυθιστόρημα της φθοράς, αυτής της αργής διαδικασίας που γράφει πάνω στα σώματα, στις σκέψεις, στις καταστάσεις, στη δομή των ανθρώπων και των τόπων. Η φθορά που προξενεί στο σώμα του φίλου του ο καρκίνος, ο αργός θάνατος μιας ολόκληρης χώρας, τέλος πάνω απ’ όλα η αργή απώλεια της μνήμης. Ο φόβος που κυριαρχεί για την επικείμενη λήθη και παράλληλα ο φόβος του θανάτου. Σε όλα τα βιβλία του Αλεξάκη επανέρχονται τα ίδια μοτίβα, μόνο σ’ αυτό όμως βλέπουμε αυτό το τελευταίο πανίσχυρο θέμα του φόβου μπροστά στον θάνατο του σώματος και της νοητικής λειτουργίας. Ίσως γι’ αυτή την αλήθεια που εμπεριέχει να είναι και το πιο ανθρώπινο απ’ όλα. Παρακολουθώντας  τη συγγραφική του πορεία όλα τα χρόνια είναι η πρώτη φορά που νομίζω ότι θέλει κάτι παραπάνω να πει.
Κάνω ολοένα και πιο μικρά γράμματα, γράφω με τη μύτη κολλημένη στο χειρόγραφό μου. ονειρεύομαι ένα βιβλίο γραμμένο ολόκληρο σε μία και μοναδική σελίδα, που θα μπορούσα να το αγκαλιάσω με μια ματιά, όπως βλέπουμε ένα τοπίο. Αποχωρίζομαι με λύπη μου τα τελευταία φύλλα, τα οποία εναποθέτω στην άκρη του τραπεζιού. Κάθε σελίδα είναι κι ένα καινούργιο ταξίδι. Διστάζω πολλή ώρα μέχρι να ξαναρχίσω το γράψιμο, φοβάμαι μήπως πάρω λάθος δρόμο, μήπως ναυαγήσω. Η γόμα μου μου φαίνεται σαν σωσίβιο.
Σαν να βιάζεται να καταγράψει όσα ακόμα διατηρεί ζωντανά. Ίσως για να τα δει απέναντί του στο χαρτί, να αναγνωρίσει τον εαυτό του στον «καθρέφτη». Έναν καθρέφτη που φοβάται μήπως κάποτε του δείξει έναν άγνωστο. Ο φόβος της απώλειας του εαυτού, η προοπτική να περιέλθει σε μια κατάσταση αντιληπτικής ασάφειας, τον απασχολεί βλέποντας τη φθίνουσα νοητική πορεία της ελληνίδας εκδότριάς του. Δυο παράλληλες απώλειες, μια εδώ και μια στη Γαλλία, γράφουν πάνω στο θυμικό του αναπόφευκτα. Ένας κόσμος που τελειώνει, γιατί ίσως ολοκλήρωσε τον σκοπό του, ή πάλι γιατί αιφνιδιαστικά κάτι ανώτερο ή τυχαίο αποφάσισε ερήμην του; Και ο αφηγητής, μετέωρος, σκέφτεται να πάρει οριστικές αποφάσεις επώδυνες. Ίσως είναι η ώρα της επιλογής της μιας πατρίδας, αυτής που δεν τον είδε να μεγαλώνει, που θα του συγχωρούσε την πιθανή αμνησία. Άλλωστε τόσο πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Ποιος θα ισχυριζόταν ότι διατηρεί για τον εαυτό του το αμετάβλητο;
Κι όμως, οι δύο τόποι πάντοτε θα συνδέονται μέσα του, δημιουργώντας την υπέροχη αυταπάτη ότι υπάρχουν  μόνο και μόνο επειδή αυτός τους θυμάται και τους ανακαλεί. Ή μήπως πράγματι υπάρχει μυστική σύνδεση μεταξύ τους;
Εξήγησα στον Γκυ τον λόγο της επίσκεψής μου στο δημαρχείο. Όταν έμαθε ότι έβλεπα από το παράθυρό μου τον πύργο του Άιφελ, επιχείρησε να με πείσει να μη μετακομίσω.
- Ο πύργος θα σας λείψει, σας διαβεβαιώ. Βλέπετε και τη σκιά του; Είχα προσπαθήσει πριν από καιρό να εντοπίσω το πιο μακρινό σημείο στο οποίο  μπορεί να φτάσει την ώρα της δύσης. Τελικά συνειδητοποίησα ότι τη στιγμή που ο ήλιος βρίσκεται στη γραμμή του ορίζοντα η σκιά του εκτείνεται στο άπειρο.
- Πιστεύετε πως περνά από την Ελλάδα;
- Στο ξεκίνημα του χειμώνα περνάει σίγουρα από την Ελλάδα.


Μέσα από μικρές τέτοιες λεπτομέρειες το βιβλίο αυτό καταλήγει να σου δίνει μια αισιόδοξη προοπτική, αν και το θέμα του, τα δύο ή και τρία θέματα για να είμαστε ακριβείς (γιατί  όπως σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας ένα μόνο θέμα δεν είναι αρκετό για να γραφεί μυθιστόρημα) αγγίζουν με το αισθητικό τους βάρος και με το νοητικό τους επιμύθιο κοινούς φόβους όλων μας. Ένα παράθυρο σε μια πιο ανοιχτόχρωμη εκδοχή του κόσμου θα έρθει ανέλπιστα από μια συνάντηση του αφηγητή με την υπέργηρη αδελφή του Γιώργου Θεοτοκά, τη Λιλή Αλιβιζάτου, η οποία με τη σοφία των χρόνων της, με το μυαλό της καθαρό να βλέπει πέρα από την πρόσκαιρη ζοφερή εικόνα του κόσμου, θα του πει:
Θα ήθελα να μου διαβάσετε το βιβλίο σας όταν θα το έχετε τελειώσει, μου είπε. Αφού θ’ αναφερθείτε στην Ελλάδα, σας παρακαλώ μονάχα να λυπηθείτε τη χώρα μας, να μην τη γελοιοποιήσετε, να μιλήσετε γι’ αυτή με γλυκύτητα. Είναι η στιγμή να δείξετε τη στοργή σας, εσείς που έχετε περάσει ένα τόσο μεγάλο μέρος της ζωής σας στο εξωτερικό.
Μέσα στα λόγια της ανιχνεύεται όλο το περιεχόμενο του βιβλίου, με τη μνήμη να είναι ζωντανή μαρτυρία της αληθινής αγάπης για τον τόπο, με την υπενθύμιση ότι η χώρα εδώ είναι κοινή (χώρα μας θα την ονομάσει), με την απόσταση ξαφνικά ανάμεσα στους δύο τόπους να μεταλλάσσεται μόνο σε γνώση και σοφία τροφοδοτημένη από την άλλη οπτική που δίνει η μακρόχρονη απουσία, τελικά με τη ζωή να συνεχίζεται παρά τις απώλειές της και σε πείσμα όλων, όσοι διακηρύσσουν με ευκολία την απαξίωσή της. Αυτή ακριβώς η αίσθηση δίνεται στις τελευταίες σειρές του βιβλίου, όταν ο αφηγητής βρισκόμενος στην Τήνο θα θελήσει να βιώσει ως πραγματική την αυταπάτη:
Νομίζω ότι θα παραμείνω εδώ μέχρι τις πρώτες μέρες του χειμώνα για να δω τη σκιά του πύργου του Άιφελ πάνω στη θάλασσα.
Παράδοξο; Μάλλον όχι. Άλλωστε το μυθιστόρημα, όπως είπαμε, κρύβει και τον πανίσχυρο μύθο δίπλα στις αλήθειες.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/alexakis-basilis-metaichmio-to-klarineto)