Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017


Γιάννης Σκαρίμπας

Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες

στο πεζογραφικό έργο του



της Χαράς Νικολακοπούλου

εκδόσεις ( . poema.. )










Από τη γέφυρα του Ευρίπου, άμα ρωτήσει ο επισκέπτης για τα μεγάλα πουλιά, οι άνθρωποι θα σηκώσουν το χέρι και θα του δείξουν το Νότο.
Η παραπάνω -κινηματογραφική θαρρείς- εικόνα έρχεται από το «Δημιουργικό», το τελευταίο μέρος του βιβλίου της Χαράς Νικολακοπούλου για τον Σκαρίμπα με τον τίτλο Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό έργο του. Για την ακρίβεια πρόκειται για μια μελέτη βασισμένη στη διπλωματική εργασία που εκπονήθηκε στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργική Γραφή του Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με θέμα το πεζογραφικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα και τις παραδοξολογίες και λεκτικές ακροβασίες  σ’ αυτό.
Στο πνεύμα το ανατρεπτικό του Σκαρίμπα μέσα κι εγώ, ξεκινώ από αυτό το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, γιατί κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Είναι πολυσυζητημένη η έννοια της δημιουργικής γραφής, από πολλούς αμφισβητούμενη η χρησιμότητά της, από άλλους υπέρ το δέον τονισμένη η αποτελεσματικότητά της. Νομίζω, ωστόσο, πως πρέπει με προσοχή και σοβαρότητα να προσεγγίζουμε ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα σχετικό με αυτή τη διαδικασία, που οπωσδήποτε πολύ απέχει από τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες που συχνά συναντάμε. Έτσι εδώ μετά από την πολύ προσεκτική και εμπεριστατωμένη καταγραφή των χαρακτηριστικών της γραφής του τόσο διακριτού αυτού δημιουργού, η Χαρά Νικολακοπούλου καταθέτει την προσωπική της λογοτεχνική ματιά, σε μια απόπειρα να δώσει την εικόνα της Χαλκίδας, όπως την ένιωσε μέσα από το έργο του Σκαρίμπα. Θα έλεγα ότι εδώ έχουμε την πεμπτουσία όλου του προγράμματος, έτσι όπως γράφεται πρωτότυπο έργο μέσα από την αίσθηση που πηγάζει από το μελετώμενο. Δημιουργία σε κάθε περίπτωση.
Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στο γεγονός ότι η Νικολακοπούλου δίνει μια εικόνα της αγαπημένης πόλης του Σκαρίμπα, όπως θα την έδινε κάποιος που την έζησε και τη βίωσε. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την Αλεξάνδρεια του Καβάφη, τη Θεσσαλονίκη του Αναγνωστάκη, του Νικηφόρου, του Ιωάννου. Στην περίπτωσή τους όμως πρόκειται για μια βιωματική ταύτιση με την πόλη τους, η οποία αποκτά σώμα και παρουσία ανθρώπινη. Ενώ εδώ έχουμε μια πόλη που αγαπιέται (γιατί αυτή την αίσθηση δίνει) από τη Νικολακοπούλου (που δεν είναι η καταγωγή της από την Χαλκίδα)  μέσα από το έργο του δημιουργού, που -αξιοσημείωτο αυτό- αγάπησε (λάτρεψε καλύτερα) τη Χαλκίδα, χωρίς αυτή η πόλη να είναι ομοίως η δική του γενέτειρα. Αποκαλεί χαρακτηριστικά τον εαυτό του ο Σκαρίμπας  ξενομερίτη Χαλκιδαιότερο πάντων των Χαλκιδέων. Και αυτό είναι σημαντικό.

Όταν μιλάει λοιπόν η Νικολακοπούλου γι’ αυτή την πόλη, πιάνεις την αύρα της:
[…]όταν η νύχτα όξω αρχίσει να σφυρίζει με τη φωνή των ανέμων, η πόλη μετατοπίζεται σε μια άλλη αερική διάσταση κάτω από το φως του φεγγαριού.
Τότε ο επισκέπτης θα αρχίσει να υποψιάζεται πως μια όχι κανονική ζωή, μυστική, ζει τούτο το μέρος. Γιατί η καινούργια αυτή πόλη μοιάζει με φύλλο χαρτιού που το ξεφυλλίζει ο άνεμος κατά τα κέφια του. Τη μια σου δείχνει τη μια της σελίδα, την επόμενη την άλλη. Και τις δύο μαζί αποκλείεται να τις δεις.
Και όταν ακουμπά το βλέμμα της σε ήχους και σκιές, νιώθεις και τους ανθρώπους της, όπως εκείνον τον παράξενο που, όπως λένε:
[…]ερωτεύτηκε μια κυρία από τα σημάδια που είχαν αφήσει οι γόβες της πάνω στην άμμο. Λένε πως ακολούθησε καταπόδας αυτά τα ίχνη και μόλις ανακάλυψε την κάτοχό τους χλώμιασε και δήλωσε περιχαρής δούλος της δια παντός. […]Όμως αυτόν τον παλαβιάρη δεν θα τον συναντήσεις μάλλον ποτέ στους δρόμους και τις γειτονιές της Χαλκίδας[…]
Κι αυτός όπως και τόσες άλλες χάρτινες φιγούρες είναι πλάσματα επινοημένα, που ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες του ευφυούς και ευφάνταστου αυτού ξενομερίτη Χαλκιδαίου.
Με τρία κείμενα (απολύτως δημιουργικά) ολοκληρώνει η Χαρά Νικολακοπούλου τη μελέτη της αυτή για τον Γιάννη Σκαρίμπα. Και πηγαίνοντας τώρα στην αρχή του βιβλίου, διαβάζω την πολύ κατατοπιστική εισαγωγή, στην οποία πολύ μου άρεσε που είδα να τοποθετείται σωστά ο Σκαρίμπας στην εποχή του και με έμφαση στην εξέλιξη της λογοτεχνικής γραφής (συνοδοιπόροι, επιδράσεις και νέες εκφράσεις). Έμεινα ιδιαίτερα στην αναφορά του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου (η βιβλιογραφία πλούσια και σημαντική, να το πούμε αυτό) στις «υπόγειες διαδρομές» που συνδέουν τον Σκαρίμπα με τον Πεντζίκη, αυτούς που «υπήρξαν τόσο τελεσίδικα μοναδικοί».
Κατόπιν το κείμενο χωρίζεται σε δύο μέρη με πρώτο το: Γλωσσικές ακροβασίες: Ιδιολεξία, στο οποίο εξετάζονται τα έργα του Σκαρίμπα: Καϋμοί στο Γριπονήσι (1930), Το θείο Τραγί (1933), Μαριάμπας (1935), Το Σόλο του Φίγκαρω (1938), Το Βατερλώ δυο γελοίων (1959), ως προς τις λεκτικές τους ακρότητες, τις πολλές μείξεις γλωσσικών ιδιωμάτων και παρακαταθηκών και κυρίως τους νεολογισμούς που χαρακτηρίζουν τη γραφή του. Όλα αυτά σε ένα συνονθύλευμα εμπνευσμένο, που κατορθώνει να συνταιριάξει ομαλά τα ετερόκλητα  και να αφομοιώσει τις οξείες αντιφάσεις αναδεικνύοντας από κάτω μια γλώσσα ρέουσα και φυσικά μοναδική και ανεπανάληπτη. Πολλά αποσπάσματα των έργων αυτών τεκμηριώνουν τη θέση για το γλωσσικό ιδίωμα που χρησιμοποιεί ο Σκαρίμπας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που προβάλλεται, ότι αυτή η ακραία χρήση της γλώσσας απηχεί και την αντιμετώπιση του κόσμου, ενός κόσμου που ο ίδιος τον αντιλαμβανόταν ως μια απροσδιόριστη εικόνα ανάμεσα στο πραγματικό και στο υπερβατικό.
Το δεύτερο μέρος με τον τίτλο Παραδοξολογίες και Παραλογισμοί είναι και το πλέον ενδιαφέρον, μια που μας οδηγεί στο περιεχόμενο των έργων για να αναδείξει τον Σκαρίμπα γνήσιο εκπρόσωπο της λογοτεχνίας του Παραλόγου, με τα στοιχεία του Υπερρεαλισμού που δεσπόζουν στο έργο του να διχάζουν τους μελετητές για την αυθεντική ή όχι υπερρεαλιστική γραφή του  (απουσιάζει για παράδειγμα το στοιχείο της αυτόματης γραφής),  ωστόσο να τεκμηριώνουν τη θέση γύρω από την οποία γυρνά όλη η μελέτη: η γλώσσα απηχεί και την κοσμοαντίληψη. Έτσι, από όποια πλευρά και αν εξετάσουμε τον υπερρεαλιστικό τρόπο γραφής, ο Σκαρίμπας φαίνεται ότι κέντριζε και στιγμάτιζε ή διακωμωδούσε αναλόγως τις κοινωνικές συμβατικότητες. Με τον ιδιότυπο παραλογισμό της γραφής του αναποδογύριζε τον κόσμο όλον: «Τα γυρίζω ανάποδα για να σταθούνε όρθια», θα πει. Και σ’ αυτό το κομμάτι του βιβλίου οι πολλές παραπομπές στα έργα που εξετάζονται αλλά και στις απόψεις άλλων μελετητών βοηθούν αποτελεσματικά στην κατανόηση του θέματος.


Μέσα, λοιπόν, από όλη αυτή την προσεκτική εξέταση του έργου του Σκαρίμπα προκύπτει και το τρίτο μέρος, το Δημιουργικό, το οποίο ήδη σχολιάστηκε. Είναι διάφανη έτσι η σχέση που δημιουργείται με κέντρο και κινητήρια δύναμη την πόλη. Η πόλη αυτή έδωσε το έναυσμα στον Σκαρίμπα για να μετουσιώσει σε λόγο το τοπίο, να δώσει την ανεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητας που έβλεπε, να ζήσει μέσα από το έργο του και όπως στο έργο του. Και στη συνέχεια με μοχλό αυτό το έργο η Χαρά Νικολακοπούλου δημιουργεί η ίδια, μαθαίνοντας την πόλη (το σώμα της πόλης) βήμα βήμα πατώντας πάνω στα χνάρια τα δικά του, αυτού του μη Χαλκιδαίου ωστόσο Χαλκιδαιότερου πάντων των Χαλκιδέων, κατά τον ίδιο.

Η Χαρά Νικολακοπούλου κατόρθωσε κάτι δύσκολο. Μετέφερε στο ευρύ κοινό μια μελέτη πανεπιστημιακή, η οποία διαβάζεται με ενδιαφέρον αποκορυφώνοντας σ’ αυτά τα τρία δικά της λογοτεχνικά κομμάτια, που πατούν πάνω στα ίχνη των σκαριμπικών κειμένων δίνοντας όμως τη ματιά του αναγνώστη τους για την πόλη της Χαλκίδας και διευρύνοντας έτσι τον κόσμο των αρχικών κειμένων. Με το βιβλίο αυτό να λειτουργεί ως οδοδείκτης στις σελίδες του Σκαρίμπα, ο αναγνώστης ανακαλύπτει αθέατες όψεις και του  δημιουργού και της πόλης που τον κράτησε κοντά της και τον ενέπνευσε. Ο τόπος (όχι φυσικά ο τυχαίος τόπος) πλάθει τη συνείδηση και αναπλάθεται από αυτήν σε μια διαλεκτική δυναμική σχέση.
«[…]η πόλη αυτή εξακολουθεί να παιχνιδίζει με χίλιους τρόπους στο αρμόνιό της τα εμβατήρια του ρίγους».


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/giannis-skarimpas/)