Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017


Τρίτοι από της αληθείας

της Αναστασίας Ν. Μαργέτη

εκδόσεις ΑΩ






η φιλοσοφική θεώρηση και η ποιητική πρόθεση

Πρόκειται για μια πλατωνική φιλοσοφική θεώρηση της ποίησης, αν κρίνουμε από τον τίτλο της συλλογής.  Έτσι, αν προηγούνται κατά την πλατωνική θεώρηση οι Ιδέες, εμείς μέσω των αισθήσεων συλλαμβάνουμε το είδωλό τους. Και τότε ο ποιητής, τρίτος στην κλίμακα της αληθινής πραγματικότητας, έρχεται να μιλήσει γι’ αυτό το απείκασμα και μόνον. Είναι, λοιπόν, ένας απλός διαμεσολαβητής ανάμεσα στα πράγματα, όπως αληθινά είναι, και στα πράγματα, που μόνον ως είδωλα γίνονται αισθητά;  Ή, για να το θέσουμε ορθότερα, δεν είναι καν διαμεσολαβητική η θέση του, αλλά απεικονίζει με τον λόγο του ως δεύτερη κατά σειρά απεικόνιση την ήδη πλασματική εικόνα; Κατά τον Πλάτωνα και τη θεωρία των Ιδεών, δεν μπορεί παρά να είναι εξόριστος από την ιδανική (και ιδεατή φυσικά) Πολιτεία και ο ποιητής και το έργο του.
Ωστόσο εδώ παράγεται ποιητικός λόγος και μάλιστα ενδιαφέρων και ιδιαίτερος, που αξίζει να τον προσεγγίσουμε. Διαβάζοντας τους επιμέρους τίτλους, κάτω από τους οποίους η Μαργέτη στεγάζει τα ποιήματά της χωρισμένα σε ενότητες, παρατηρώ ένα παιχνίδι λεκτικών εντυπώσεων να εδράζεται στις λέξεις που επιλέγει:

Δια - γνώσεως αίσθηση
Έργα τέχνης Ι Καλλιτεχνίας αίσθημα
Χρόνου και πόνου Συν - αίσθηση
Έργα τέχνης ΙΙ Θεωρίες Α – ν – επ - αίσθητες
Επιγνώσεως Δι- αίσθηση

 Και με δεδομένη την κυριολεκτική χρήση των προθέσεων στις λέξεις που χρησιμοποιεί, σκέφτομαι ότι μέσα σ’ αυτήν την πλατωνική θεώρηση έχει διεισδύσει η άλλη φιλοσοφική εκδοχή, αυτή του ευφυούς μαθητή του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη. Ο κόσμος των Αισθήσεων του εμπειριστή φιλοσόφου εισβάλλει ορμητικά στους στίχους και αναμετράται με τον κόσμο των Ιδεών. Ενδιαφέρουσα οπτική, ακόμη πιο ελκυστική στην ανάγνωση, καθόσον πρόκειται για ποίηση και όχι για φιλοσοφικό δοκίμιο.
Μας έχει προϊδεάσει, για το βαθύτερο πεδίο στο οποίο μας οδηγεί η ποιήτρια, στην εγκωμιαστική του εισαγωγή ο Καθηγητής Βασίλειος Α. Κύρκος παραπέμποντας στον Ηράκλειτο:
ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει
Πώς να βρεις τα πέρατα της ψυχής; Η φιλοσοφική οδός ας δεχθούμε ότι είναι μία από τις πολλές προτεινόμενες οδούς, με την ποίηση να διεκδικεί άλλη μία. Αλλά τα φιλοσοφικά ερωτήματα δεν έχουν τέλος, ενδεχομένως ούτε και η ποιητική θέαση του κόσμου. Άλλωστε στο ποίημα Πολυσημίες δίνεται το έναυσμα για τη σκέψη να συσχετίσει τις θεωρίες με το ζητούμενο, που είναι η βιωμένη ζωή, η εύρεση του αληθινού:

Η λέξη τέλος
σημαίνει
μαζί θάνατο και σκοπό.

Το πρώτο γνωστό
και βέβαιο
διαρκώς επιζητούμενο
το δεύτερο.

Βαδίζει ο νους
απ’ τα γνωστά
στα άγνωστα.

Τάχα μας περιπαίζει
η σημειολογία
ή μήπως
το μάτι δεν τολμά
ούτε της λέξης την ανάσταση;



Το ποιητικό υποκείμενο, παλεύει με το βάρος της φιλοσοφικής σκέψης, αφήνεται στον στοχασμό με το ελάχιστο των απαραίτητων λέξεων, υπακούοντας στην αρχή της λιτότητας του περιεκτικού λόγου. Άλλη μια σαφής θεώρηση, αριστοτελική και αυτή. Τα νοήματα δεν έχουν ανάγκη επιπρόσθετης ανάλυσης. Ο δρόμος ο εμπειρικός των αισθήσεων εναποθέτει μέσα τους το απαραίτητο προς κατανόηση φορτίο. Εκεί τελειώνει ο ρόλος της διατύπωσης. Από κει και πέρα όλοι οι δρόμοι ανοιχτοί για τον αναγνώστη προς ερμηνεία. Πρόκειται εδώ για μια ποίηση ήθους αναμφίβολα. Όπως δηλώνει η ποιήτρια στο ομώνυμο αυτοαναφορικό ποίημα:
             
              Πάλιωσε πάνω της του ρόλου το κοστούμι.
Τώρα το απεκδύεται στη σιγή[…]

Πολύτιμη σιγή, εξαιρετική ποίηση της εύγλωττης σιωπής. Το ήθος το ποιητικό ξεκάθαρο εδώ, και στην ειλικρινή εξομολόγηση αλλά και στην αποφόρτιση των στίχων από περιττά φορτώματα, ανούσια εντελώς. Άλλη μια συσχέτιση με τον φιλοσοφικό λόγο, που καταθέτει  το ελάχιστο δικό του προς σκέψη και ερμηνεία πιθανή. Όλοι οι δρόμοι ανοιχτοί, για μια ακόμη φορά.

Η ποίηση της Μαργέτη αφορμάται από τον διαχρονικό φιλοσοφικό στοχασμό, ωστόσο έρχεται αντιμέτωπη με απτά και σκληρά ερωτήματα της καθημερινής ζωής, όσο βέβαια μπορούν να αγγίζουν τον μόχθο του ανθρώπου οι φιλοσοφικές (αλλά και ποιητικές προθέσεις) και όσο μπορούν να μιλούν σε απλή γλώσσα για μεγέθη όπως αυτά του θανάτου και της αναπόφευκτης σωματικής φθαρτότητας:
[…]
Εν τω μεταξύ
σιωπηλά
παρατάσσονται
διαρκώς
κατά λεγεώνες
λευκές
οι λήκυθοι.

Στο παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα Αγγείων απόψεις βλέπουμε -καθόλου τυχαία- τη στιχουργική να υπακούει στον ρυθμό του τέλους με τις λέξεις μία μία να χτυπούν στο θυμικό μας σαν τον ήχο του θανάτου. Και στο άλλο ποίημα Στο τρίστρατο η κατάληξη κατευθύνει προς τη βασική έννοια κάθε φιλοσοφικής αλλά και ποιητικής θεώρησης, την έννοια του τραγικού:

[…]
Και ας γκρεμιστώ μονάχος μου
στα βάραθρα του τραγικού.

Ίσως η περισσότερο νοηματικά φορτισμένη λέξη στο παραπάνω απόσπασμα να είναι η λέξη μονάχος. Μέσα της εμπεριέχεται όλο το βάρος της ανθρώπινης ζωής, με τα πέρατα της ψυχής να είναι απρόσιτα κατά την ηρακλείτεια φράση, με τις ερμηνείες πολλές και απολύτως προσωπικές ως εκδοχές του αληθινού, με τον πλατωνικό κόσμο να ανοίγεται σε πολλές αμφισβητήσεις και με την αριστοτελική θέαση του κόσμου να αποδεικνύεται πιο προσιτή στις ανθρώπινες δυνάμεις. Η τραγικότητα σε κάθε εκδοχή παρούσα για τον άνθρωπο, που αναζητά τη μόνη υπαρκτή αλήθεια αλλά μόνο όψεις της συναντά.

Η καταγωγή του τίτλου της συλλογής πλατωνική, ωστόσο οι προμετωπίδες στα ποιήματα αριστοτελικές. Και να πλανάται η έννοια του τραγικού, η παντοδύναμη. Μέσα από τις εύστοχα επιλεγμένες λέξεις, μέσα από τον διαχωρισμό τους συχνά από τις προθέσεις τους καταδεικνύεται η ουσία των κωδίκων επικοινωνίας. Προσφέρεται η κάθε λέξη για μια δεύτερη κυριολεκτική ανάγνωση. Και έτσι φανερώνεται και η πρόθεση της ποιήτριας να μας οδηγήσει μέσα από τη φιλοσοφία και την ποίηση σε μια θεώρηση του κόσμου πολύ ευθύβολη άρα και ενδιαφέρουσα. Μπορεί ο ποιητής να έρχεται μόλις τρίτος στον δρόμο της αλήθειας, ωστόσο η δική του οπτική, όταν προσφέρεται με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, είναι μια πολύτιμη εκδοχή της φύσης των πραγμάτων. Συσχετίζοντας τους στίχους δύο ποιημάτων δομείται εδώ μια αναμφισβήτητη αλήθεια:

[…]
Με το τραγικό να αφουγκράζεται…

[…]
την βιοτήν περαίνουσα δίχως κάθαρσιν


Η κάθαρσις εδώ φυσικά αφορά όχι τον απλό (έστω και συμμετέχοντα) θεατή μιας τραγωδίας αλλά τον άνθρωπο απέναντι στη δική του τραγική ζωή. Η ποίηση της Μαργέτη είναι τελικά μια ποίηση δυνατή, μια ποίηση του τέλους, με την έννοια του εμπεριεχομένου σκοπού στην έννοια αυτή. Το εν δυνάμει εξελισσόμενο σε εν ενεργεία. Αυτό που μπορεί να συντελεσθεί αλλά και αυτό που νομοτελειακά συντελείται. Πρόκειται άρα για την ποθητή ολοκλήρωση;


Οι εικαστικές προμετωπίδες (σ’ αυτή την ιδιαίτερης αισθητικής έκδοση) στις ενότητες του βιβλίου, τα σχέδια της Λίτας Μαυρογένη, με τις φιγούρες εν κινήσει να δίνουν μόνον τις απαραίτητες γραμμές των σωμάτων τους, έρχονται να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα. Σαν να μην έφθασαν στο τελείωμά τους, σαν μια αίσθηση που μόλις προλάβαμε να πάρουμε απ’ αυτές. Μα και οι ιδέες και οι πολλαπλές όψεις του υπαρκτού μήπως έχουν ποτέ τη βολική  πολυτέλεια μιας ολοκλήρωσης; Οι ποιητές μπορεί να θεωρούνται εξόριστοι ως μη συμβατοί με την ιδεατή πλατωνική Πολιτεία, διαβιούν όμως μέσα στην πραγματική κοινωνία και με τον λόγο τους διεκδικούν την προσωπική τους εκδοχή της αλήθειας. Αναπόφευκτα και μια προσωπική ολοκλήρωση.




Διώνη Δημητριάδου
[η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Φρέαρ (frear.gr) http://frear.gr/?p=18173]