Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017


Μουσείο Λαογραφίας

του Δημήτρη Φύσσα

από τις εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας






μια καλειδοσκοπική αφήγηση



Η πραγματικότητα αρέσκεται στις συμμετρίες και στους ανεπαίσθητους αναχρονισμούς.

(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο Νότος», μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)



Σε κάθε κεφάλαιο από τα είκοσι τρία της επιστολικής νουβέλας του ο Δημήτρης Φύσσας προτάσσει και από ένα παράθεμα, που λειτουργεί (όπως θέλει ο ίδιος) σαν μότο, σαν σύνθημα. Και σαν τέτοιο αποκτά και το κωδικοποιημένο περιεχόμενο για τους μυημένους. Σαν να τοποθετεί ο συγγραφέας από τη μια μεριά τη φράση ή το εμβληματικό όνομα, και από την άλλη ο αναγνώστης να διαβάζει το σημαινόμενο. Έτσι δημιουργείται μια συνωμοτική σύμπραξη ανάμεσα στους δύο και με ενδιάμεσο το βιβλίο χτίζεται η ιστορία.

Η ιστορία αυτή είναι πολυσήμαντη, αν και εξαιρετικά μικρή σε έκταση (αριθμεί ούτε 90 σελίδες), ωστόσο ανοίγει καλειδοσκοπικά σε αλλεπάλληλες εικόνες (σε εξάρτηση η μια από την άλλη και σε αλληλοσυμπλήρωση), μέχρι να ολοκληρωθεί το νόημα της ευρύτερης τοιχογραφίας.

Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι μια ιστορία για την απομόνωση του ήρωα (ο ζωγράφος Λέων είναι αυτός) σε μια απροσδιόριστη ελληνική ερημιά (το χωριό Σδράλι) για να ζωγραφίσει τα προσχέδια μιας μεγάλης σύνθεσης που ανέλαβε έναντι πλούσιας (σχεδόν μυθικής) αμοιβής. Η υπερμεγέθης αυτή σύνθεση θα εκτεθεί στον εορτασμό για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση.  Ο τίτλος της θα είναι «Ο Μυστικός Δείπνος του Κοινοτισμού» και θα έχει ως πρότυπο τον «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Μόνο που θα πρέπει στην εικόνα να χωρέσουν 23 πρόσωπα (προεπιλεγμένα από τον ανώνυμο πελάτη) και όχι 13. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα μπορούσε να είναι μια ιστορία για την Τέχνη και την έμπνευση του δημιουργού, μέσα στο φυσικό περιβάλλον που τον ενσωματώνει απολύτως:



[…]όντας εγώ ο ίδιος μέρος αυτού του τοπίου, νιώθω ότι προσαρμόζομαι στους υπέροχους μυστικούς κανόνες της φύσης, στο μη μηχανικό στοιχείο, στην αυτογνωσία της υπαίθρου, σαν να ήμουν πάντα εδώ.



Το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης αφορά τον Κοινοτισμό, στον οποίο παραπέμπει ο τίτλος της ζωγραφικής σύνθεσης. Λέξη που με τη σειρά της γεννά πολλούς συνειρμούς. Πρωταρχικά η σκέψη γυρνά στην πολιτική κοινότητα της αρχαιότητας με την αυτονομία της στις δομές και στους θεσμούς. Ίσως πιο κοντά να βρίσκεται στην Κομμούνα του 1871, λιγότερο φυσικά στο σύστημα που εφαρμόστηκε αργότερα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ακόμα λιγότερο στον σύγχρονο καταχρηστικό όρο (η κατάχρηση αφορά τα πρόσωπα που τον επικαλούνται και παράλληλα το ανεφάρμοστο του πράγματος) Κοινωνία των Πολιτών. Ωστόσο, ο πίνακας παραπέμπει ευθέως σε πρόσωπα της αριστεράς, υπό την ευρεία έννοια του όρου, καθώς συνδυάζει τον Μαρξ (όχι όμως τον Ένγκελς) τον Λένιν και τον Στάλιν, με τον Μπακούνιν, τον Νετσάγεφ, τον Τσε, τον Μάο, αλλά και τον Αλλιέντε, τον Μπερλινγκουέρ, τον Άρη, τον Μαντέλα και άλλους. Κατανοητό ότι υπό αυτό το πρίσμα η υπόθεση αφορά την ιστορία της αριστεράς, την αμφίβολη και ανέφικτη μάλλον ενότητά της και ενδεχομένως την τραγικότητα του εγχειρήματος που αποσκοπεί στην εφαρμογή των θέσεών της.

Ο κοινοτισμός, στην πρωταρχική του και πιο αθώα εκδοχή, φαίνεται να εφαρμόζεται σ’ αυτό  το απομονωμένο ελληνικό χωριό, κάπου στην Πίνδο, που ζει μέσα  στην αυτάρκεια και στην αυτονομία του αδιαφορώντας για τις υποδομές που συνιστούν τις στοιχειώδεις ανέσεις. Το εξώφυλλο του βιβλίου (εύστοχη η σύνθεση της Ρεβέκκας Βιτάλ) δείχνει μια τόσο οικεία εικόνα της ελληνικής επαρχίας, εκεί που όλα ακινητούν, όπως το αυτοκίνητο που χωρίς τους τροχούς του δεν πάει πουθενά καταργώντας την ιδιότητα του οχήματος. Με ρυθμισμένες τις σχέσεις, τις ασχολίες, τους ρόλους, ώστε όλοι να ακολουθούν τα συμφωνημένα πατροπαράδοτα, τους άγραφους κανόνες συμβίωσης. Όπως όμως σιγά σιγά ανακαλύπτει ο ζωγράφος, οι ρόλοι δεν είναι μοιρασμένοι με δικαιοσύνη, τουλάχιστον με το περιεχόμενο που θα έδινε στη λέξη ο σύγχρονος κόσμος του πολιτισμού, μετά από αγώνες και διεκδικήσεις για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων. Η θέση των γυναικών υποβαθμισμένη σημαντικά, η έκφραση της σεξουαλικότητας απαγορευμένη, η θρησκευτική τοποθέτηση των κατοίκων αιρετική και ιδιάζουσα. Το θέμα θα προβληματίσει τον ήρωα, θα κάνει στο μυαλό του συνδυασμό με τη δική του προσωπική ιστορία, τη διαλυμένη σχέση του με τη Μάρθα, στην οποία απευθύνει τις 23 επιστολές (οι οποίες θα μείνουν  αναπάντητες), και μέσω των οποίων κι εμείς μαθαίνουμε τα τεκταινόμενα στον παράδοξο τόπο του χωριού Σδράλι. Μια τρίτη, έτσι, ανάγνωση προκύπτει εδώ, μέσα από τη δύσκολη επικοινωνία των δύο προσώπων. Και ο αναγνώστης θα κάνει τη δική του σύνδεση προσώπων και καταστάσεων. Ο Λέων, νεαρός στην ηλικία και γνήσιος εκπρόσωπος της οικείας εικόνας του πολιτισμού που έχουμε στο μυαλό μας, πόσο απέχει πραγματικά από τον πρωτογονισμό των κατοίκων του χωριού, ως προς τις αντιλήψεις; Ο ίδιος πώς φέρεται στις γυναίκες; Μπορεί να ζητά συγνώμη από τη Μάρθα για τη συμπεριφορά του, αλλά πόσο ειλικρινής είναι; Τι ακριβώς σημαίνει η επανερχόμενη μέσα στις επιστολές του έκκληση για σεβασμό του προσώπου του από μέρους της;



Το συζήτησα το βράδυ στο καφενείο: «Οι γυναίκες εδώ είναι για τη δόξα και τη χαρά των αντρών. Δεν είναι ακριβώς κατώτερες, ο Θεός όμως τις έφτιαξε πλάσματα άλλης τάξης. Είμαστε πολύ παραδοσιακοί», μου είπε ο ξενοδόχος. «Έτσι έχουμε μάθει, κι αυτές το ίδιο. Και μας αρέσει, και οι γυναίκες μια χαρά είναι, δεν έχουμε διαφωνίες άντρες – γυναίκες. Αγόρια και κορίτσια το μαθαίνουνε αυτό από νωρίς», είπε ο καντηλανάφτης. Σιγοντάριζαν κι ο γελαδάρης με τον αστυνόμο.



Το τέλος της ιστορίας, θεαματικά απρόσμενο στην εξέλιξή του (εκτός αν λειτουργήσει εγκαίρως η σύνδεση στο μυαλό των σινεφίλ αναγνωστών με την ταινία «Το μυστικό του σκιάχτρου» του Νιλ ΛαΜπιούτ ή καλύτερα με το «Καταραμένο σκιάχτρο» του Ρόμπι Χάρντι που προηγήθηκε χρονικά). Σε μια παράλληλη συνειρμική ανάγνωση μπορεί και να θυμίσει η γραφή και το διήγημα του Μπόρχες «Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο». Όλα αυτά ας θεωρηθούν εμπλουτισμός της αφήγησης ή της ανάγνωσης, κάτι σαν τις συμμετρίες που αναφέρει το αρχικό εδώ παράθεμα του Μπόρχες. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης θα συνεκτιμήσει τα διαφορετικά νοηματικά επίπεδα της ιστορίας. Θα δει ότι μπορεί να είναι διαφορετικά μεταξύ τους, ωστόσο το ένα θα συμπληρώνει το άλλο και θα προχωρά το νοηματικό του βάθος. Όπως συμβαίνει και με την υπόθεση της αριστεράς. Όλα τα πρόσωπά της, όλες οι εκδοχές ανάγνωσης των μηνυμάτων της, αλλά και οι ποικίλες μορφές στις οποίες αυτή εφαρμόστηκε, όλα αυτά δεν αλληλοεξαρτώνται; Όλα μαζί, αν απομακρυνθούμε λίγο και δούμε τη θέση τους το ένα δίπλα στο άλλο -όπως τα πρόσωπα του Μυστικού Δείπνου, αυτά που αντιστοιχούν στα πρόσωπα του Ντα Βίντσι και τα άλλα τα εμβόλιμα του Κοινοτισμού- θα δώσουν μια τοιχογραφία που αφηγείται μια άλλη ιστορία από αυτή του βιβλίου, που μας θλίβει πολύ. Και τότε ο τίτλος του βιβλίου, Μουσείο Λαογραφίας, διαβάζεται διττά: από τη μια τα εθιμικά πράγματα του χωριού, γραφικά βέβαια μέχρι την αποκάλυψη της φοβερής αλήθειας που θα δούμε στο τέλος της ιστορίας, από την άλλη η καταγραφή προσώπων και καταστάσεων, που κάποτε έδωσαν νόημα στους λαϊκούς αγώνες και τώρα μόνο συνειρμικά κανείς τα θυμάται. Μνήμες και κατάλοιπα της ιστορίας ως μουσειακά είδη πλέον. Εκθέματα για τους πιστούς ακόμα ακολούθους.

Έχει πιστεύω σημασία ιδιαίτερη η φράση που χρησιμοποιεί ο Λέων για να μιλήσει για το χωριό αυτό:

Το Σδράλι είναι φανταστικό.

Ίσως αναφέρεται μόνο στο περιεχόμενο της λέξης όπως εξέπεσε από την αρχική της σημασία, δηλαδή υπέροχο, πέρα από κάθε πραγματικότητα όμορφο. Σε μια άλλη ανάγνωση όμως, μια που αυτό μας επιτρέπει ο συγγραφέας με το πολυσήμαντο βιβλίο του, θα μπορούσε να λέει: όλο αυτό το τοπίο απλώς δεν υπάρχει. Και τότε ξαναδιαβάζοντας την ιστορία (την πλασματική και μυθοπλαστική του βιβλίου ή την άλλη της αριστεράς) όλα μα όλα αποκτούν  διαφορετικό νόημα.

 Στην προμετωπίδα του βιβλίου ο Φύσσας θα πει:



[…]το χωριό Σδράλι δε βρίσκεται πουθενά. Όπως και η χωροθέτηση, έτσι και οι ήρωες της νουβέλας είναι φανταστικοί. Ωστόσο χώρες, πόλεις, γειτονιές, σπίτια, διαμερίσματα σαν το Σδράλι υπάρχουνε παντού.



Ας το δούμε και έτσι. Με την πιο εφιαλτική εκδοχή να εντοπίζεται στη Σδράλι – διαμέρισμα. Γιατί τότε θα αντιληφθούμε ότι το τοπίο αυτό το κουβαλάμε στον μικρόκοσμό μας. Εκεί που θαρρούμε πως όλα τα ελέγχουμε και τα διαφεντεύουμε. Και μάλιστα με απολύτως δημοκρατικές διαδικασίες.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/mouseio-laografias/)