Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017


Ο Στόουνερ

του John Williams

εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina)

σε μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου






Η απόλαυση της ανάγνωσης



Τα μάτια του Σλόουν εστίασαν και πάλι στον Γουίλιαμ Στόουνερ· είπε ξερά: «Ο κύριος Σαίξπηρ σας μιλάει από απόσταση τριακοσίων ετών, κύριε Στόουνερ· τον ακούτε;»



Πώς νιώθει ο νεαρός φοιτητής της Γεωπονικής παρακολουθώντας μέσα στα άσχετα με το αντικείμενό του μαθήματα και αυτό της Λογοτεχνίας; Και τι πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση του καθηγητή του; Τι θέλει να πει το εβδομηκοστό τρίτο σονέτο; Η ερώτηση δεν θα πάρει απάντηση, όμως μέσα στο μυαλό και την ψυχή του νεαρού Γουίλιαμ Στόουνερ ήδη έχει δρομολογηθεί η αλλαγή. Μέσα από την απόσταση των τριακοσίων ετών ο Σαίξπηρ  τον πήρε από το χέρι και του έστρεψε το βλέμμα από το χώμα, τις καλλιέργειες  και την Εδαφοχημεία στην Ποίηση και τη Λογοτεχνία. Και θα μείνει σ’ αυτά ως το τέλος της ζωής του, δάσκαλος ερωτευμένος με τη διδασκαλία.

Ο Στόουνερ του Τζων Γουίλιαμς είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Να το πούμε αυτό από την αρχή. Ίσως αυτό το κριτικό σημείωμα να έπρεπε να σταματήσει εδώ, με τη σύσταση στους βιβλιόφιλους να μη χάσουν την απόλαυση της ανάγνωσής του. Επειδή, όμως, η αγάπη και ο θαυμασμός σε ωθούν να μιλήσεις, θα συνεχίσω απαριθμώντας τους λόγους που το κάνουν τόσο να ξεχωρίζει:

Πρώτα απ’ όλα, ο συγγραφέας αγάπησε τον ήρωά του. Και ας μη θεωρηθεί αυτό κοινότοπο. Κάθε συγγραφέας έχει ιδιαίτερη σχέση με τον χαρακτήρα που μυθοπλαστικά δημιουργεί. Εδώ όμως, στην περίπτωση του Στόουνερ υπάρχει θαρρείς μια χημεία μεταξύ τους. Μιλάει γι’ αυτόν, αφηγείται την ιστορία του, και οι σκέψεις, οι κινήσεις, οι αντιδράσεις σαν να έρχονται από μια αυτοβιογραφία. Όχι, δεν είναι αυτοβιογραφικό το μυθιστόρημα αυτό, κατά δήλωση του συγγραφέα του, και ως προς αυτό δεν υπάρχει διάθεση αμφισβήτησης. Είναι όμως ένα πλούσιο βιωματικό βιβλίο, που ίσως δεν θα μπορούσε να το γράψει αν δεν είχε ζήσει από τα μέσα την πανεπιστημιακή πραγματικότητα. Και ο Στόουνερ, κι ας είναι χάρτινος,  ζωντανεύει και μιλάει μέσα από τις σελίδες σαν να είναι οικείο πρόσωπο, κι εσύ δεν αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου.

Έπειτα, είναι ο χρόνος της αφηγημένης ιστορίας. Αν και η αφήγηση κυλά σε απολύτως ευθύγραμμη πορεία, χωρίς καθόλου εντυπωσιακές παλινδρομήσεις -τόσο αγαπητές στη μυθοπλασία- παρασύρεσαι από τον ρυθμό της και αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο φυσικός τρόπος να πεις μια ιστορία ίσως είναι και ο μόνος που μιλά με απόλυτη ειλικρίνεια. Και ναι, δεν είναι αντίφαση ετούτο, είναι ένα οξύμωρο που αποδίδει ταυτόχρονα το μυθοπλαστικό με το αληθινό δείχνοντας μέσα από τη φαινομενική αντίφαση τη βαθύτερη σύνδεση μεταξύ τους. Άλλωστε, μύθος και ιστορία συνιστούν, με μοιρασμένα από κοινού τα γνωρίσματά τους, τον όρο μυθιστόρημα.


Η ιστορία αυτή αφιερώνει πολύ από τον χώρο της αφήγησής της στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους και στις διδασκαλίες, με συνεργασίες αλλά και ραδιουργίες, με συμμαχίες και με πολεμικές διαθέσεις. Όλα αυτά θα τα αντιμετωπίσει ο καθηγητής Στόουνερ, με τη θέση του να δικαιώνεται όταν, στο τέλος της ιστορίας, θα πάρει το αίμα του πίσω από αυτούς που τον έβλαψαν. Διατρέχει ταυτόχρονα η ιστορία αρκετά από τα θέματα που αφορούν τη θεωρία της Λογοτεχνίας, χωρίς όμως να γίνει δυσνόητη. Το κλειδί εδώ βρίσκεται φυσικά στην ιδιότητα του συγγραφέα, δηλαδή μια φορά δάσκαλος για πάντα δάσκαλος, όπως λένε. Ο τρόπος που χειρίζεται τις πολλές λογοτεχνικές πληροφορίες θα ήταν υπόδειγμα όχι μόνον για τους συγγραφείς αλλά και για πολλούς δασκάλους. Έχει τόσο ενδιαφέρον να παρακολουθείς τις συναισθηματικές αλλαγές του. Αρχικά ένας δάσκαλος που κάποια στιγμή κατανοεί τι είναι αυτό που θα κάνει τη διαφορά στη διδασκαλία του. Στη θέση της περιχαρακωμένης γνώσης και της απολύτως ρυθμισμένης  -μέχρι τη λεπτομέρεια- εισήγησης θα βάλει την εμπνευσμένη και από στήθους ανάπτυξη, που θα απογειώσει τη διδακτική του ικανότητα με τον απρόβλεπτα δημιουργικό της χαρακτήρα.



[…]κι εκείνος άντλησε το θάρρος για να κάνει αυτό που ποτέ δεν είχε διδαχτεί να κάνει. Την αγάπη για τη λογοτεχνία, για τη γλώσσα, για το μυστήριο του νου και της καρδιάς, το πώς αποκαλύπτονται στους ασήμαντους, αλλόκοτους και απροσδόκητους συνδυασμούς γραμμάτων και λέξεων, τα τυπωμένα γράμματα, τόσο μαύρα, τόσο ψυχρά – την αγάπη που κρατούσε κρυμμένη σαν να ήταν παράνομη ή επικίνδυνη, άρχισε πια να τη δείχνει, στην αρχή διστακτικά, μετά τολμηρά, στο τέλος υπερήφανα.



Και τα θέματα του μυθιστορήματος (γιατί φυσικά δεν πρόκειται μόνο για ένα) έρχονται το ένα μετά το άλλο, πρώτα με μια νύξη απειροελάχιστη, σαν ελαφρύς κυματισμός, και μετά στα επόμενα κεφάλαια γιγαντώνονται δίνοντας όλο τους το εύρος. Διαβάζοντας, συνηθίζεις αυτόν τον ρυθμό και δεν ξαφνιάζεσαι από τις εξελίξεις. Και αυτό που θα ήταν ίσως μειονέκτημα σε κάποιο άλλο βιβλίο, να πώς εδώ είναι ένα από τα στοιχεία που σε κρατούν μέσα στην αφήγηση δεμένο.  

Οι σχέσεις των ανθρώπων, έτσι όπως δίνονται από τον συγγραφέα, είναι από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου. Η σχέση του νεαρού Στόουνερ με τους γονείς του και η απόφασή του να διαψεύσει το όνειρο του πατέρα του. Η σχέση του με τους δύο φίλους του, η διαφορετική τοποθέτησή τους σε απλά καθημερινά θέματα αλλά και σε θεμελιακές επιλογές ζωής. Οι δύο φίλοι θα καταταγούν και θα πολεμήσουν στο μέτωπο (έχει ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος), ο ίδιος θα παραμείνει στο πανεπιστήμιο. Η ερωτική σχέση με την Ίντιθ, θα γίνει σχέση ζωής χωρίς όμως να του προσφέρει καμιά στιγμή χαράς, θα φτιάξουν μαζί μια οικογένεια που αδυνατεί να συγχρονιστεί. Η αγάπη του για την κόρη του, ένα διαρκές πεδίο αντιπαράθεσης με τη γυναίκα του. Και μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση του ανικανοποίητου θα προκύψει και ο μεγάλος έρωτας, καταδικασμένος όμως σε ένα πρόωρο τέλος. Στη θέση μιας άνευρης συναισθηματικής (ακόμα και σεξουαλικής) σχέσης θα εισβάλει στη ζωή του η χυμώδης σαρκική αλλά και νοητική πληρότητα. Ναι, στη ζωή του Στόουνερ διαβάζουμε και στιγμές ευτυχίας.



Ο Στόουνερ ένιωσε να τρέμει· με εφηβική αδεξιότητα έκανε το γύρο του τραπεζιού και κάθισε δίπλα της. Άχαρα, αβέβαια, τα χέρια του ενός απλώθηκαν προς τον άλλον· αγκαλιάστηκαν σφιχτά, ένα αγκάλιασμα άγαρμπο, όλο υπερένταση· και για πολλή ώρα κάθισαν έτσι, χωρίς να σαλεύουν, λες και η οποιαδήποτε κίνηση μπορεί να άφηνε να τους ξεφύγει αυτό το παράξενο και τρομερό πράγμα που κρατούσαν ανάμεσά τους σφιχτά, μαζί.




Το θέμα του χρόνου, που φάνηκε στην αρχή του βιβλίου να μεταφέρεται μέσα από το σονέτο του Σαίξπηρ, θα επανέλθει στην αληθινή ζωή μέσα από τη φυσική φθορά. Τότε ο Στόουνερ θα νιώσει τι θέλει να πει το εβδομηκοστό τρίτο σονέτο:

 […]Μιας τέτοιας μέρας δειλινό επάνω μου κοιτάζεις·

Χάνεται μόλις δύσει του ήλιου η στερνή αχτίδα.



Θα αντιληφθεί πώς φθίνει και φθείρεται το σώμα του, η εικόνα του στον καθρέφτη του θα του είναι ξένη. Κι εδώ θα πει ο Τζων Γουίλιαμς την αλήθεια που πλανάται από την αρχή σχεδόν του μυθιστορήματος. Την ωριμότητα και την αναπόφευκτη πορεία προς το τέλος ο Γουίλιαμ Στόουνερ, επίκουρος καθηγητής της Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι, τη συνυφαίνει απολύτως με τη διδασκαλία του. Γερνάει, άρα αυτό έχει σημασία μόνο γιατί:

[…]τότε συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι του έμεναν το πολύ-πολύ άλλα τέσσερα χρόνια διδασκαλίας. Επιχείρησε να δει πέρα απ’ αυτά τα χρόνια· δεν έβλεπε τίποτα ούτε είχε τη διάθεση να δει.



Έτσι σιγά σιγά θα οδηγηθεί στο φυσικό του τέλος ως δάσκαλος και ως άνθρωπος, με αυτά τα δύο τόσο πολύ δεμένα μεταξύ τους. Σε όλη του τη ζωή κράτησε χαμηλούς τόνους και προσπάθησε να συγκεράσει μια δύσκολη προσωπική ζωή με μια συχνά δύσκολη πανεπιστημιακή καριέρα. Κάποτε τα κατάφερε, κάποτε όχι. Πάντα, όμως, έκανε αυτό που πάνω απ’ όλα επιθυμούσε. Ακόμα και στην τελευταία στιγμή της παρουσίας του στη θνητή ζωή θα κρατά στο χέρι αυτό που περισσότερο αγάπησε:

Κι έτσι όπως το φως διάβαινε από το παράθυρο, έπεσε πάνω στη σελίδα κι εκείνος δεν έβλεπε πια τι ήταν γραμμένο εκεί.



Νομίζω ότι οι αναγνώστες που αγαπούν το διάβασμα (και μη θεωρηθεί αυτή η φράση πλεοναστική, καθώς αυτά τα δύο δεν συμπίπτουν πάντα) δεν θα έπρεπε να χάσουν την αισθητική και νοητική απόλαυση που μας δίνει ο Στόουνερ. Και οι αναγνώστες που αγαπούν τα βιβλία (και ως υλική υπόσταση) θα αισθανθούν για μια ακόμα φορά την ποιότητα της έκδοσης. Μάλλον δεν θα βαρεθούμε ποτέ να μιλάμε για τη σειρά Aldina (το όνομά της από τον Άλδο Μανούτιο), των εκδόσεων Gutenberg. Η μετάφραση, η εισαγωγή, το επίμετρο, οι υποσημειώσεις. Όλα αυτά αφορούν το περιεχόμενο. Αλλά και τα εικαστικά εξώφυλλα (στο συγκεκριμένο ένας πίνακας του Ρόρρη), τα στολίδια του βιβλίου απηχούν την εμπνευσμένη πρωτοβουλία του εκλιπόντος Δημήτρη Αρμάου και τη φροντίδα της συντρόφου του, Ζωής Μπέλλα – Αρμάου. Όλα αυτά σημαντικά, γιατί ένα βιβλίο γίνεται σπουδαίο όχι μόνον με το περιεχόμενό του αλλά και με την αισθητική αντίληψη της έκδοσης.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stoner/)