Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017


μια ποιητική εναλλαγή προσώπων



σχολιάζοντας τρία ποιήματα

της Χρυσάνθης Ιακώβου

από τη συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι»

εκδόσεις βακχικόν






διαιρεμένοι εαυτοί



τεθλασμένοι εαυτοί

στα μισάνοιχτα παράθυρα,

διαιρεμένοι εαυτοί

στα τρία, στα εννιά, στα εικοσιπέντε,

ποιον να διαλέξεις,

ο αέρας που μπαίνει

και ο θόρυβος των αυτοκινήτων

τόσο επιτηδευμένος, τόσο φιλάρεσκος,

στα είκοσι, στα εικοσιεννιά, στα τριανταδύο,

τόσες ζωές,

ποια να διαλέξεις,

τόσες εκδοχές,

τόσες θολές

αντανακλώμενες

ακαθόριστες λύσεις.



Το πρόσωπο που επιλέγει εδώ το ποιητικό υποκείμενο είναι το δεύτερο ενικό, το εσύ, που αποτελεί μια άλλη όψη του εαυτού, μια μικρή υπεκφυγή και μια ελάχιστη συγκάλυψη του εγώ. Ίσως μόνον έτσι μπορεί να αναμετρηθεί με τις διαδρομές των χρόνων, αισθητοποιώντας ποιητικά μια αποστασιοποίηση. Με την πλήρη συνείδηση ωστόσο πως αυτές οι αντανακλώμενες ακαθόριστες λύσεις, όσο θολές κι αν φαίνονται, ρίχνουν το φως τους πάνω του. Πώς να ξεφύγεις από το φορτίο που μέσα σου φέρεις;




σκιές



στο σπίτι αυτό

δε μένει πια κανείς

και τα υπόκωφα βήματα

και οι ψίθυροι

και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα

και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά

δεν είναι παρά αναμνήσεις

δεν είναι παρά σκιές

δεν είναι παρά

αντανακλώμενες προβολές

μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.



Στο σπίτι αυτό το έρημο, μα στοιχειωμένο από ήχους γνώριμους παλαιούς, κυριαρχεί μια τριτοπρόσωπη αντανάκλαση από προβολές μιας θλιμμένης ευτυχίας. Το ποιητικό υποκείμενο προτίμησε εδώ να πάρει τη θέση του θεώμενου προσώπου σε μια μεγαλύτερη και σαφέστερη αποστασιοποίηση, η οποία όμως ξανά ρίχνει το φως της πάνω του σαν μια μνήμη οπτική και ηχητική, εσωτερική σε κάθε περίπτωση.




πόλεις σφραγιστές



και η πόλη μοναχή

με τα γκρίζα στενά της,

τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,

τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,

χαμένη στο ημίφως

που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,

υπάρχει και δεν υπάρχει

στον πελώριο χάρτη του κόσμου,

κι οι κάτοικοί της

υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,

αφουγκραστήκαμε κάποτε

τον αχό της ιστορίας,

ανυψωθήκαμε

ίσα με τις ταράτσες

τις σημαίες

τους λόφους

να φυσήξει και για εμάς

λίγος αέρας.



Το εμείς εδώ καταλληλότερο προκειμένου να ενταχθεί το εγώ και το εσύ αλλά κι εκείνο το απρόσωπο τάχα αυτό πιο ομαλά στο πλαίσιο μιας πόλης που φθίνει και σβήνει απειλώντας να παρασύρει μαζί της όλα τα πρόσωπα -πραγματικά και ποιητικά- στη φθορά. Εκείνα όμως, σε μια σύμπλευση απρόσμενη ανυψώνονται στο προσιτό ύψος που συναντώνται με λίγο αέρα. Μια νότα αισιοδοξίας, ίσως, σε μια ποίηση που λιτά και απλά δηλώνει την αναζήτηση του εαυτού μέσα από εικόνες  αυτοαναιρούμενες. Ψάχνει το στέρεο έδαφος, τον ίσιο δρόμο αλλά αυτός τρέμει καταργώντας την ευστάθεια και καθιστώντας την όποια ισορροπία επισφαλή. Μια ποίηση που ακροβατεί ανάμεσα στη ματαίωση και στην αναζήτηση. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.

 σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου
(οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι της ποιήτριας)

Η Χρυσάνθη Ιακώβου έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή Αχ - έρων από τις εκδόσεις Βακχικόν. Έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματά της σε συλλογικές εκδόσεις. Οι Τεθλασμένοι χρόνοι είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.