Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Το γιασεμί

(του Τάσου Σ. Μάντζιου)




Είναι κάτι μικρά, στη μνήμη, ερμάρια.
Κείτονται, στην ασάφεια του λυκόφωτος.
Σχοινοβατούν, εγγύς της λήθης.
Εντός τους,
όλα τα υστερήσαντα.
Τα ημιτελή
και τ’ ατελέσφορα.
Οκνές, εντός τους, διεκδικήσεις
κι επιδιώξεις ράθυμες.
Αλληλουχίες δυσμενείς,
αργοπορίες και δισταγμοί
κι αμέλειες
κι ολιγωρίες.
Άτεκνες προσδοκίες.
Ατυχείς επωάσεις.
Ματαιώσεις επίορκες.
Ριψάσπιδες έρωτες!
Κάποτε,
απρόσμενα, εγείρονται.
Ψελλίζουν τη μομφή τους.
Εκκρίνουν το στυφό τους ρίγος.
Ρέουν το άλγος τους.
Μακρόσυρτο, το μελαγχολικό τους κόλουρο.

Είχα στον φράχτη, σκαρφαλώσει,
να κόψω ένα γιασεμί,
συνεσταλμένη, του έρωτά μου, έκφραση.
Της το ’δωσα...
Ήταν, ένα μικρούλι γιασεμί...
Δεν μπόρεσε!


Τάσος Σ. Μάντζιος

(φωτογραφία: Διώνη Δημητριάδου)