Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Στο λογοτεχνικό blog "Με ανοιχτά βιβλία" 
τρία αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της Ρένας Πετροπούλου - Κουντούρη 
"Στο δρόμο με τις πικροδάφνες"








Νοέμβριος  1940
 Ηράκλειο

Όταν γύρισα στο σπίτι μετά την κλινική,  βρήκα τρεις γυναίκες καθισμένες στο σαλόνι. Ο πόλεμος ήταν το μέγα επίκαιρο. Ήτανε ώρα για τις ειδήσεις, το ραδιόφωνο ήταν ανοιχτό. Δάκρυσα ακούγοντας το ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου: "Ημέτεραι δυνάμεις προωθούμεναι εντός του εχθρικού εδάφους κατέλαβον δια λόγχης ύψωμα δεσπόζον της Κορυτσάς."

Καμιά τους δεν είχε καταλάβει την άφιξή μου. Η Γαρουφαλλιά  έπλεκε ως συνήθως με σχολαστικότητα -οι βελόνες του πλεξίματος πηγαινοερχόταν ρυθμικά σαν κροτάλισμα τανκ- όταν πήγα πίσω της νυχοπατώντας,  για να της κάνω έκπληξη,  τέλειωνε μια γκρίζα, μάλλινη κάλτσα. Η Λιλή διάβαζε με προσήλωση την πρωινή εφημερίδα, βυθισμένη εξ ολοκλήρου στα νέα της ημέρας, όσο για την γειτόνισσα μας, την Καλλίτσα, αμίλητη και σοβαρή έκοβε με προσοχή ένα ρετάλι μάλλινο ύφασμα για να ράψει μια φούστα. Κι οι τρεις τους  ξαφνιάστηκαν μόλις με είδαν, έπεσαν πάνω μου μ’ αλαλαγμούς χαράς. Μα πιο πολύ ευχαριστήθηκαν σαν είδαν ποιον αναπάντεχο μουσαφίρη τους είχα φέρει.

Ένα μελαχρινό στρατιωτάκι με δίκοχο -τι στρατιωτάκι, λέω, δυο μέτρα άντρας ήταν- πρόβαλε δειλά μ’ ένα σακίδιο στον ώμο. Είχε το δεξί του χέρι μπανταρισμένο και κρεμασμένο απ’ το λαιμό μ’ έναν χοντρό επίδεσμο. Οι γυναίκες τινάχτηκαν όλες απ’ τις καρέκλες τους, βάζοντας τις φωνές στη θέα του Μενέλαου από την Τύλισσο.  Ο στρατιώτης σάστισε. Δεν περίμενε τέτοια υποδοχή. Η Λιλή ρίχτηκε πρώτη πάνω του. Κρεμάστηκε στο λαιμό του. Παιδί μου, αγόρι μου, καλωσόρισες. Τι έπαθες; Ο λόγος για το ξέφρενο πανηγύρι της επιστροφής του στρατιώτη ήταν ότι  ο Μενέλαος υπηρετούσε στην ίδια μονάδα, μαζί με το Λευτέρη μας.

 Είχε κατέβει από το μέτωπο με αναρρωτική άδεια, το δεξί του χέρι ήταν σπασμένο στον καρπό, του το ’χαν επιδέσει πρόχειρα στο οχυρό, με δυο σανίδες και μια μπάλα άχυρο. Οι ανώτεροί του μόλις είδαν ότι χειροτέρευε, αποφάσισαν να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο στην Φλώρινα. Οι γιατροί όμως δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα εκεί,  το σπάσιμο ήταν άσχημο, το χέρι είχε πρηστεί πολύ, ο τραυματίας μούγκριζε απ’ τους πόνους. Αποφάσισαν λοιπόν να τον στείλουν στη Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς εκεί όλα πήγαν καλά, το πρόβλημα είχε αντιμετωπιστεί κατάλληλα και τώρα ο Μενέλαος είχε κατέβει στην Κρήτη με αναρρωτική.

Από την ανυπομονησία τυλιχτήκαμε  γύρω του, σαν πολύχρωμο κουβάρι, ζαλίζοντας τον μ’ ένα σωρό ερωτήσεις. Αυτός απ’ τη συγκίνηση έπνιγε με μισόγελα τις απαντήσεις. Οι γυναίκες δεν ήξεραν τι να τον πρωτοκεράσουν. Ρακί, γλυκό μελιτζανάκι, αφράτες αλευρόπιτες… Το τυρί, όπως κι ένα σωρό βασικά τρόφιμα, είχε αρχίσει να σπανίζει. Ο Μενέλαος μπουκωμένος συνέχισε να απαντά στον καταιγισμό των ερωτήσεων. Όλοι μας θέλαμε να μάθουμε τα νέα από το μέτωπο, και κυρίως απ’ την πρώτη γραμμή. Μόλις φτάσαμε στο θέμα του Λευτέρη, ο Μενέλαος πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένος. Άνοιξε το σακίδιό του κι έδωσε στη Λιλή ένα φάκελο. Ήταν ένα γράμμα απ’ τον Λευτέρη μας. Ένα πολυπόθητο γράμμα,  που τόσον καιρό περιμέναμε. Μας ζήτησε συγνώμη, γεμάτος ταραχή. Γι’ αυτό τον λόγο είχε έρθει να μας βρει και με τις διαχύσεις μας, κόντεψε να το ξεχάσει. Είχανε συναντηθεί με το γιο μας λίγες ώρες πριν εκείνος φύγει για τη Φλώρινα. Ο Λευτέρης ήταν μια χαρά.

Από την υπερβολική συγκίνηση τα δάχτυλα της Λιλής τρέμανε, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν σκληρύνει. Μου ’δωσε τον φάκελο πίσω για να τον ανοίξω.  Τον έσκισα προσεκτικά μ’ ένα χαρτοκόπτη, έβγαλα το δελτάριο από μέσα και της το έδωσα. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Δεν έβλεπε τα γράμματα. Μου το ’δωσε ξανά πίσω για να το διαβάσω εγώ. Δεν έμεινε ν’ ακούσει τι έγραφε το παιδί. Αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, κι έμεινε εκεί μες στο σκοτάδι, κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. Δεν έκανα τίποτα. Την άφησα να ηρεμήσει.

Όταν ξαναβγήκε, ήταν καλύτερα. Είχε συνέλθει. Το χρώμα είχε επιστρέψει στα μάγουλά της, όταν στράφηκε προς την μεριά του επισκέπτη μας και τον κουνούσε για να σηκωθεί. Έλα παιδί μου, μπάνιο τώρα, ζεστό φαΐ και ύπνο. Πρέπει να ξεκουραστείς, να πάρεις δυνάμεις.
Όταν ξαπλώσαμε μετά το φαγητό, για να πάρουμε το μεσημεριανό μας υπνάκο, διαβάσαμε μαζί το γράμμα του γιου μας.

Αγαπητέ πατέρα, σεβαστή και πολυαγαπημένη μου μητέρα,

 Σας γράφω από ένα άθλιο χωριό, εδώ πάνω στην Αλβανία. Σήμερα βρέθηκα μόλις ένα βήμα πριν από το θάνατο. Μια σφαίρα πέρασε ξυστά από το μάγουλό μου και πέτυχε κατακούτελα τον στρατιώτη πίσω μου. Ο πανικός με παρέλυσε για μια στιγμή, έμεινα μετέωρος στην γοητεία του ίδιου μου του τρόμου κι ύστερα λες κι ένα χάσμα κυρίεψε τη συνείδησή μου, άρχισα να πυροβολώ φρενιασμένα δεξιά αριστερά, χωρίς να στοχεύω, να σημαδεύω, δίχως καν να κοιτάζω πού ή ποιον πυροβολούσα. Φώναζα, βλαστημούσα, ανίκανος να συγκρατηθώ, να λογικευτώ, γύρω μου σφύριζαν οι σφαίρες, φούντωναν φωτιές κι ο κόσμος όλος τιναζόταν σε χίλια κομμάτια με κατακλυσμιαίο πάταγο. Με τύλιξε η ζέστη, ο καπνός, δεν θυμάμαι πόση ώρα κράτησε όλο αυτό, ούτε γιατί το έκανα, ήταν ίσως ένα ξέσπασμα, τα νεύρα όλων μας εδώ πάνω, κρατιούνται από μια κλωστή. Θυμάμαι μόνο το θαύμα που ήμουν ζωντανός, την έκλυση της αδρεναλίνης και τον πόνο σ’ όλο μου το κορμί, που έκανε λιώμα τα κόκαλά μου, βυθίζοντας με τελικά σ’ ένα μαύρο κενό.
Ο διμοιρίτης μου πάντως και οι άλλοι αξιωματικοί, μου φέρονται σα να είμαι υπαξιωματικός. Δεν έχω παράπονο. Δεν θέλω να σας τρομάξω, σε γενικές γραμμές είμαι καλά, το αυτό επιθυμώ και δι' εσάς. Μου λείπετε πολύ κι εσείς και το νησί μας, μα να κάνετε υπομονή. 
Υπερασπιζόμαστε μέχρις εσχάτων την Πατρίδα. Κανείς εχθρός δεν θα την υποτάξει, όλοι μας άλλωστε εδώ πάνω γι’ αυτό πολεμούμε. Δεν είναι εύκολο να σας γράφω, θα προσπαθήσω όμως να σας ενημερώνω όσο πιο συχνά μου επιτρέπεται.
Γράψτε μου σας παρακαλώ τα νέα σας. Οι επιστολές σας μου είναι πολύτιμες. Τον τομέα μου τον γνωρίζετε.

Σας ασπάζομαι θερμά,
ο υιός  σας
Λευτέρης.

Υ.Σ. Σας στέλνω τούτο το γράμμα με τον Μενέλαο. Σίγουρα θα φτάσει πιο γρήγορα, απ’ ό,τι με το ταχυδρομείο. Μητέρα, θα γυρίσω. Να το θυμάσαι . Κάνω ό,τι μπορώ για να εκπληρώσω την υπόσχεση που σου ’δωσα.






15 Φεβρουαρίου  1941
 Αλβανικό μέτωπο - Διάβαση Μετσγκόρανι

Λευτέρης

Γνωρίζω τη βία, είναι ένα ξετρελαμένο θηρίο. Δεν μπορείς να το λογικέψεις, πρέπει να προσπαθήσεις να το ξεγελάσεις. Ζηλεύω τους πιλότους, εκεί πάνω χάνεσαι πιο εύκολα, σχεδόν δεν το καταλαβαίνεις, πέφτεις σαν πέτρα ή τινάζεσαι σ’ ένα εκατομμύριο κομμάτια στον αέρα, δίχως να προλάβεις καν να προσευχηθείς. Πριν δυο μέρες η Μεραρχία Κρητών στην οποία υπηρετώ ανανέωσε τις επιθετικές ενέργειες. Επιτεθήκαμε βορειοδυτικά του όρους Τρεμπεσίνα και για άλλη μια φορά απωθήσαμε τους Ιταλούς. Σήμερα καταλάβαμε τη διάβαση Μετσγκόρανι και το όρος Σεντέλι. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να διακόψουμε ξανά, λόγω των πυκνών χιονοπτώσεων.

Είμαστε δεμένοι εδώ, ένα σώμα, μια ψυχή, οι σύντροφοί μου είναι φίλοι μου, αδελφοί μου, όλοι ενωμένοι είμαστε στην ίδια απελπισμένη αδελφότητα. Εδώ όλα είναι ή άσπρα ή μαύρα, δεν έχει μισά χρώματα. Ή σκοτώνεις ή πεθαίνεις. Είμαστε όλοι υποψήφιοι για ήρωες, πρέπει να αποδεικνύουμε καθημερινά πως είμαστε άντρες, πολεμιστές, αντιστεκόμαστε, αντέχουμε τον πόνο και την έλλειψη ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης. Ποτέ δεν παραπονιόμαστε, σκοτώνουμε μόνο αδιάκοπα, σφίγγουμε τα δόντια και δεν σκεφτόμαστε. Μην επαληθεύεις, υπάκουσε, γι’ αυτό μας εκπαίδευσαν με κλωτσιές, προσβολές και ταπεινώσεις. Σ’ αυτό το τραγικό θέατρο της βίας είμαστε απλά μηχανές εξόντωσης στην υπηρεσία της Πατρίδας.

Χθες μας ανατέθηκε μια δύσκολη αποστολή, ο αξιωματικός επικεφαλής της διμοιρίας ήταν καινούριος, κάποια στιγμή βρεθήκαμε κυκλωμένοι. Άρχισε το πυρ, έπεσαν τραυματισμένοι πέντε στρατιώτες μας εν ριπή οφθαλμού, ο αξιωματικός λιποψύχησε, διέταξε υποχώρηση, δίχως να πάρουμε τους πληγωμένους. Κοίτα τι κερατάς, τι ηλίθιος Θεέ μου, πώς θα τους αφήναμε εκεί, φαντάστηκα να ήμουν εγώ στη θέση τους πληγωμένος, κι ενώ θα μπορούσα να σωθώ,  να μ’ άφηναν εκεί οι σύντροφοί μου αβοήθητο, επειδή ένας βλάκας δεν είχε τα κότσια να πολεμήσει. Προσπάθησα να του εξηγήσω αλλά αυτός τίποτα.

Σαν υστερικός, έβγαλε το πιστόλι του και μας απείλησε, φώναζε κουνούσε τα χέρια του. Είχε τρελαθεί. Από φόβο.  Δεν περιμέναμε να ηρεμήσει, δεν είχαμε καιρό, ο Σωτήρης Δαλάσκας σήκωσε το όπλο και του ’ριξε εξ επαφής. Ο αξιωματικός -ένα παιδαρέλι σχεδόν αμούστακο που μας έκανε τον καμπόσο- έπεσε χωρίς να το καταλάβει. Οι υπόλοιποι παγώσαμε, δεν το περιμέναμε, μέσα μας όμως το κατευχαριστηθήκαμε.

Πολεμήσαμε υποχωρώντας, κουβαλώντας στους ώμους τους δικούς μας, όπως είναι σωστό να γίνεται. Τους σώσαμε όλους,  εκτός από έναν που δεν είχε γυρισμό. Καημένο παλικάρι, ο Κίτσος ήταν,  ο Ηπειρώτης, νιόπαντρος ο δύσμοιρος, ακόμα θυμάμαι τη φωτογραφία του γάμου του που μας την έδειχνε τις ώρες του συσσιτίου, ήταν περήφανος και πολύ ερωτευμένος με την γυναίκα του, η Κατερίνα, η καρδερίνα μου την αποκαλούσε, κάθε φορά. Πριν να φυλάξει τη φωτογραφία στην εσωτερική τσέπη της χλαίνης του, την φίλαγε τουλάχιστον δέκα φορές. Εικόνισμα, την είχε. Αμαρτία τέτοια αγάπη να κόβεται στα δυο… Μη μ’ αφήνετε ζωντανό εδώ πάνω, παρακαλούσε  μουγκρίζοντας απ’ τους πόνους πνιγμένος στο αίμα του. Το ένα του πόδι είχε ξεριζωθεί από το ισχίο. Πέστε… συγγνώμη  στη …γυ… ναίκα μου, δεν ή… θελα… προσπαθούσε να μιλήσει, μα ξερνούσε συνεχώς αίμα, Θεέ μου πώς έσφιγγε τη φωτογραφία καταματωμένη, η Κατερίνα, η καρδερίνα του, φορούσε τώρα κόκκινο νυφικό. Δεν περίμενα να τελειώσει, δεν το άντεχα, αναγκάστηκα να του ρίξω μια στον κρόταφο, ο Θεός να με συγχωρέσει,…  καταραμένος, ηλίθιος αυτός ο πόλεμος.




Γιατρός

Άξιζαν όλα αυτά που πέρασα για να γίνω γιατρός. Οι λευκές νύχτες, το παθιασμένο διάβασμα στην Αθήνα και το Παρίσι, οι μήνες που έτρωγα ξερό ψωμί, δυο τρία, άθλια συνήθως, φρούτα και τη σούπα του συσσιτίου για τους φτωχούς, η αγωνία των πρώτων αρρώστων, η βοήθεια στους χολερικούς κι ο κίνδυνος που συνόδευε την εκάστοτε εξέτασή τους, το νοσοκομείο για παιδιά στη Λυών, οι φυματικοί αργότερα, τα κρυοπαγήματα πολύ πρόσφατα των γενναίων στρατιωτών μας στη γειτονική Αλβανία…
Ακούραστος, αδάμαστος, με στόχο κι όραμα. Πάντα μ’ ένα νυστέρι στο χέρι και την καρδιά μου ποτισμένη με άφατη συμπόνια για τον ανθρώπινο πόνο.

Θυμάμαι ξαφνικά την πέργκολα στον κήπο μας, το άρωμα από τις αναρριχώμενες τριανταφυλλιές τον Μάη, τις Άγιες μέρες του Πάσχα στην πατρίδα έπειτα από τόσα χρόνια ξενιτιάς. Ήμουν στα δεκαεφτά σαν έφυγα απ’ τον τόπο μου. Κουβάλαγα μόνο ένα μικρό βαλιτσάκι με τα απολύτως απαραίτητα και την ευχή της μάνας μου.
Άλλη εικόνα , άλλο πλάνο έρχεται να διεκδικήσει την προσοχή των ματιών του νου μου. Οι φωνές αντηχούν τρομαγμένες, βαριές στον μεγάλο μας κήπο. Το μαγεμένο, ανοιξιάτικο σούρουπο καθυστερεί όλο και περισσότερο να παραδώσει το πνεύμα στο αδηφάγο σκοτάδι. Πάλι μυρίζω τριαντάφυλλα. Το βαρύ μεθυστικό τους άρωμα ποτίζει τα πάντα γύρω, μέχρι τα κρινένια ακροδάχτυλα της γυναίκας μου. Κάτω απ’ την πέργκολα η Λιλή παραγγέλνει  στη Γαρουφαλλιά να σερβίρει το δείπνο.

Στριφογυρίζει σκυθρωπή, ο Λευτέρης την κοιτά ακουμπισμένος στην πόρτα. Λεία και στιλπνά τα σκούρα μαλλιά του, τα έχει χτενισμένα προς τα πίσω, χωρίς να ξεφεύγει ούτε τρίχα. Τα μάτια του, δυο φωτεινοί, γαλαζοπράσινοι, γυάλινοι βόλοι, οι γυριστές, πυκνές του βλεφαρίδες αγγίζουν σχεδόν τα φρύδια. Η επιδερμίδα του προσώπου του, είναι τόσο λεία και χλομή, σαν της μητέρας του. Στη σκέψη και μόνο να την αγγίξεις, σου ’ρχεται στο μυαλό η αίσθηση του κρύου. Άψογο και το φρεσκοσιδερωμένο λευκό του πουκάμισο. Η Λιλή κοιτά πικραμένη το αγόρι το λατρεμένο, το μοναχοπαίδι μας. Μ’ όλη της την καρδιά θα ήθελε να μην έχει συμβεί τίποτα. Μισεί τον πόλεμο, σιχαίνεται τον ενθουσιασμό του μοναχογιού μας, που είναι μόνο είκοσι χρονών και θέλει να φύγει για το μέτωπο. Εκείνον πάλι δεν τον πτοεί τίποτα. Ούτε τα δάκρυα και τα παρακάλια της μάνας του, ούτε οι ψόφιες μου κουβέντες μπροστά της, δήθεν για να τον πείσω να μείνει.

Είμαι τόσο περήφανος γι' αυτόν. Ο γιος μου είναι παλικάρι. Το λέει η ψυχή του.  Άλλωστε έχει καθήκον να πολεμήσει για την πατρίδα. Όλοι μας έχουμε. Κι ο καθένας μας πολεμάει με τον τρόπο του. Ο γιος μου με το όπλο, η Γαρουφαλλιά με τις βελόνες του πλεξίματος - πλέκει κάλτσες για τους στρατιώτες- η αδερφή μου η Έλλη, με την στολή του Ερυθρού Σταυρού -μόλις ξέσπασε ο πόλεμος έγινε νοσοκόμα- η Άννα, ο Στράτος,  οι αντάρτες με την ψυχή και το σώμα τους, εγώ με το νυστέρι… Η Γαρουφαλλιά έχει έναν αδελφό που πολεμάει στην Αλβανία. Καταλαβαίνει την αγωνία της κυράς της. Καταλαβαίνει τόσο καλά, που η καρδιά της κοντεύει να σπάσει. Για να μην κλάψει, δαγκώνει τα χείλη της και φεύγει τρέχοντας δήθεν για να πλύνει τα πιάτα.

Ο Λευτέρης μας έφυγε για το μέτωπο. Από τότε σπάνια έχουμε γράμμα του. Η γυναίκα μου από εκείνη τη μέρα έχει μαραζώσει. Αρνείται να δεχτεί ότι ο γιος της είναι ένας ακόμα απ’ τους χιλιάδες στρατιώτες που καλούνται να πολεμήσουν για την πατρίδα τους. Το έχουμε συζητήσει άπειρες φορές. Δεν θέλει να το καταλάβει. Η Λιλή ζει σ’ ένα δικό της σύμπαν, όπου όλα είναι βυθισμένα σε νωχέλεια, περιστρέφονται συνεχώς σ’ ένα  ονειρικό κόσμο,  εντελώς έξω απ’ την ζοφερή πραγματικότητα. Προσπαθώ να την ξυπνήσω, να την κάνω να συνέλθει από τον λήθαργο. Γιατί ο πόλεμος μόλις πριν λίγους μήνες άρχισε. Και φαίνεται πως θα βαστήξει πολύ.

Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη, "Στο δρόμο με τις πικροδάφνες", Εμπειρία Εκδοτική

 «Ο δρόμος με τις πικροδάφνες» της Ρένας Πετροπούλου – Κουντούρη είναι ένα μυθιστόρημα που πατάει γερά την πλοκή του πάνω στην ιστορία του τόπου από το 1930 ως το 1944, αποτελώντας ταυτόχρονα τη μοναδική ως τώρα μυθιστορηματική αφήγηση της μάχης της Κρήτης. Είναι γνώρισμα της ικανότητας ενός συγγραφέα, το να καταφέρνει να πλέκει τόσο αρμονικά τη μυθοπλασία με την αλήθεια των γεγονότων. Και εδώ έχουμε μια γερή πένα που επιχειρεί σ’ αυτό το μυθιστόρημα την πρωτοπρόσωπη αφήγηση με την εναλλαγή των προσώπων, που διαδέχονται το ένα το άλλο, προκειμένου να μας δώσει τη δική του οπτική το καθένα, στοχεύοντας έτσι την αληθοφάνεια της ιστορίας. Αυτή η τεχνική της αφήγησης μαζί με την ικανότητα να ψυχογραφεί τους χαρακτήρες της ως τα όρια που επιτρέπει η λογοτεχνία, καθιστούν τη Ρένα Πετροπούλου – Κουντούρη μια συγγραφέα που δικαίως ξεχωρίζει ανάμεσα σε όσους προτιμούν τη μεγάλη αφήγηση, δηλαδή το μυθιστόρημα. Το συγκεκριμένο βιβλίο (μετά από οκτώ χιλιάδες αντίτυπα που εκδόθηκαν) είναι πια εξαντλημένο. Ευχής έργο θα ήταν να φθάσει σε μια επανέκδοση. 
(για το σχόλιο: Διώνη Δημητριάδου)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου