Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Τα τρελά νερά και η λογοτεχνία

«Το μεγάλο φινάλε»

του Σταμάτη Γκαβέτα

από τις εκδόσεις manifesto



Η μελωδία των ουρανών, η μελωδία των θαλασσών τρυπούν τ’ αυτιά των αλαφροΐσκιωτων. Έξι ώρες ο ουρανός, έξι ώρες η θάλασσα μετρονόμοι για χιλιάδες χρόνια χωρίς να χάσουν το ρυθμό ποτέ. Πάντα ακούραστοι πάντα συνεπείς και πιστοί, πότε θυμωμένοι πότε ήρεμοι κι ερωτευμένοι. Νότες περίεργες τρελές τηρούν σιγή ιχθύος στην ενορχήστρωση που έπλασε ο Κύριος. Ψαράδες κλέβουν λίγο από τη χάρη της μελωδίας και σκαρώνουν τραγούδια θεϊκά, που θα ακούγονται όσο τα νερά είναι τρελά. Η μπάντα του Ευρίπου θα ζει αιώνια.

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα γύρω από τα λογοτεχνικά πράγματα είναι πάντα το θεμιτό ή όχι της ένταξης ενός δημιουργού σε μια σχολή. Οπωσδήποτε βοηθητικό στοιχείο, εφόσον μιλάμε για την κριτική της λογοτεχνίας, ακριβώς γιατί διευκολύνει την εξέταση των συγγραφέων μέσα από τα ομοειδή χαρακτηριστικά που ανιχνεύονται στο έργο τους. Αν φυσικά το δούμε κάτω από την οπτική της αυτόνομης και ελεύθερης έκφρασης, τότε καταρρέει η οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αδυνατώντας να υπηρετήσει πιστά τη θέσπιση κανόνων και την αυστηρή οριοθέτηση της δημιουργίας.
Κάνω αυτές τις σκέψεις διαβάζοντας τη συλλογή κειμένων (διηγημάτων;) του Σταμάτη Γκαβέτα, ενός νέου στο λογοτεχνικό τοπίο, με μια ενδιαφέρουσα γραφή. Μια πρώτη ιδέα, την οποία φυσικά υποδαύλισε και η θέση η δηλωμένη στο οπισθόφυλλο (με επίκεντρό του την πόλη της ενηλικίωσης, που άλλοτε μοιάζει λάβαρο ζωής κι άλλοτε κάλπικη λίρα, ο συγγραφέας βαδίζει στα χνάρια του συντοπίτη του Γιάννη Σκαρίμπα), ήταν να δω την άμεση και εμφανή συγγένεια που έχει με τον εμβληματικό λογοτέχνη της Χαλκίδας. Χρησιμοποιεί και αυτός με έναν τρόπο αναρχικό τη γλώσσα, αναιρεί όσα γνωρίζουμε για τη δομή αλλά και τις τεχνικές της αφήγησης, ανατρέποντας συχνά και την ίδια του την τεχνική από κείμενο σε κείμενο. Αν, βέβαια, σ’ αυτά προσθέσουμε και τον ιδιαίτερο τρόπο που έχει για να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα (πότε σαν μια εικόνα ρεαλιστική και πότε μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη που αιφνιδίως μεταποιεί τις μορφές) τότε όλο και περισσότερο πλησιάζουμε στην τοποθέτησή του στους όψιμους υπερρεαλιστές της γραφής. Θεωρούμε τον Σκαρίμπα ένα λογοτέχνη που ξεπέρασε την εικόνα όπως μας δίνεται σε πρώτη οπτική επαφή; Δεχόμαστε ότι προχώρησε πολύ πιο πέρα την αντίληψη του κόσμου (μέσω της λογοτεχνίας) ανοίγοντας νέους δρόμους στο κίνημα των υπερρεαλιστών; Τότε ο Σταμάτης Γκαβέτας ας μας επιτρέψει να τον τοποθετήσουμε (με όλες τις ενστάσεις δεκτές για το θεμιτό του πράγματος) σ’ αυτή τη σχολή, ως ακόλουθο της γραφής του μεγάλου συντοπίτη του, όπως τον ονομάζει.
Αν πάλι θέλουμε να τον δούμε μέσα στη θεμιτή (κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα προκειμένου για υπόθεση δημιουργικής έκφρασης) αυτόνομη παρουσία στα γράμματα, ίσως οδηγηθούμε στο ίδιο σημείο εκτιμώντας ότι ο συγγραφέας που εξετάζουμε έχει μια ιδιόμορφη γραφή. Στην περίπτωση αυτή εντοπίζεται μια αγάπη προς τον Γιάννη Σκαρίμπα, ίσως μια συμπόρευση στους τρόπους έκφρασης, οι οποίοι διακρίνονται επίσης από αυτή την ανατρεπτική διάθεση.
Παραθέτω εδώ δύο αποσπάσματα προς σύγκριση ύφους και νοοτροπίας γραφής:

Κουφός –και μουγκός– καθώς ήταν, έβλεπε ούλα τα πράγματα –τους ανθρώπους, τ' αντικείμενα– σαν στο βάθος μιας σκηνής τοποθετημένα, να παίζουν το καθένα το ρόλο του, κάτι ρόλους κωμικούς φασουλήστικους, έτσι να κάνουν το καθένα τις δουλειές του, κάτι δουλειές δίχως νόημα –δίχως φωνή– και χωρίς σκέψη.
[…]ήσαν τόσο κοινά και γελοία μπροστά του –τόσο κατώτερα– που έφτανε ως και να τα λυπάται στην ψυχή του, ως και να παίζει ακόμα, έφτανε, με την ακυβερνησία τους, με την ευπιστία που είχανε, μ' αυτήν την κυριαρχία που αυτός μπορούσε και εξασκούσε απάνω τους, κάνοντας από μακριά να σταματάνε οι άνθρωποι (ή τα ζώα) χωρίς αυτός διόλου να τ' αγγίξει μπορώντας να τους αλλάξει ακόμα και το δρόμο τους –δεξιά αριστερά όπως ήθελε– να τους κάνει νάρχονται απάνω του.
Τί μαγική δύναμη που στην είχε! Και τόξερε. Τόξερε ότι της φύσης ήταν αυτός προνομιούχος κ' ευνοούμενος, ο «άνθρωπος-θαύμα !» – κατά που λέμε... (Ούλοι μαζί κι ο έρωτας, Γιάννης Σκαρίμπας)

Πάνω σε μια καμήλα ήταν ένα παιδί γυμνό από τη  μέση και πάνω, ηλιοκαμένο, με το σχοινί της αλήθειας τυλιγμένο κουλούρα στον αγκώνα του… Η ματιά του καρφωμένη σ’ έναν ξυλοπόδαρο με μαύρα ρούχα και βλέμμα αυστηρό, να περνάει και να βγάζει τη γλώσσα με περισσή αυθάδεια. Ο ξυλοπόδαρος του είπε: «Ζόμιο δε  μπορείς εσύ κάθε φορά να με κοροϊδεύεις ένας κοινός θνητός, στην άκρη του σχοινιού απόψε θα με βρεις».
[…]
Πέρασαν δυο μέρες από εκείνο το καλοκαίρι όταν διάβασα στην εφημερίδα του παππού «Νεαρός ακροβάτης ονόματι Ζόμιο απεβίωσε ύστερα από πτώση κατά τη διάρκεια ακροβατικού σε τεντωμένο σχοινί». Βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω αέρα ένας νάνος με σφυρί και καλέμι σμίλευε στο πουθενά και εκεί υποθέτω είναι που ξεκίνησαν όλα…
(Το τσίρκο, Σταμάτης Γκαβέτας)




Τα κείμενα του Σταμάτη Γκαβέτα διαβάζονται χωρίς να είναι απαραίτητη η αναζήτηση της λογικής ακολουθίας μιας -στοιχειώδους έστω- πλοκής. Χαρακτηρίζονται από μια αίσθηση ελευθερίας στη διάταξη του υλικού, και από μια ιδιότυπη οπτική για τη δυνατότητα της γλώσσας να μεταφέρει νοήματα χρησιμοποιώντας συνταιριασμένα μεταξύ τους ρεαλιστικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία. Οι εικόνες που σου δημιουργούνται καθώς διαβάζεις κινούνται ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι. Η πόλη που χτίζει με αυτές τις εικόνες-σκηνές ο συγγραφέας δεν είναι βέβαια η Χαλκίδα του Σκαρίμπα, τουλάχιστον όπως μας την έδωσε εκείνος με τα δικά του γραφτά εμποτισμένα από τη δική του οπτική  αλλά και τη δική του εποχή. Είναι ίσως μια άλλη πόλη, στα χνάρια εκείνης, που όμως καθόλου δεν της μοιάζει. Απλώς ακολουθεί την ιδέα να φτιαχτεί μέσα από τη λογοτεχνία μια πόλη όχι όπως είναι αλλά όπως βγαίνει από την επεξεργασμένη εικόνα της στο μυαλό του λογοτέχνη. Περισσότερο, λοιπόν, από όλα αυτά που παραπέμπουν στη σύνδεση του Σταμάτη Γκαβέτα με τον μεγάλο συντοπίτη του, εγώ θα κρατούσα αυτό. Την ιδέα, την πόλη, τον αέρα, την αίσθηση.

Με τα χαρακτηριστικά αυτά και μόνον θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια ενδιαφέρουσα νέα λογοτεχνική πρόταση, που τολμά -αν μη τι άλλο- να πειραματίζεται. Χωρίς καθόλου να ενδιαφέρει αν κατατάσσεται σε κάποια σχολή, και ακόμη περισσότερο χωρίς καθόλου να έχει ανάγκη τη μνεία μιας σχέσης με παλαιότερες μεγάλες παρουσίες στον λογοτεχνικό κόσμο. Εκτός φυσικά αν όλη η μνεία αποσκοπεί στην οφειλόμενη τιμή σε μια μεγάλη μορφή των γραμμάτων, απέναντι στην οποία ίσως ο κάθε νεότερος λογοτέχνης θα έπρεπε να απευθύνει τον λόγο.
Από τα διηγήματα του βιβλίου ξεχωρίζω το «Εκτός τόπου και χρόνου». Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την ανατροπή που επιχειρεί στο διήγημα του Heinrich-Böll «Το λυπημένο μου πρόσωπο», τουλάχιστον κατά τη δική μου ανάγνωση. Εδώ δεν υπάρχει ανάγκη για καμιά άνωθεν εξουσία που επιβάλλει αναλόγως ποινές στο πρόσωπο που αλλάζει διάθεση. Το ίδιο το πρόσωπο βιώνει και τη διπλή υπόσταση του ειδώλου του αλλά και αντιμετωπίζει την ποινή που το ίδιο επιβάλλει. Η πρωτοβουλία των κινήσεων βρίσκεται στα χέρια του.

Είχα -λέει- άκουσον άκουσον, το πρόσωπό μου χωρισμένο στα δύο. Από τη μία ήταν θλιμμένο κι από την άλλη γαλήνιο και ευτυχισμένο. Η τελική μορφή του προσώπου μου εξαρτιόταν από ποια μεριά θα έγερνε το ζύγι. Δίνω μια γροθιά στο αλλόκοτο είδωλό μου κι αυτό σπάει σε χιλιάδες μικρά κομμάτια που αιωρούνται αργά καταργώντας τη βαρύτητα. Κάθε κομμάτι αντικατοπτρίζει και μια μου αμαρτία.
[…]
Σε μια βιτρίνα στέκω και κοιτώ το πρόσωπό μου. Δεν είναι χαρούμενο ούτε θλιμμένο, όμως μπορεί να γίνει αν εγώ το επιλέξω κι αυτό μου αρέσει.

Στο εξώφυλλο του βιβλίου (ο σχεδιασμός της Ελένης Αποστόλου) ο ξύλινος ανθρωπάκος με τις σπαστές κλειδώσεις τρέχει σε επικλινές επίπεδο, όσο του επιτρέπεται και όσο μπορεί να διεκδικήσει αληθινή παρουσία σε ένα κόσμο φθαρτών υλικών. Μια υπογράμμιση του κόσμου, έτσι όπως μας παρουσιάζεται στα κείμενα του βιβλίου. Εύθραυστος, αιωρούμενος ανάμεσα στο αληθινό και το ονειρικό.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Cantus firmus http://cantfirmulity.blogspot.gr/2016/10/blog-post_9.html)