Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Το ψωμί της απελευθέρωσης

αφήγημα της Τίνας Κουτσουμπού





Στις 12 Οκτωβρίου 1944 νωρίς το πρωί, μετά από τριάμισι χρόνια κατοχής, οι γερμανικές δυνάμεις εγκαταλείπουν την ελληνική επικράτεια. Οι τελευταίοι Γερμανοί καταθέτουν στεφάνι χωρίς τον αγκυλωτό όμως σταυρό μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη με τις πρέπουσες στρατιωτικές τιμές. Την προηγουμένη η νύχτα ο Γερμανός στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, με ανακοίνωσή του προς τον δήμαρχο της Αθήνας Άγγελο Γεωργάτο, κηρύσσει την Αθήνα «ανοχύρωτη πόλη». Το νέο στη στιγμή το παίρνει ο αέρας της Αθήνας που μυρίζει πια ελευθερία και το σκορπά στα τέσσερα σημεία της, ενώ και οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν χαρμόσυνα.
Οι ημέρες που θα ακολουθήσουν την αποχώρηση των δυνάμεων του άξονα από την Αθήνα του τότε, 70 χρόνια πριν, είναι γεμάτες γεγονότα και τα θυμούνται με συγκίνηση οι παππούδες και πατεράδες που τα έζησαν και  γιόρτασαν στις πλατείες και στους δρόμους της ταλαιπωρημένης τότε πρωτεύουσας. Εκείνη την μέρα, την ημέρα 18η Οκτωβρίου που η Αθήνα λυτρώνεται πραγματικά αλλά και συμβολικά από τον αγκυλωτό σταυρό  με την  ελληνική σημαία κυματίζει περήφανη στον αττικό ουρανό μετά την ανάρτησή της από τον Γεώργιο Παπανδρέου θυμάται και η Αθανασία –οικογενειακή φίλη, που στα ογδόντα της σήμερα, ανακαλεί τις μνήμες της από τα συμβάντα της εποχής του τέλους του πολέμου.

Για την Αθανασία είναι μια μέρα ίδια με όλες τις άλλες. Παιδί ακόμη του δημοτικού, δεν ξέρει από τις κουβέντες των μεγάλων και είναι ανυποψίαστη.
Η κατοχή είχε αφανίσει το πλούσιο σπίτι τους, όπως άλλωστε και πολλά νοικοκυριά. Νηφάλια σηκώνεται από το κρεβάτι της για τις συνηθισμένες πρωινές ασχολίες της.
Δεν φθάνουν στ’ αυτιά της ούτε οι καμπάνες, ούτε η σημαντική είδηση της ημέρας.
«Πήγαινε παιδί μου να αγοράσεις λίγο ψωμί», ακούει την προσταγή της μητέρας της που πασχίζει να εξοικονομήσει το καθημερινό τους πιάτο.
Φορεί το σκουρόχρωμο γυρισμένο και ραμμένο κι από την  ανάποδη φόρεμα, που κληρονόμησε από την μεγαλύτερη αδελφή της, τα φθαρμένα παπούτσια της που τα παραγεμίζει καμιά φορά στο κρύο με εφημερίδες, για να ζεστάνει λίγο τα ακροδάχτυλα από τα λεπτά ποδαράκια της, σημάδι ανεπαρκούς σίτισης όλα αυτά τα χρόνια, και κινάει για το γνωστό υπόγειο φούρνο του κυρ Περικλή που της δίνει το συμφωνημένο καρβέλι της οικογένειας.
Όμορφη η μέρα του Οκτώβρη, η απόσταση κοντινή, τίποτε δεν θα χαλάσει το παιχνίδι της με την μεγαλύτερη αδελφή της στην αυλή και ετοιμάζεται να ανέβει πίσω τα σκαλιά του κυρ Περικλή και να επιστρέψει σπίτι της.
Στο πιο κάτω στενό βγαίνει στην Πατησίων. Παρέες μεγάλων την προσπερνούν βιαστικά και  καθώς κατηφορίζει το πλήθος μεγαλώνει. Άνδρες, γυναίκες, χαμογελαστοί με γρήγορο βήμα κατεβαίνουν τώρα προς το Πολυτεχνείο. Δεν προφταίνει καν να στρίψει στη γωνία και να αφήσει πίσω της τον φούρνο της γειτονιάς της. Ο κόσμος - λαοθάλασσα φωνάζοντας συνθήματα «Ζήτω η ελευθερία» την τραβά στο διάβα του. Προχωρά μεθυσμένη πασχίζοντας να κρατήσει το βήμα της. Το στενό που έπρεπε να στρίψει για το σπίτι, είναι πια πολύ μακριά της. Μα που την πάνε όλοι αυτοί; Δεν βλέπει κανένα να ρωτήσει. Κανείς δεν της δίνει σημασία. Μόνο τρέχουν, όλο τρέχουν προς την Αθηνάς, κοιτάζουν την Ακρόπολη. «Ο Γεώργιος Παπανδρέου υψώνει τη  γαλανόλευκη» ακούει που φωνάζουν. Κοιτάζει και κείνη προς τον ουρανό. Η ελληνική σημαία χαϊδεύει το απαλό αεράκι πάνω στον ιερό βράχο. Σφίγγει το αχνιστό ψωμί στην αγκαλιά της, να βεβαιωθεί μήπως το καρβέλι παρασύρθηκε από το πλήθος που τόση ώρα την έσπρωχνε. Το αγγίζει έτσι όπως είναι ζεστό ακόμη και όσο παρατηρεί τσιμπολογάει κομμάτι-κομμάτι, την τραγανή κόρα. Πόσο νόστιμο, της φαίνεται! Μια γυναίκα την παρατηρεί με τρυφερότητα. Την  ρωτά που μένει και την οδηγεί από το χέρι με το μισοφαγωμένο ακόμη ψωμί στην αγκαλιά της.
Δάκρυα χαράς και ευχαριστίες για το απολωλός παιδί τους, συνοδεύουν την Αθανασία με την άγνωστη κυρία στην μισοάδεια από έπιπλα (πολλά τα  πούλησαν για να φάνε) σάλα.
Η μητέρα παίρνει το μισοφαγωμένο ψωμί. Κοιτάζει στοργικά, με αγάπη την Αθανασία. «Είσαι πολύ τυχερή της λέει που δεν χάθηκες». Η Αθανασία καμαρώνει. Στιγμή δεν φοβήθηκε. Είναι ευτυχισμένη που μπόρεσε να ζήσει αυτές τις ιστορικές στιγμές για τον τόπο της.
Από τότε η Αθανασία κάθε τέτοια μέρα ζυμώνει η ίδια το ψωμί τους στο τραπέζι, εις ανάμνηση εκείνου του ψωμιού «Το ψωμί της απελευθέρωσης», όπως το αποκαλεί, με συγκίνηση και νοσταλγία ακόμη και σήμερα κι  ορκίζεται, πως ποτέ μέχρι τώρα δεν ξανάφαγε τόσο νόστιμο ψωμί.

Τίνα Κουτσουμπού


(δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Μεσσηνιακός Λόγος στις 30 Οκτωβρίου 2014)