Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Αϊ-Δημήτρης, αγιοδημητριάτικα  

και πούρα σιροπιαστά!


αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά





Βγήκα στον κήπο, στάθηκα δίπλα στα αγιοδημητριάτικα, φυλλαράκι τσάκισα. Το συνηθίζω. Δε θα περάσω ποτέ δίπλα από την αρμπαρόριζα, το δίκταμο, φασκόμηλο, ρίγανη, θυμάρι, μαντζουράνα, ας είναι και ντοματιά, χωρίς να πάρω βαθιές ανάσες τρίβοντας φύλλα τους. Σκόρπιες θέσεις τους έδωσα, να προλαβαίνω να ξεχωρίζω μυρωδιές. Αλλού ο βασιλικός, αλλού ο δυόσμος… Νοσταλγία! Ο κηπάκος του πατρικού φυτώριο αρωματικών, μα τέτοια εποχή πλημμύριζε αγιοδημητριάτικα. Χρυσάνθεμα κατακίτρινα, μοβ σκούρα με λιλά τη μέσα πλευρά, ολόλευκα ή σε χρώμα κεραμιδί, μα με άνθη μεγάλα, πλούσια με στριφτά πέταλα, μακαρονωτά τα λέγαμε! Μια μεγάλη ανθοδέσμη γεμάτη δροσοσταλίδες για το τυρκουάζ ανθοδοχείο στη μέση του τραπεζιού δουλειά μου. Κι η μάνα τύλιγε, έψηνε, σιρόπιαζε τα πούρα. Με τα κανελογαρίφαλα μεθούσαμε.
Του άρεσε πολύ του πατέρα να χτυπάει την καμπάνα κι ας είχε επιδεινωθεί η ήδη μειωμένη ακοή του. Χολόσκαζε η μάνα σαν άκουγε το χτύπημα, γιατί το ξεχώριζε, είχε κάτι αλλιώτικο, απροσδιόριστο, ίσως βυζαντινό, έλεγε. Σκεφτόταν  και το βρογχικό του άσθμα -άσμα το έλεγαν κι οι δυο- και διπλά στενοχωριόταν! Ακόμη και ανήμερα, μέρα της γιορτής του Αϊ-Δημήτρη και της ονομαστικής του γιορτής, με τη γραβάτα και το άσπρο κολλαρισμένο πουκάμισο, έτρεχε κουστουμαρισμένος στο καμπαναριό, στο μάτι του βοριά, ψέλνοντας. Μπορεί να ήταν και το τρίτο πουκάμισο που είχε αλλάξει,  μέχρι να φύγει από το σπίτι, καθώς όλο και κάπου είχε κοπεί φρεσκοξυρισμένος. Ξυριζόταν με οδηγό την αφή, μπροστά το χέρι χάραζε πορεία και πίσω το ξυράφι, κάτι σαν το αλέτρι του γεωργού. Ύστερα ερχόταν στο παράθυρο μπροστά και ζητούσε από εμάς, τα παιδιά, να ελέγξουμε αν άφησε κάτι το «υνί» του. Με το δάχτυλό του πάνω στο σημάδι που του ’βαζα πήγαινε πάλι για μια βελτιωτική περασιά. Τέλος, χτένισμα και λούσιμο κυριολεκτικά με κολόνια. Βέβαια! Κολόνια φαρμακείου Μαρινόπουλου, Πανεπιστημίου και Πατησίων γωνία. Με το κιλό την αγοράζαμε. Έτσι γέρασε ο πατέρας, λεβέντης και μυρωδάτος. Και λουσάτος!
Παπούτσια Σεβαστάκη από δέρμα σεβρώ, ρολόι τσέπης Ωμέγα, κολόνια Μαρινόπουλου, ενώ τα πουκάμισα και μπλουζάκια είχαν ευρύ φάσμα αγοράς. Τα μπλουζάκια του πατέρα ήταν μια ιστορία ολόκληρη. Τα μεγάλα πολυκαταστήματα της εποχής, αποτελούσαν μία από τις ασχολίες-υποχρεώσεις της φοιτητικής μου ζωής. Κατράντζος, Μινιόν, Λαμπρόπουλοι, Κ. Μαρούσης και βέβαια Βάρδας-Αναγνωστόπουλος. Εκεί βρήκα την πηγή για μπλούζες μακρυμάνικες, ριγέ, σε σκούρα κιμπάρικα χρώματα, όπως έλεγε, τύπου πόλο με τσεπάκι απαραίτητα. Και άρχιζε η διαδικασία των αλλαγών. Όχι στενό είναι, όχι κοντό, μικρό το τσεπάκι και πήγαινε – έλα με την κάρτα αλλαγής. Χαλάλι σου, πατέρα! Χαλάλι σου. Εσύ με την υπομονετική, χρυσή μάνα, μας μάθατε να αγαπάμε τις αξίες, το ωραίο και τ’ αληθινό!

Βάντα Παπαϊωάννου - Βουτσά