Ετικέτες

"Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" Βιβλία (αποσπάσματα) Δοκίμια Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτρης Φύσσας "Εμένα μου λες (ποιήματα 1997-2016) Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μιχάλης Γκανάς "Άψινθος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Colm Tóibín "Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Jack Kerouac "Στοιχειωμένη ζωή - η χαμένη νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Miguel de Unamuno "Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο σκακιστή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Oliver Sacks David Hume "Η δική μου ζωή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Stefan Zweig "Σκακιστική νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' W. G. Sebald Jan Peter Tripp "Αδιήγητη ιστορία" Μεταφράσεις (ποίηση) Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες Ποιητική σύναξη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

"Εις μνήμην... "


αφήγημα της Σαβίνας Μαντζαβινάτου

Ληξούρι, φωτογραφία εποχής


Ο μπάρμπα Πέτρος ο Χαράρας ζούσε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς. Χαράρας ήταν το παρατσούκλι του, γιατί έδινε σε όλο τον κόσμο χαρά και αγάπη. Ήταν αγνός και καθαρός σαν το γάργαρο νερό, δεν είχε πειράξει ούτε κουνούπι.
Έρχεται ο Άρχοντας, φώναζαν σαν τον έβλεπαν να κατεβαίνει στο μαρκάτο*. Άρχοντας όχι στην τσέπη, μα στην καρδιά. Δεν ήταν πλούσιος, μα διατηρούσε αρκετά κτήματα που έφταναν για να ζει με την οικογένειά του -τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα του- και να προστρέχει για βοήθεια όπου υπήρχε χρεία.

Ώσπου ήρθε ο πόλεμος του ’40. Πήρε την οικογένειά του και πήγαν για να ζήσουν στα κτήματα, που είχε ένα αγροτικό σπίτι και αποθήκες για τα σιτηρά. Το σπίτι διέθετε και ένα υπόγειο, όπου φύλαξε το αλεύρι του και άλλα καλούδια που του είχε δώσει η γη. Περίμενε την κατοχή που ήταν σίγουρος πως θα ’ρθει. Νύχτα έπαιρνε το γαϊδουράκι του και κρυφά πήγαινε σε σπίτια που ήξερε ότι πεινούσαν οι φαμίλιες τους.

Σαν ήρθαν οι Γερμανοί στο νησί, τα πράγματα σκλήρυναν. Οι πραμάτειες του λιγόστεψαν, μα πάντα είχε μια κρυψώνα που κανείς δεν μπορούσε να τη βρει και ποτέ δεν πείνασαν τα παιδιά του, ούτε και οι σέμπροι* του, που περιστοίχιζαν με τις καλύβες τους το αφεντικό. 


Μια νύχτα, βαρυχειμωνιά, άκουσε κρότο στην πόρτα και με φόβο πήγε να ανοίξει. Τρομαγμένος είδε ένα Γερμανό στρατιώτη, μες στα αίματα, ημιθανή, και τον τράβηξε μέσα στην κάμαρη. Ο στρατιώτης, που ήταν Αυστριακός, με τα λίγα ελληνικά του τον παρακάλεσε να μην τον καταδώσει. Ήταν φυγάς… Ο μπάρμπα Πέτρος και η γυναίκα του τον κράτησαν στο σπιτάκι ενός σέμπρου, ώσπου τον έκαναν καλά, και κρυφά τον φυγάδευσαν στην κορυφή ενός χωριού που δεν πάτησε ποτέ ο κατακτητής. Μετά από πολλούς μήνες, όταν τελείωσε ο πόλεμος, του ήρθε ειδοποίηση από το ταχυδρομείο ότι έχει δέμα. Πήγε και τον περίμενε ένα μπαούλο γεμάτο με κουβέρτες, πλεκτά τραπεζομάντιλα και ρούχα, γυναικεία και αντρικά. Σε ένα σημείωμα διάβασε στα ελληνικά: Μου έσωσες τη ζωή, δέξου ένα ευχαριστώ, ανάξιο της προσφοράς σου.
Ο πόλεμος είχε τελειώσει, μα άρχισε ο χειρότερος, ο εμφύλιος. Ο μπάρμπα Πέτρος είχε από πάππου προς πάππου μιαν ιδεολογία, ήταν δεξιός. Στην καρδιά του, όμως, ήταν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Οι αντάρτες συγχωριανοί του ποτέ δεν τον πείραξαν, μα και αυτός είχε ανοιχτή την αποθήκη του και πριν ανέβουν στο βουνό τούς προμήθευε ό,τι μπορούσε.
Δεν τους φοβόταν, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, έκανε το καθήκον του σαν άνθρωπος, όπως το έκανε και με τους δεξιούς, που τάιζε τα παιδιά τους κρυφά στη γειτονιά.
Κάποια μέρα έφτασαν στο νησί και οι ταγματασφαλίτες. Απαγόρεψαν στους ντόπιους να κυκλοφορούν το βράδυ πέραν κάποιας ώρας.
Για κακή τύχη του Πέτρου, καθώς γύριζε από το κτήμα στο σπίτι του με το κάρο, που το έσερνε το άλογό του, σπάει η ρόδα και κατέβηκε να τη μαστορέψει πρόχειρα, ίσαμε να τον πάει στο σπίτι. Η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει και τον τσάκωσαν οι ταγματασφαλίτες.Τον αρπάζουν από το λαιμό και πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Του ’δωσαν τόσο ξύλο, όσο θα είχαν φάει από τους πατεράδες τους, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια βαναυσότητα. Ματωμένο και σκεβρωμένο τον πήγαν στους χωροφυλάκους.
Μα αυτοί δεν τόλμησαν να τον πειράξουν. Του έπλυναν τις πληγές και τον πήγαν οι ίδιοι στο σπίτι του, στον κάμπο. Ο μπάρμπα Πέτρος μετά από αυτό το περιστατικό δεν άλλαξε ιδεολογία, αλλά δεν άλλαξε και στάση ζωής ίσαμε το τέλος του πολέμου.
Γίνηκε για το Ληξούρι κάτι σαν άγιος και όλοι έπιναν νερό στο όνομά του. Αυτή η λατρεία κρατάει ίσαμε τώρα.
* μαρκάτο = αγορά
* σέμπροι= εργάτες

(Σημείωση: Ο μπάρμπα Πέτρος ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου. Έχω την ευχή του και δεν φοβάμαι τίποτα, μόνο την ανθρώπινη κακία.)


Σαβίνα Μαντζαβινάτου
(Καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη Δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και δίδαξε στη σχολή της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις Γραμμικόν  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο. Συμμετείχε στην ομάδα σύνταξης του περιοδικού "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.)