Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016


αναχώρηση της Μένιας"

ανέκδοτο διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού





Χτενίζω την κούκλα μου προσεκτικά και τη χώνω βιαστικά στη μεγάλη τσάντα μαζί με τ’ άλλα τα παιχνίδια μου. Φορώ τα όμορφα αθλητικά μου παπούτσια και το πλεκτό καπέλο,  εκείνο με το μεγάλο γυριστό μπορ, εργόχειρο της πολυαγαπημένης μου γιαγιάς, ξεκρεμάω και  το κλουβί με το καναρίνι μου, τον Κίτσο, και βγαίνω στην αυλή όπου με περιμένει ο θείος Πέτρος. Με το ταξί του θα κάνουμε σήμερα μια όμορφη, μου υποσχέθηκε, διαδρομή. Μόνο που θα είναι πολύ διαφορετική  σε διάρκεια και απόσταση από κάθε άλλη. Ο πατέρας, εδώ και ένα μήνα βρήκε νέα δουλειά σε μια επαρχιακή πόλη, που μια φορά μόνο είχα ακούσει το όνομά της,  και μόλις πριν δέκα μέρες η δασκάλα μού την έδειξε στον χάρτη. Ήταν πολύ σκεφτικός τελευταία. Κλεινόταν ώρες στο σαλόνι και μιλούσαν με τη μητέρα. Μια φορά έσπασαν κι ένα βάζο. «Κατά λάθος» μου είπαν, αλλά εγώ κατάλαβα.
Έπειτα ήρθε η ηρεμία κι η γαλήνη. Πήγαμε όλοι στον παππού κι εκείνος τους έδωσε τα κλειδιά του χωριού και κάτι τριμμένα χαρτιά. Συμβόλαια μού είπε η γιαγιά. «Σημαντικά πράγματα που θα σας βοηθήσουν να ζήσετε καλύτερα», κι έτσι το αποφασίσαμε. Με το που έκλεισαν τα σχολεία, η μαμά κανόνισε να μετακομίσουμε. Σήμερα είναι πια η μεγάλη μέρα…
Οκτώ χρόνια στην πόλη της Λάρισας! Εδώ γεννήθηκα και  έφτιαξα τον μικρόκοσμό μου, τους συμμαθητές μου, τους κατοικίδιους φίλους μου, το Φρίξο το μαύρο γάτο της γειτονιάς με τη φουντωτή ουρά και το σκύλο  μου το Μελένιο. Ακούτε πώς  γαβγίζει σήμερα μελαγχολικά από το πρωί; Πώς να τους αποχωριστώ; Ο μπαμπάς, το είπε στο τηλέφωνο, «εδώ δεν μπορούμε να πάρουμε ζώα, είναι πολυκατοικία, μόνο τον Κίτσο να πάρετε μαζί». Με βαριά καρδιά, ένα ζεστό χάδι και μια μεγάλη αγκαλιά, τους άφησα, γάτο και σκύλο στην καγκελόπορτα. Θα τους φροντίζει η γιαγιά. Θα τους ξαναδώ άραγε κάποτε όσους φίλους αφήνω τώρα πίσω; Κι εκεί τι θα βρω;  Νέοι φίλοι, νέο σχολείο, καινούρια ζωή. Από την άλλη βέβαια, όλα ετούτα μου φαίνονται  και λίγο συναρπαστικά.
Το ταξίδι μας είναι ευχάριστο και προσθέτω νέα τοπία στις γεωγραφικές μου γνώσεις. -Να η Καλαμάτα, μετά το τελευταίο φανάρι.
-Πω-πω πόσο φωτεινή μοιάζει στην πρωινή λιακάδα!
- Για δες μαμά τι μεγάλη παραλία!
-Θα κάνεις τρελά παιχνίδια, μου φαίνεται, λέει η μαμά.
-Έχει και βουνό πάνω από την πόλη, οι πλαγιές του πρασινίζουν μέχρι τη θάλασσα, συνεχίζει.
-Είναι οι  απολήξεις του Ταϋγέτου που λούζονται στο Μεσσηνιακό  κόλπο, ρίχνει τη διευκρίνιση ο θείος. Περνούμε μέσα από την πόλη. Με την πρώτη ματιά με κερδίζει. Μοιάζει νοικοκυρεμένη, με πολλά καταστήματα και πλήθος κόσμου που βηματίζει στη μεγάλη της πλατεία. Ανακαλύπτω και μια ωραία παιδική χαρά κοντά σ’ ένα πάρκο με παλιές αμαξοστοιχίες.
Ο πατέρας, μόλις φτάνουμε, φορώντας ένα πλατύ χαμόγελο με παίρνει αγκαλιά και  όπως πάντα με στριφογυρίζει στον αέρα. Έχω πολλή αγωνία. Θα μ’ αρέσει η καινούρια πολυκατοικία, όπου στον πρώτο της όροφο θα έχω τώρα το σπίτι μου;

 Είναι όμορφα βαμμένο, με πολλές τριανταφυλλιές στον κήπο. Στον τρίτο όροφο, η πόρτα ανοίγει. Ένας όμορφος χώρος με τα έπιπλά μας, με υποδέχεται. Τρέχω στο βάθος κι ανοίγω  την  πόρτα που γράφει απ’ έξω: ΜΕΝΙΑ. Στο γραφείο είναι μια πολύχρωμη μπάλα θαλάσσης και μια φυσαρμόνικα, σαν αυτή που  έπαιζε ο παππούς στη Λάρισα.
Ανακάθομαι στο κρεβάτι. Πόσο μαλακό και άνετο είναι! «Μπράβο σου μπαμπά! πώς τα κατάφερες να φτιάξεις όλα αυτά μόνος σου;» ρωτώ με θαυμασμό. «Με βοήθησε η φιλενάδα σου η Αντιγόνη», μου λέει με παιχνιδιάρικο ύφος. Ένα κορίτσι που δείχνει να ’χει την ηλικία μου, μού πιάνει το χέρι και με καλωσορίζει. «Είμαι η Αντιγόνη και σε περίμενα να παίξουμε», μου λέει. Ανταποδίδω το χαμόγελο. Η Αντιγόνη νιώθω πως θα μ’ αρέσει. Το αυτί μου πιάνει ήδη το κελάιδισμα του Κίτσου που πεταρίζει στο κλουβί του. «Θα δεις, θα σου αρέσει εδώ» μου λέει  με τη γλυκιά φωνή του και τσιμπολογάει τα σποράκια του ευτυχισμένος. Του απαντώ λοιπόν κι εγώ αναστενάζοντας «μακάρι, Κίτσο μου, μακάρι». Χαϊδεύω το κίτρινο βελούδινο κεφαλάκι του και σκέφτομαι πως… Τελικά είναι πολύ δύσκολο να είσαι παιδί.


Τίνα Κουτσουμπού

(ανέκδοτο)

(φωτογραφία:  Izabella Urbaniak)