Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

"Εποχή αφής"

ποιητική συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου

εκδόσεις Σαιξπηρικόν




Ο χρόνος και τα πρόσωπα στην ποίηση των αισθήσεων

Και τότε, θα τις πούμε απ’ την αρχή τις λέξεις
ξαπλωμένοι ανάσκελα σε πράσινες εκτάσεις αρωματικών φυτών
να ερεθίζουν τις αισθήσεις μας ασύστολα
να μας σκορπούν και να μας ανασυνθέτουν σε όλον
να μας χωνεύουν στο ενιαίο
στο αναπόσπαστο.

Εισχωρώντας στον ποιητικό λόγο της Κούλας Αδαλόγλου συνειδητοποιώ πως το τοπίο εδώ έχει τη πολυσημία του, έτσι όπως μεταλλάσσεται από μοναχικό και κλειστό (στον ελλιπή χώρο ενός δωματίου) σε φωτεινό και ερεθιστικό των αισθήσεων. Οι παρουσίες τρεις φαινομενικά (όσες και οι φωνές στα ποιήματα) στην ουσία δύο ή ακόμη και μία, η οποία ανασυνθέτει σε παρουσία την απουσία των προσώπων ή του ενός προσώπου. Και ο χρόνος, σαν να αδιαφορεί για τα προκαθορισμένα του διαστήματα, πότε έχει τη μορφή του παρόντος με έναν Ενεστώτα διαρκείας, πότε καταργεί αυτή τη  διάρκεια μεταβαίνοντας στο παρελθόν, όπου με τον Παρατατικό της επανάληψης ή με τον οριστικά απολεσθέντα Αόριστο συσσωρεύει στιγμές και μνήμες, και πότε επιχειρεί ένα πέρασμα στο μέλλον με τη χρήση ενός Μέλλοντα, που αμφίβολο είναι πώς θα κατορθώσει να διασώσει τη βεβαιότητα του ερχομού του.  Έτσι κι αλλιώς η ποίηση είναι ιδιωτική υπόθεση του ποιητή, ο οποίος καθορίζει τη θέση και τη φωνή των  προσώπων ή άλλοτε σκηνοθετεί το κενό της απουσίας τους. Όταν ο αναγνώστης επεμβαίνει με την ανάγνωσή του στον χώρο του ποιήματος, τότε προκύπτουν και οι διαφορετικές εκδοχές της αρχικής πρόθεσης (και της μόνης που ανταποκρίνεται στη θνητή αφορμή του ποιητικού λόγου), και από κει και πέρα ξεκινά η μαγεία της συνάντησης του δημιουργού με τον αποδέκτη του έργου του.
Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν ένα όλον, καθώς το ένα μοιάζει να συνεχίζει το άλλο, ίσως από διαφορετική οπτική γωνία με τις τρεις φωνές Α΄ Β΄ Γ΄ να εναλλάσσονται σ’ αυτή την ιδιόμορφη αφήγηση μιας ιστορίας συνεύρεσης, μοναξιάς, συνειδητοποίησης εν τέλει. Οι εικόνες που μας δίνει η ποιήτρια μέσα από τους στίχους της έχουν σκληρές γωνίες, έχουν αμυχές, έχουν βάρος συχνά ασήκωτο, έχουν σώμα.

Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.
Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –
φτάνουν οι παρομοιώσεις –
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

Φτάνουν οι παρομοιώσεις, θα μας πει. Αλήθεια, ποια ανάγκη για μεταφορικότητα; Η αφή, στην οποία παραπέμπει ο τίτλος της συλλογής (αλλά και του πιο ξεκάθαρου ποιήματος Εποχή αφής) είναι η πιο γήινη αίσθηση από όλες. Ακόμα κι όταν όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις αποδειχθούν παραπειστικές, η αφή θα διατηρεί αλώβητη την υπόστασή της, χωρίς μυωπικά γυαλιά, χωρίς ψεύτικη σύλληψη του ήχου, με όλη τη γεύση της και με την όσφρησή της ακέραιη. Η αφή έχει μνήμη, και όταν οι πραγματικές εικόνες χαθούν, αυτή θα κυριαρχήσει. Εποχή αφής.

Θα βγάλω από τα χέρια σου βρύα και λειχήνες
θα σου φορέσω ένα γκρι πουλόβερ
θα καθαρίσω από τα μάτια σου τα μικρά ψάρια
θα φιλώ τα δάχτυλά σου ένα ένα
μέχρι να νιώσω να τα διαπερνά η ζωή.
Κι ύστερα, με το πιο παρατεταμένο φιλί
θα πάρω από το στόμα σου όλο αυτό το χώμα που τα πέτρωσε.



Η ποίηση της Κούλας Αδαλόγλου δεν έχει ανάγκη τον λυρισμό για να γοητεύσει, ούτε κολακεύει τον αναγνώστη της προσφέροντάς του κοινότοπα, επιφανειακά  αισθήματα. Απαιτεί από αυτόν μια προσεκτική εναπόθεση της δικής του ματιάς πάνω στα δικά της ίχνη. Και αν αυτά χαράσσουν και πληγώνουν, αν αιφνιδιάζουν με την αλήθεια τους, έχει να αντικρούσει με τον δικό της αιφνιδιασμό απέναντι στα γυρίσματα της ζωής.

Αιφνιδιασμός
Γιατί με αιφνιδίασες;
ούτε ένα σημάδι, κάτι που να δείχνει αλλαγή πορείας.
Ο αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο.
Γιατί θεώρησες προβλέψιμη την αιφνιδιαζόμενη;
Ποιος ορίζει το πλαίσιο;

Αν θελήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέτει ο παραπάνω στίχος, η μόνη ίσως σωστή απάντηση να είναι: ο ποιητής σε κάθε περίπτωση. Και αν θελήσουμε να το προχωρήσουμε πιο πέρα, ίσως να απαντήσουμε: και ο αναγνώστης ενδεχομένως. Η ποιήτρια αναφερόμενη στα δικά της πρόσωπα, κυρίαρχα στη σκέψη της, λέει:

Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να
συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους.

Ο αναγνώστης, με τη σειρά του, θα διαβάσει ερμηνεύοντας κατά το δοκούν. Ο διάλογος στην ποίηση είναι ζωντανός. Και η συγκεκριμένη ποιητική πρόταση της Κούλας Αδαλόγλου προσφέρει με την πολυσημία των μέσων της τον κατάλληλο χώρο για την ανάπτυξή του. Έτσι όπως οι χρόνοι μεταλλάσσονται, το ποιητικό υποκείμενο αλλάζει ένδυμα διαρκώς, και οι αισθήσεις υποχωρούν επιτρέποντας στην αφή να κυριαρχήσει, το ποίημα μοιάζει να θέτει πολλαπλές ερωτήσεις. Θαρρώ, όμως,  πως αυτή είναι η γνήσια ποίηση.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/epoxi-afis/)