Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

         
Στο ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» ένα ανέκδοτο διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού σε πρώτη δημοσίευση


«Η πόζα»
ανέκδοτο διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού


                                                            
              Εχθές, στις επτά ακριβώς, μετά από μια κοπιαστική μέρα πλάι σε χρωστήρες, καβαλέτα και τέμπερες, κτυπάει δυνατά ξαφνιάζοντάς με το τηλέφωνο του ατελιέ μου. Ο κύριος Μποέμης, όνομα και μη χωριό, για δεύτερη φορά μέσα στο δίμηνο, με ζητούσε εναγωνίως για έναν πίνακα.
 Έναν ξεχωριστό πίνακα, όπως κάθε φορά μου τόνιζε, σαν να μην το ’ξερα τι τρέλα  κουβαλούσε, όποτε μου παράγγελνε τους πίνακές του! Μόλις του παρέδωσα τον προηγούμενο -μια γυάλα με χρυσόψαρα εμπρός από μια ψόφια γάτα που περιμάζεψε από το διπλανό οικόπεδο, τυλιγμένη σε μεταξωτό σεντόνι. Ήθελε λέει να τονίσει την αντίστροφη, ενίοτε, πορεία των πραγμάτων στη σχέση: ψάρι –θύμα, γάτα-θύτης. Τρελός, σας λέω, για δέσιμο!
               Το ραντεβού μας, κλείστηκε για το επόμενο πρωινό και να ’μαι τώρα, όρθιος εμπρός στην περίεργη σύνθεση που επινόησε αυτή τη φορά, για να ζωγραφίσω τον ίδιο.
Τοποθέτησε την αγαπημένη του κόκκινη κουνιστή πολυθρόνα εμπρός ακριβώς από τον νέο του πίνακα -το άλογο που καλπάζει- αποκτημένο από γνωστό  συλλέκτη έργων τέχνης, και στήθηκε σε πόζα, όλο ύφος και αυτοπεποίθηση περιμένοντας να ξεδιπλώσω την τέχνη μου.
                Αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας από τους λίγους καπνέμπορους της εποχής μας, επιδόθηκε τελευταία στη συλλογή έργων τέχνης σαν αυτό που έχει πίσω του. Σήμερα είναι ιδιαίτερα καλοντυμένος και αρκετά μοντέρνος νομίζω για την ηλικία του, κοντά στα σαράντα πέντε τον υπολογίζω, αφού οι συνδυασμοί σακάκι-γραβάτα-παντελόνι έχουν ύφος  λιγάκι ανάλαφρο, μποέμ. Χαρακτηριστικό του, φυσικά, οι ριγέ κάλτσες που δεν αποχωρίζεται ποτέ  -τις  έχει σε όλες τις αποχρώσεις- καθώς και τα μαύρα μοκασίνια, βέβαια πάντα καλογυαλισμένα και χωρίς κορδόνια.
Την χρωματική πανδαισία στο ντύσιμό του, συμπληρώνει αριστοτεχνικά το κίτρινο φουλάρι που πέφτει ατίθασο στον ώμο του, έτσι όπως στρέφει το κεφάλι του με τα γνώριμά μου πλέον τσουλούφια που πέφτουν σαν κορδέλες στα καλοχτενισμένα του μαλλιά. Τι τύπος, θεέ μου! Πάντα τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, μ’ αυτό το εκφραστικό όλο έπαρση βλέμμα. Στα καλοσχηματισμένα χείλη του, φιγουράρει το πούρο του, προϊόν των επιχειρήσεών του που δεν θέλησε όμως να το ανάψει κι ούτε και σκοτίστηκα, θεωρώντας το άλλη μια ιδιοτροπία του.
                   Πόσο με κουράζει με τις απαιτήσεις του και πόσο απρόσμενα με εμπνέει με την εκκεντρικότητά του! Του προτείνω να χρωματίσω με άσπρο χρώμα  το φόντο αλλά με μια λέξη του μού κόβει τη φόρα.
Κ ί τ ρ ι ν ο, μου τονίζει κοφτά, ασορτί με το φουλάρι μου. Η παλαβομάρα στο ζενίθ. Σας λέω, αυτός με ξεπερνά κατά πολύ.
Στην αρχή της γνωριμίας μας του έφερνα αντιρρήσεις, θέλοντας να δείξω πως είμαι καλλιτέχνης με άποψη, όμως γρήγορα  κατάλαβα πως αυτός, θα ’χε στο πάρε-δώσε μας τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Δεν λέω τίποτε από τότε, εφόσον πληρώνομαι καλά. Άλλωστε η εκκεντρικότητά του αυτή αποτελεί την καλύτερη για μένα προβολή και διαφήμιση. Το διαφορετικό πάντα συνεπαίρνει τα πλήθη. Αφήνομαι λοιπόν κι εγώ στην ιδιόμορφη  συνεργασία μας, για  όσο κρατήσει.
          Σήμερα θα βάλω και την τελευταία πινελιά στο φόντο. Το άλογο του πίνακα με προκαλεί να το αποδώσω σε όλο του το μεγαλείο. Η φυσική του κίνηση, η ροπή προς την ελευθερία, η απόδραση στο άπειρο, συμβολίζει μου φαίνεται την τέχνη, την κάθε μορφής τέχνη κι ενθουσιάζομαι όλο και πιο πολύ.
          Μην κουνιέσαι κύριε Μποέμη, θα χαλάσει η τελευταία πινελιά μου, ακούω τη φωνή μου που διαταράσσει την ησυχία, κι εκείνος με ένα νεύμα του μου απαντά: Τελειώσαμε, φίλτατε, ως εδώ. Αφήνω σ’ εσάς να βρείτε το όνομα του εξαίσιου αυτού πίνακα. Θα περάσω αύριο να τον θαυμάσω και τότε θα σας κόψω και την αμοιβή σας. Ως τότε δουλέψτε. Η τέχνη θέλει θυσίες κι εγώ ένα γερό ποτήρι μπράντι.
          Τον βλέπω καθισμένο ακόμη να με καρφώνει με τα διαπεραστικά του μάτια ενώ με το μακρύ περιποιημένο χέρι του, ανάβει το πρώτης τάξεως πούρο του, σκορπίζοντας παντού μέσα στο ατελιέ μου, τα αρωματισμένα δαχτυλίδια του καπνού του. Αφήνω κάτω τον χρωστήρα μου και διαβάζω με καμάρι: Η πόζα. Υπογράφω καλλιγραφικά με το όνομά μου, κίτρινο κι αυτό όπως το φόντο, κι αφουγκράζομαι να ακούσω… τη δόξα να καλπάζει, σαν το άλογο. Ο ήχος από το άδειο μου στομάχι κι η παγερή μου μοναξιά με συνεφέρνουν γυρνώντας με στον ρεαλισμό της καθημερινότητας.
Ας έρθει πρώτα η αμοιβή, κανείς δεν χορταίνει μόνο με τη δόξα, μιλώ στον εαυτό μου και κλείνω με νόημα το μάτι στον κύριο Μποέμη, που μου χαμογελά παράξενα δίπλα στα καλλιγραφικά γράμματα της ξαπλωτής φαρδιάς-πλατιάς υπογραφής μου.

Τίνα Κουτσουμπού
(ανέκδοτο, σε πρώτη δημοσίευση)

(Δημήτρης Μυταράς, καθιστή ανδρική μορφή, ακρυλικό σε μουσαμά, 1979-80)

Τίνα Κουτσουμπού:
Ο καινούργιος και επτά ακόμη διηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδη,
Του καιρού γυρίσματα και επτά ακόμη διηγήματα, εκδόσεις Διάνυσμα