Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

«Γραφικός χαρακτήρας»

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

εκδόσεις Μεταίχμιο



(ξεφυλλίζοντας ένα άλμπουμ μικροδιηγημάτων)


«Όσο πιο βαθύ το παρελθόν τόσο μεγαλώνει κι η ανάγκη να κρατήσεις ζωντανά κομμάτια και θρύψαλα» («οικογενειακή φωτογραφία»)

Αυτά τα κομμάτια και θρύψαλα, που συνιστούν το αποθηκευμένο στη μνήμη παρελθόν, αναδομούνται στις σελίδες του πρόσφατου βιβλίου του Νίκου Παναγιωτόπουλου χτίζοντας ένα οικοδόμημα που θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει αυτοβιογραφικό. Κι ας είναι αποσπασματικό. Κι ας σκέφτεσαι καθώς το διαβάζεις πως ίσως η μνήμη ενός μικρού παιδιού δύσκολο να κρατάει αψεγάδιαστα τις σκηνές, τις ομιλίες, τα συναισθήματα. Ο χρόνος, οι νέες εμπειρίες αλλά και η συσσωρευμένη πείρα ζωής αποτελούν το αναπόφευκτο φίλτρο, μέσα από το οποίο οι εικόνες διαφοροποιούνται μεγεθύνοντας τη σημασία τους, τα πρόσωπα φθίνουν και ελαχιστοποιείται το αυθεντικό συναίσθημα του παρελθόντος.  Ωστόσο, όλη αυτή η μετάλλαξη ίσως δεν έχει και τόση σημασία, μια που όπως δηλώνει ο ίδιος ο συγγραφέας

«Για μένα πρόκληση –αληθινή– στάθηκε το μέγεθός τους και όχι το πόσο πιστά αποτυπώνουν την πραγματικότητα – κάτι για το οποίο, εξάλλου, ελάχιστοι μπορούν να καταθέσουν σοβαρή μαρτυρία. Για μένα δεν έχει τόσο σημασία ότι οι μικρές αυτές ιστορίες είναι αληθινές όσο ότι οι αληθινές αυτές ιστορίες είναι τόσο μικρές που μπορούν –και το εύχομαι– να διαβαστούν ανάμεσα σε δύο στάσεις των νέων γραμμών του μετρό».

Μου αρέσει το σχόλιο αυτό, μάλλον γιατί λειτουργεί τιμητικά για αυτά τα λιλιπούτεια λογοτεχνικά, τα μικροδιηγήματα. Πώς διαβάζεις ανάμεσα σε δύο στάσεις του μετρό; Υποθέτω όπως διαβάζεις και καθισμένος σε μια θέση λεωφορείου. Αν αγαπάς το διάβασμα, διαβάζεις και όρθιος κρατημένος από μια χειρολαβή. Γι’ αυτό και αν αγαπάς το γράψιμο, γράφεις πάντοτε, ακόμη και σε χαρτί από τσιγάρα. Και μετά απλώνεις τις λέξεις σου για να τις διαβάσουν και οι άλλοι, οι όρθιοι των λεωφορείων. Κάπως έτσι συμβαίνει  με αυτές τις μικρογραφές. Γράφονται όσο διαρκεί το ερέθισμα που τις ενεργοποίησε -που ενεργοποίησε τη μνήμη εν προκειμένω για την περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου- και στη συνέχεια αφήνονται στον αναγνώστη για να συλλάβει τις στιγμιαίες εικόνες τους, όπως σαν να κοίταζε φωτογραφίες σε ένα άλμπουμ.

Οι 67 μικρές (κάποιες μάλιστα μικροσκοπικές) ιστορίες συστήνονται ως αληθινές, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει καθόλου την αξία τους, γιατί αυτό που ενδιαφέρει τον αποδέκτη/αναγνώστη τους είναι η αίσθηση που δημιουργούν ότι θα μπορούσαν να είναι εικόνες από το δικό του, προσωπικό αρχείο μνήμης. Έτσι κι αλλιώς αυτό συμβαίνει με τη λογοτεχνία (είτε πρόκειται για αληθινές αφηγήσεις είτε για απόλυτη μυθοπλασία) και σ’ αυτό ακριβώς έγκειται και η αξία της, να μπορεί δηλαδή να λειτουργεί ως ατομικό βίωμα του αναγνώστη χωρίς να ενδιαφέρει στην ουσία η αφορμή του συγγραφέα, που καταλήγει πια εντελώς θνητή και εντοπισμένη στον χρόνο. Η διαχρονικότητα της λογοτεχνικής γραφής διασώζεται μέσα από τα βιώματα του αναγνώστη που ανακαλύπτει κάτι από τη δική του σκέψη, κάτι από τα προσωπικά του παθήματα.


Με αυτό το σκεπτικό αξιολογούνται και αυτές οι προσωπικές ιστορίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, οι οποίες δεν αφορούν σημαντικά γεγονότα, αν αυτό αναμένει κάποιος με τη σκέψη πως μόνο τα πολύ συνταρακτικά αξίζει να διατηρηθούν μέσω της γραφής. Στον μικρόκοσμο του καθενός από μας έχουν άλλη βαρύτητα τα αντικειμενικά ίσως απαξιωθέντα. Οι καβγάδες με τα αδέλφια μας, η διχογνωμία των γονιών για τα περιθώρια που δίνουν στα παιδιά, κάποιοι θείοι πολύ γραφικοί, παππούδες, δάσκαλοι, συμμαθητές, γείτονες. Μικροεπεισόδια στη γειτονιά που παίρνουν άλλες διαστάσεις στα μάτια των μικρών παιδιών, μια που αναταράζουν τα νερά της καθημερινότητάς τους. Ο πόθος για ένα καινούργιο αυτοκίνητο, βόλτες στην εξοχή, τα πρώτα μπάνια στη θάλασσα. Ποιος δεν έχει τέτοιες μνήμες; Ακόμη περισσότερο όσοι βρισκόμαστε κοντά στην ηλικία του συγγραφέα και έχουμε προσωπικές αναφορές σ’ αυτή τη μικροαστική Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, νιώθουμε ακόμη πιο οικεία όσα περιέχονται σ’ αυτές τις αφηγήσεις.


Κάποιες από αυτές τις ιστορίες κουβαλούν και τα ντοκουμέντα τους, ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Πόσο μοιάζουν με τις δικές μας! Είναι μια ολόκληρη εποχή, όχι μόνο προσωπικά βιώματα. Νιώθεις τη δική σου νοσταλγία για τους προσωπικούς, δικούς σου τόπους, τους οριστικά χαμένους. Είναι η μετατροπή του ιδιωτικού σε κοινό, δημόσιο, και πάλι η αλλαγή του σε ατομικό. Έτσι η ζωή του συγγραφέα γίνεται προς στιγμή κοινό κτήμα και κατόπιν μεταλλάσσεται μαγικά σε ιδιωτική μνήμη. Πιστεύω ότι σημαντικό μερίδιο ευθύνης για το παραπάνω έχει ο τρόπος που ο Νίκος Παναγιωτόπουλος χειρίζεται τη γλώσσα. Μια απέριττη, λιτή χρήση λέξεων καθημερινών, οικείων, πολύ μακριά από στολίδια που θα τη φόρτωναν και θα απομάκρυναν το όλο δημιούργημα από τον κόσμο του αναγνώστη. Είναι ακριβώς ο τρόπος που χειριζόμαστε τις προσωπικές μας αναμνήσεις. Για μας και μόνο, οπότε δεν απαιτείται εμπλουτισμός της γλώσσας με περιττά φορτώματα. Ο συγγραφέας μοιάζει να μιλάει στον εαυτό του, και ο αναγνώστης να κινητοποιεί τον δικό του κόσμο με όχημα τις αφηγήσεις αυτές.



«Ο πατέρας λάτρευε την καλή ρετσίνα. Και την καλύτερη υποτίθεται ότι την είχε ο Σκούληκας, στη Δραγατσανίου, καμιά διακοσαριά μέτρα πιο κάτω από το σπίτι.
Όταν έκρινε πως ήμουν αρκετά μεγάλος, ο πατέρας μού εμπιστεύτηκε το καμάρι του – ένα γυάλινο μπουκάλι που μπορούσε να σταθεί όρθιο αλλά και πλαγιαστό, ώστε να διευκολύνει το σερβίρισμα, και μ’ έστειλε στου Σκούληκα.
Το μπακάλικο του Σκούληκα – που δεν τον έλεγαν Σκούληκα, φυσικά – ήταν ένας από τους εφιάλτες μου. Ένας λόγος ήταν η βρόμα κι η ακαταστασία που βασίλευε εκεί μέσα. Ένας δεύτερος ήταν ο ίδιος ο Σκούληκας, με το παχύ μουστάκι, τα μαύρα νύχια και το ένα του μάτι που ήταν θολό και πάντα ακίνητο.

Ο τρίτος και σπουδαιότερος ήταν ένα μισοσκότεινο δωματιάκι, δίπλα στο μπακάλικο. Εκεί, κάτω από τα μεγάλα βαρέλια, ήταν αραδιασμένα τρία τέσσερα τραπέζια, στρωμένα με λαδόκολλα, στα οποία βρίσκονταν μονίμως καθισμένοι οι εραστές της ρετσίνας, συνταξιούχοι με το ένα πόδι στον τάφο και μεροκαματιάρηδες με ασβεστωμένα μαλλιά και τα χέρια γεμάτα μπογιές. Τσιμπολογούσαν σαρδέλες από κονσέρβα, τυρί, ελιές, ντομάτα, αγγούρι και το συνόδευαν με μπόλικο ψωμί.
Όσην ώρα ο Σκούληκας γέμιζε το πολύτιμο μπουκάλι του πατέρα, ήμουν αναγκασμένος να ακούω τις απροκάλυπτες χοντράδες, τα βρόμικα αστεία και τα βροντερά τους γέλια, τους ασυνάρτητους καβγάδες τους για την πολιτική ή, το χειρότερο, όταν για κάποιον δικό τους λόγο αποφάσιζαν ν’ ασχοληθούν μαζί μου, τις τάχα σοφές συμβουλές και τις παραινέσεις τους.
Τότε ήθελα ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί κι ευχόμουν από μέσα μου να πάθει κάτι ο πατέρας – όχι πολύ σοβαρό όμως· κάτι μικρό, ώστε να του απαγορέψει ο γιατρός να πίνει ρετσίνα.» («Ρετσίνα»)

Στην προμετωπίδα του βιβλίου ένας στίχος του Τομ Γουέιτς: «I’ll tell you all my secrets / but I’ll lie about my past» (όλα μου τα μυστικά θα σου τα πω, μα θα σου πω ψέματα για το παρελθόν μου). Έτσι όπως μπερδεύεται το ακριβό της μνήμης με το τώρα, όπως πια δεν έχει σημασία τι αληθινά έγινε αλλά τι κρατήθηκε αφομοιωμένο στον νου, έτσι μάλλον γράφονται οι ιστορίες.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Vakxikon http://www.vakxikon.gr/8-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BD%CE%BF%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9/)