Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016


"από την  κατανόηση στην καταξίωση"

(μια “αιρετική” ερμηνεία του διηγήματος του Μάριου Χάκκα "Το ψαράκι της γυάλας")

     


    Αμφιλεγόμενος ο ήρωας του διηγήματος «Το ψαράκι της γυάλας». Η κριτική στάση απέναντί του κινείται από την ειρωνεία για τον συμβιβασμένο πρώην αγωνιστή ως τη συγκατάβαση για τον κουρασμένο επαναστάτη. Πόσο, όμως, πράγματι οι ερμηνείες αυτές προσεγγίζουν την εικόνα του ήρωα που αποτυπώνεται στις σελίδες του Μάριου Χάκκα;
 Έτοιμος είναι ο αναγνώστης να σταθεί ειρωνικά απέναντι στον πολύπαθο αυτό άνθρωπο, που ψάχνει το άλλοθι για να πάει σπίτι του, ενώ η πρότερη δράση του θα έπρεπε να τον οδηγήσει στο κέντρο της πόλης, προς τον αγώνα κατά της δικτατορίας (το διήγημα αναφέρεται στην πρώτη ημέρα της δικτατορίας του 1967). Αυτός, όμως, όχι! Θα πάει στο σπίτι του!  Ο αναγνώστης καταδικάζει τον “συμβιβασμό” του. Πού είναι το αγωνιστικό παρελθόν; Γιατί προτιμάει να κοιμηθεί ήσυχος;
 Πιο συμπαθής προς τον ήρωα η άλλη ερμηνεία, είναι έτοιμη να κατανοήσει τη συσσωρευμένη κόπωση, την απογοήτευση που φέρνουν οι διαρκείς διώξεις και τα αμφίβολα οφέλη. Αυτός, εκπρόσωπος της λεγόμενης “γενιάς της ήττας”, είναι, ίσως, φυσικό να νιώθει μέσα του την πίκρα για μια αριστερά που “τρώει τα παιδιά της”, αφήνοντας μάλιστα βαθιά τη γεύση της ενοχής και τη διάθεση για μια ιδιόμορφη παραίτηση, τουλάχιστον από τον καθημερινό αγώνα.

 Ας πλησιάσουμε, όμως, καλύτερα τον ήρωα. Οι παραπάνω ερμηνευτικές στάσεις ελάχιστα αποδίδουν, νομίζω, την  ουσία της προσωπικότητάς του. Ο Μάριος Χάκκας, προοδευτικής ιδεολογίας ο ίδιος, δημιούργησε τον άνθρωπο του διηγήματός του με στοιχεία από το αγωνιστικό παρελθόν της γενιάς του. Ο ήρωάς του, βρισκόμενος σε μέση ηλικία κι έχοντας να απαριθμήσει στο παρελθόν του φυλακίσεις, διώξεις, εξορίες, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μιας νέας δίωξης, όταν εκδηλώνεται το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. 



Επί ένα σχεδόν εικοσιτετράωρο τριγυρνάει στην πόλη χωρίς να αποφασίζει πού θα κατευθυνθεί. Στο κέντρο, όπου θα βρίσκονται ήδη οι αντιτιθέμενοι με το νέο καθεστώς, άρα στον αγώνα, άρα σε νέα σύλληψη και ταλαιπωρία; Στο σπίτι του, όπως όλοι οι “φιλήσυχοι”πολίτες, οι μη μετέχοντες ποτέ στα πολιτικά δρώμενα, παρά μέσα από το ραδιόφωνο, οι ανήσυχοι μόνο για το ποδόσφαιρο της Κυριακής; Νιώθει να μην έχει σχέση με καμία από αυτές τις ομάδες. Σίγουρα δεν είναι ο τυπικός φιλήσυχος πολίτης με την αστικού τύπου οικογένεια, ο οποίος έχει περιορισμένους τους ορίζοντές του στα στενά πλαίσια του τακτοποιημένου του σπιτιού, και της αμφίβολης ευτυχίας του. Ποτέ δεν ήταν ένας από αυτούς, ποτέ δεν κλεινόταν σπίτι του, όταν τα γεγονότα και η συνείδησή του τον καλούσαν. Πάντα έβγαινε μπροστά διακινδυνεύοντας αυτά τα λίγα που είχε κατορθώσει να πετύχει. Τώρα, βέβαια, είχε πια κάτι δικό του, κάτι που θα μπορούσε κάπως να τον εντάξει στους βολεμένους, με ένα σπιτάκι, λίγα επιπλάκια, ένα χρυσόψαρο στη γυάλα να εξαρτάται απολύτως από αυτόν, αφού δεν κατόρθωσε να κάνει οικογένεια, έχει τέλος πάντων δημιουργήσει πια μια ζωούλα λιτή αλλά πολύτιμη συγκρινόμενη με τα τόσα χρόνια της ταλαιπωρίας και των στερήσεων. Από την άλλη, κάτι τον κάνει να διστάζει να ακολουθήσει τους άλλους που, σαν κι αυτόν κάποτε, βγήκαν μπροστά στον αγώνα με αβέβαιο το μέλλον. Μια ζωή τα ίδια; Μια ζωή οι ίδιοι και οι ίδιοι; Αυτός ο τόπος δεν έχει κανέναν άλλο να νοιάζεται για την τύχη του; Να βάζει το κοινό καλό πάνω από την προσωπική του ευδοκίμηση; Η νεολαία, του μαθαίναν κάποτε, είναι το πιο ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι του λαϊκού κινήματος. Οι νέοι θα βγουν μπροστά, πάντοτε οι νέοι. Ναι, αλλά και η παλαιότερη γενιά δεν έχει ξοφλήσει. Έτσι δεν είναι; Ποιος είναι ο ρόλος της;  Το δίλημμα είναι μεγάλο. Κι εκεί που φαίνεται ότι δεν δίνεται λύση, ανακύπτει το μείζον ερώτημα: και το ψαράκι τι θα γίνει; Να λοιπόν το άλλοθι. Θα πάει σπίτι του για να φροντίσει το χρυσόψαρο στη γυάλα, το μόνο ον που εξαρτάται απολύτως από αυτόν. Καμιά φορά η ζωή μας περιστρέφεται γύρω από φαινομενικά ασήμαντα πράγματα και ευτελείς, όπως τουλάχιστον φαίνεται, επιλογές. Η σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός αυτής της ίδιας της επιλογής μας. Είμαστε εμείς που δίνουμε περιεχόμενο και νόημα στο κάθε τι προσδιορίζοντας, έτσι, και τη στάση μας. Για τον ήρωα του Χάκκα η επιλογή αυτή σήμαινε ίσως τη λύση στο δίλημμά του; Έδειχνε τον συμβιβασμό του; Μήπως μας δίνει. έτσι, την αγωνία του μπροστά στην πικρή γνώση ότι δεν έχει στην ουσία επιλογή;


 Το διήγημα τελειώνει με τη φράση «εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν».
 Εδώ, όμως, βρίσκεται και το κλειδί της ερμηνείας. Αν το διήγημα συνεχιζόταν, σκεφτήκαμε ποια θα ήταν η επόμενη σκηνή; Ο ήρωας (σεσημασμένος από τις διωκτικές αρχές, αριστερός με αγωνιστικό παρελθόν) θα βρισκόταν στην ασφάλεια, και από εκεί στη φυλακή και στην εξορία. Η επιλογή του, λοιπόν, δεν  τον οδήγησε στην πραγματικότητα στο σπίτι του αλλά ίσα ίσα σε μια συνέχεια της ζωής του της αγωνιστικής, της συνεπούς και της ηρωικής, ας το πούμε έτσι.
 Ποιον, λοιπόν, κρίνουμε τόσο αυστηρά, τόσο αβασάνιστα, και τον αποκαλούμε “βολεμένο”; Τον αγωνιστή με ταυτότητα; Αυτόν που δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει, γιατί τα αγωνιστικά του βιώματα θα τον τοποθετούν στην πρώτη γραμμή, ακόμη και όταν αυτός θα έχει πάει σπίτι του; Βρισκόμαστε, έτσι, μπροστά σε έναν τυπικό εκπρόσωπο της μαχόμενης ιδεολογίας αυτού του τόπου. Ας του δικαιολογήσουμε την απογοήτευση, το παράπονο που νιώθει, όταν το καθήκον πάλι αυτόν καλεί και όχι τους νεότερους, ας σταθούμε δίπλα στα διλήμματά του (διλήμματα ζωντανού ανθρώπου), ας καταξιώσουμε επιτέλους τον ήρωα.
 Έγραψε ο Ρίτσος «η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα». Εδώ ο Χάκκας μάς δίνει τη δική του αλήθεια. Ναι, η ζωή τραβάει την ανηφόρα. Όχι, όμως, με σηκωμένες γροθιές μόνο, αλλά με το προσωπικό ήθος του καθενός, που ξέρει να δηλώνει το αγωνιστικό του φρόνημα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ακόμη και με το βασανιστικό του δίλημμα. Ας αναλογιστούμε εδώ όλους αυτούς που πολύ γρήγορα αποφάσισαν να καταθέσουν τα όπλα.
 Οι ήρωες, όπως μας αρέσει να τους αποκαλούμε, είναι άνθρωποι με συναισθήματα, με αγωνίες, με εσωτερικές συγκρούσεις. Με ζωντανά διλήμματα, που τους ταλαιπωρούν και τους κάνουν να ξεχωρίζουν από όλους αυτούς που ούτε σκέφτονται  ούτε διστάζουν ούτε προβληματίζονται για τις επιλογές τους, γιατί απλούστατα έχουν επιλέξει πολύ εύκολα τον επίσης εύκολο δρόμο, τον σίγουρο δρόμο της ησυχίας, της τάξης και της προσωπικής τους ασφάλειας. Ποια σχέση μπορεί ποτέ να έχει ο ήρωάς μας με το είδος αυτό του ήσυχου διεκπεραιωτή, του σίγουρου για τις επιλογές του υπηρέτη της δεδομένης εικόνας; Ο καθένας από αυτούς αποτελεί ένα κάποιο κομμάτι της “τοιχογραφίας”. Ο ήρωας του διηγήματος του Χάκκα δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί, όπως είδαμε, να έχει καμία σχέση με ολόκληρο το νόημα αυτής της τοιχογραφίας. Αυτή είναι και η διαφορά του από τους άλλους.

Διώνη Δημητριάδου



Μάριος Χάκκας, ''Το ψαράκι της γυάλας"

 Ο άνθρωπος, με τη φρατζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.


Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός, μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.

Το σωστό είναι, όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δυο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπος μας στις συγκεντρώσεις, είναι αλήθεια πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: "Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου."

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει πια δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δε γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ - φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάζει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.

Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. "Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι", έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. "Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον."

Κι όμως, έστω χωρίς γάμο, μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερες τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικο βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλο-πράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.

Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.

'Ηταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. 'Ηταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λόγκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. "Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία." 'Ηταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ' ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;

Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

'Εκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. 'Ηταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επιτούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά, της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες σκέψεις: "Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. 'Οπου να'ναι θα πέσουν."

Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο. "Πώς θα πέσουν;" άκουσε μια φωνή μέσα του, "όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;" "θα τους ρίξει ο λαός", διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτόν το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;

"Δεν μπορώ", σκέφτηκε, "προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. 'Οσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι."

Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. 'Ομως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.

Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.

- Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.

- Θα'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;

- Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω.

- Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπο του. 'Εχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα
τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέρφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτόν του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας:

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. 'Ηταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. 'Ομως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαζε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.

Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα: 'Ενα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. 'Εκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρταράνε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.

Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του . μέτωπο. "Δε γίνεται" σκέφτηκε, "πρέπει να πάω." Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα, τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.

Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.
Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

Μάριος Χάκκας "Το ψαράκι της γυάλας", από τη συλλογή διηγημάτων"Ο μπιντές και άλλες ιστορίες"