Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016


«Την Κυριακή έχουμε γάμο»

μυθιστόρημα  του Γιάννη Ξανθούλη 

εκδόσεις Διόπτρα




Τον Γιάννη Ξανθούλη τον διαβάζω από το 1981, όταν κυκλοφόρησε ο «Μεγάλος θανατικός». Ήταν μια παρουσία που ξεχώρισε ανάμεσα στις τόσο πολλές που γέμισαν τα χρόνια εκείνα τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Με πρωτότυπο ύφος, χαμηλόφωνη γραφή, τόσο οικεία με τα δικά μας τότε βιώματα, που αποζητούσαν πιο ήπιους τόνους από την πολύβουη,  φορτισμένη πολιτική πραγματικότητα. Καθημερινότητα των προσώπων, κατανόηση των αδυναμιών, χιούμορ πίσω από εικόνες και λέξεις. Και η θεματολογία του, στα περισσότερα τουλάχιστον από τα βιβλία του, ενδιαφέρουσα και συχνά πρωτότυπη, έκανε τη διαφορά σε μια εποχή που πολλοί έγραφαν (συχνά με καλή πένα) χωρίς να έχουν προσδιορίσει επακριβώς το θέμα τους. Είχα, ωστόσο, τις περισσότερες φορές ένα πρόβλημα με τα γραπτά του Ξανθούλη. Ενώ ξεκινούσε με τις πιο ευοίωνες προδιαγραφές, στη συνέχεια δεν κατάφερνε να ολοκληρώσει με την ίδια ένταση το θέμα του. Σαν να χαλάρωνε στην πορεία. Κάτι όμως με τραβούσε στη γραφή του, έτσι ήμουν πάντοτε εκεί σε κάθε μία ανανέωση της σχέσης του με τον αναγνώστη. Τα τελευταία χρόνια έμενα αρκετά ικανοποιημένη από τη διαχείριση των θεμάτων του («Ο θείος Τάκης», «Η δεσποινίς Πελαγία», «Η εκδίκηση της Σιλάνας», «Ο γιος του δασκάλου»). Με το τελευταίο του μυθιστόρημα όμως με αποζημίωσε και με το παραπάνω για την επιμονή μου να τον διαβάζω.

Την Κυριακή έχουμε γάμο, μας ανακοινώνει στον τίτλο το βιβλίο. Όλα θα ήταν πολύ απλά, και ίσως βαρετά ακόμη, αν επρόκειτο για μια συνηθισμένη γαμήλια προετοιμασία. Ο συγγραφέας όμως σκοπεύει να μας ξαφνιάσει, μια που αυτός ο γάμος έχει ήδη τελεσθεί και μάλιστα κάπου πενήντα και βάλε χρόνια πίσω. Μόνο που ο Ιορδάνης Λεοντίου φαίνεται αυτό να το αγνοεί ή να μην το θυμάται πια. Γιατί γι’ αυτόν

[…]ο γάμος αυτός θα παρέμενε για πάντα καρφιτσωμένος σε ένα μέλλον που οι χαζοί θεωρούσαν παρελθόν.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

...Ο γάμος γίνεται την Κυριακή και προκαλεί την ανατροπή στο ταξίδι. Ταξίδι στο παρατεταμένο καλοκαίρι μιας γυναίκας στα μαύρα και του μικρού γιου της. Μάνα και παιδί πενθούν έναν άντρα χαμένο στα χρόνια του πολέμου. Πληροφορίες δεν υπάρχουν παρά μόνο υποθετικό πένθος, υποθετική ορφάνια.
Και τώρα το ταξίδι. Μακρινό καλοκαιρινό ταξίδι από την Αθήνα στον Έβρο· ταξίδι φορτωμένο δισταγμούς και επιθυμίες. Εκεί θα ’ρθουν αντιμέτωποι με όλα τα διλήμματα της ζωής τους, επώδυνα και γεμάτα από τις χαρές που τους λείπουν. Πάνω τους, μια ύπουλη συναστρία ειρωνικών αστερισμών· και μέσα σ’ όλα ο γάμος, σαν οξύμωρο περιστατικό μεταξύ τρελού πανηγυριού και τραγωδίας.
Οι ήρωες της ιστορίας αυτής θα παίξουν και θα μπλεχτούν μέσα στον χρόνο. Στο παρόν και στο μέλλον, με τις τρικλοποδιές του αορίστου... Γι’ αυτό και τα αισθήματά τους, έντονα όσο ποτέ, θα ενηλικιωθούν με επικίνδυνη ταχύτητα. Μέσα από τη ματιά του παιδιού κι ενός καλοκαιριού με συστατικά τον έρωτα, το πάθος, τον θάνατο και το γέλιο. Όπως η ίδια η ζωή. Και πίσω απ’ όλα ο γάμος, σαν πρόσχημα σοβαρό, με την αστεία αθωότητά του.
Τώρα τι σχέση μπορεί να έχει ο Ιορδάνης Μακρής με τον Ιορδάνη Λεοντίου και την κοινή τους λαχτάρα για το ταξίδι-περιπέτεια, ας το αφήσουμε σε όσους συμμερίζονται τους γρίφους και αποδέχονται την πρόσκληση στον γάμο της Κυριακής.

Μου αρέσει αυτή η πρόσκληση-πρόκληση, έτσι όπως στοχεύει κατευθείαν στο θυμικό μας. Ένα ταξίδι προς τα πίσω, όσο αντέχει και μπορεί η μνήμη αλλά και όσο ο ταξιδιώτης (το μικρό παιδί αλλά και ο ηλικιωμένος εαυτός του) θα κατορθώσει να ‘πατήσει’ στα χνάρια μιας παλιάς επώδυνης ιστορίας. Δύο κόσμοι ανοίγονται μπροστά μας. Ο ένας του μικρού Ιορδάνη Μακρή, που μαζί με τη μητέρα του θα κάνουν μια πολύωρη διαδρομή (με τραίνο) το μακρινό 1953, με προορισμό την Μακρινή (όνομα και πράγμα), χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αλεξανδρούπολη. Επρόκειτο να είναι ένα ταξίδι αναψυχής στον τόπο του εξαφανισμένου από την Κατοχή πατέρα. Όμως προέκυψε ο γάμος, ως αναπόφευκτη εξέλιξη μιας εγκυμοσύνης, και η ρουτίνα της θρακικής επαρχίας ανατρέπεται. Γιατί αυτός δεν είναι ένας συνηθισμένος γάμος. Ο Ξανθούλης εδώ έβαλε όλη την τέχνη του. Κάτι ανάμεσα σε κωμωδία και δράμα. Ο μικρός Ιορδάνης θα χρισθεί ξαφνικά κουμπάρος, η μάνα του θα παθαίνει απανωτές κρίσεις με αποτέλεσμα να εκστομίζει δημοσίως την αγαπημένη εκτονωτική φράση της: «να πάτε να γαμηθείτε όλοι σας», γύρω θα πλανάται η απουσία του πατέρα ως εικαζόμενο πένθος, που μόνο η ‘χήρα’ αποδέχεται. Δεσπόζουσα φυσιογνωμία η γιαγιά Σύρμω (ο στρατάρχης Παπάγος, που ξέρει πολύ περισσότερα από όσα αφήνει να εννοήσουν οι άλλοι), θείες και θείοι, ξαδέλφια και -σαν να μην έφθαναν όλοι αυτοί- το απαραίτητο συμπεθεριό που θα αφιχθεί και θα εγκατασταθεί στο χωριό. Αν το μάτι μας πάει λίγο πιο έξω από το χωριό, παραμονεύει ο θάνατος μέσα σ’ ένα χωράφι όπου οι λαλέδες (παιωνίες) υπόσχονται τραγικό διαμελισμό σε όποιον ερωτευμένο θελήσει να τις κόψει. Στην πραγματικότητα αυτό το εγγυώνται οι νάρκες που βρίσκονται εκεί ξεχασμένες από την Κατοχή, αλλά ποιος σκοτίζεται για αυτή τη μικρή διαφορά; Επιστέγασμα όλων αυτών ένα μυστικό που θα κρατιόταν έτσι θαμμένο για πάντα, αν ο μικρός Ιορδάνης ήταν πιο ήσυχο παιδί και δεν έψαχνε τα ξένα συρτάρια. Και τότε όλα θα ανατραπούν.

Του άρεσε ο ρόλος του Τηλέμαχου που δεν κρατούσε την παραμικρή ανάμνηση από τον βασιλιά της Ιθάκης- θύμα πολέμου κι αυτός, με μια μάνα νευρασθενική, που δάμαζε τον χρόνο υφαίνοντας και ξηλώνοντας στον αργαλειό ένα πέπλο-άλλοθι


Όλη αυτή η ιστορία θα μπορούσε να είναι ένα παραμύθι, μια φανταστική αφήγηση. Μήπως δεν είναι γοητευτικές για ένα μικρό παιδί οι παλιές ιστορίες που αφηγούνται οι γεροντότεροι; Στην ιστορία αυτή υπάρχει αυτό το παιδί, η μικρή εγγονή του Ιορδάνη η Βικτώρια, η οποία θα γίνει αποδέκτης των εκμυστηρεύσεων του παππού της.

«[…]εμείς ήμασταν αληθινοί, Βικτώρια. Εμείς, Βικτώρια, ήμασταν υπέροχα βασανισμένοι…»

Άλλωστε είναι και η μόνη που τον καταλαβαίνει, που κατανοεί την αναγκαιότητα αυτού του παράλογου ταξιδιού με το ένστικτο που τα μικρά παιδιά έχουν για να συλλαμβάνουν τα υπαρκτά αλλά αόρατα.
Και είναι αυτή που θα ξέρει στο τέλος της ιστορίας ότι ο παππούς της

[…]θα κυκλοφορούσε στο εξής αθέατος στα τρένα, μοιράζοντας μπομπονιέρες μόνο σε ταξιδιώτες εκπαιδευμένους να κρατούν μυστικά.

Ο κόσμος του Ιορδάνη Λεοντίου συνιστά μια άλλη πραγματικότητα, με το σκοτάδι της άνοιας (κατά τη γνώμη όλων), με τη βαθύτατη επιθυμία όμως να ξεφύγει προς το παρελθόν σε μια ξεχασμένη πια ταυτότητα, σε ένα γάμο που μοιάζει να μην έχει τελειώσει ποτέ. Οι δύο αυτοί κόσμοι γίνεται να συναντηθούν; Πόση απόσταση θα διανύσει η συνείδηση του μικρού Ιορδάνη Μακρή, αλλά και πώς θα ζωντανέψει το υποσυνείδητο του Ιορδάνη Λεοντίου την υπνώττουσα μνήμη, ώστε να επιτευχθεί έστω φευγαλέα η αναγκαία ταύτιση στον χρόνο; Η λογοτεχνία δηλώνει πως μπορεί να το κατορθώσει.


Όπως όλα τα βιβλία του Γιάννη Ξανθούλη πατάει και αυτό πάνω στη μνήμη και στην επεξεργασία του παρελθόντος με τις αναπόφευκτες προσωπικές ερμηνείες. Γιατί εδώ ο αναγνώστης νιώθει να ταυτίζεται με κάποια από τα πρόσωπα της ιστορίας, αποδέχεται τη σουρεαλιστική συνύπαρξη στο ίδιο σκηνικό του μικρού Ιορδάνη και του ηλικιωμένου Ιορδάνη, σαν να ήταν ρεαλιστική συνθήκη, και πείθεται από τον λόγο του συγγραφέα ότι όλα αυτά θα ήταν δυνατόν να συμβούν. Αυτή όμως δεν είναι η τέχνη της συγγραφής;

Στο εξώφυλλο μια ζωγραφιά του συγγραφέα, που θέλει έτσι να δώσει την ολοκληρωμένη υπογραφή του στο βιβλίο του. Και διαβάζοντας προσεκτικά την εικόνα πια, βλέπουμε τις φιγούρες του παράδοξου αυτού γάμου σε απόλυτη απόδοση.
Θεωρώ ότι πρόκειται για το πιο ώριμο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη. Λες και μέσα του έρχονται και βρίσκουν τη θέση τους σκηνές και πρόσωπα από όλα σχεδόν τα προηγούμενα, που ίσως τώρα δικαιολογούν εν μέρει το ανολοκλήρωτο της γραφής τους.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Booktour Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη «Την Κυριακή έχουμε γάμο» από τις εκδόσεις Διόπτρα

Διαβάστε περισσότερα: http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sto-mythistorima-toy-gianni-xanthoyli-tin-kyriaki-echoyme-gamo-apo-tis-ekdoseis-dioptra/)