Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016




"Κρατάτε μυστικά;"

διήγημα της Σαβίνας Μαντζαβινάτου





     Ο Νίκος Π. από πάντα του ήταν περίεργος άνθρωπος. Μυστικοπαθής, εσωστρεφής, λίγες παρέες, ανθρωποδιώχτη τον φώναζαν οι λιγοστοί φίλοι του.
Από παιδί ήταν έτσι. Θέλεις τον επηρέασε η οικογενειακή του κατάσταση, θέλεις το σχολικό περιβάλλον όπου δύσκολα τακίμιαζε με συμμαθητές, θέλεις ο τρόπος που έπαιρνε στροφές το μυαλό του. Εξέπεμπε σε άλλους χιλιοκύκλους θα ’λεγε κανείς.
Είχε ωστόσο ένα μεγάλο προτέρημα. Κρατούσε πάντα τον λόγο του. Ό,τι έταζε, ό,τι συμφωνούσε, ο κόσμος να χάλαγε το τηρούσε.
Ζούσε με τον πατέρα του, η μάνα τούς είχε εγκαταλείψει μόλις γέννησε το μωρό. Όμως το σπίτι τους ήταν γεμάτο από φωτογραφίες της. Έτσι ήθελε ο πατέρας, που ποτέ δεν είπε πικρή λέξη στο παιδί και σε κανέναν γι’ αυτήν. Όταν κάποιοι, λιγοστοί, που έμπαιναν στο σπίτι τους, τον ρωτούσαν τάχα γενικώς και αορίστως…

-Καθένας με τον Γολγοθά του, τούς αποστόμωνε, και εκεί σταματούσε κάθε κουβέντα.

Το ίδιο απαντούσε και στον Νίκο, που αρχικά οι ερωτήσεις του έπεφταν βροχή, σε χέρσο χωράφι , ώσπου εγκατέλειψε και αυτός.
Η ζωή τους κυλούσε ήρεμη κατά τα άλλα, στο αστικό τους σπίτι, κάπου σε μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης.
Ο πατέρας είχε δική του βιοτεχνία και οι πόροι του επέτρεπαν στον Νίκο να πάρει πολύπλευρη μόρφωση, ξένες γλώσσες, βιολί και πολλά ταξίδια.
 Παιδάκι ακόμα και είχε επισκεφτεί με τον πατέρα πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, και έμαθε τα μουσεία τους απόξω και ανακατωτά. Τώρα τι από όλα αυτά ρίζωσαν στο παιδικό κεφαλάκι ήταν άλλη υπόθεση.
Πάντως ο πατέρας ισχυριζόταν ότι έριχνε σπόρους που κάποτε, σε αόριστο χρόνο, θα κάρπιζαν.
Μεγάλωνε, προόδευε και πήγε να φοιτήσει σε ένα πανεπιστήμιο του εξωτερικού.
Η επικοινωνία με τον πατέρα συχνή, τακτική, είχαν συμφωνήσει για δυο φορές την εβδομάδα τηλέφωνο και φυσικά ο λόγος τους συμβόλαιο.
Πότε πότε γύριζε στο πατρικό για να περάσει με τον πατέρα κάποιες γιορτές.
Τα χρόνια περνούσαν, τέλειωσε  τις σπουδές του και γύρισε στην πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη του, για να εξασκήσει το επάγγελμά του.
Στο αεροδρόμιο τον καλοδέχτηκε ο πατέρας, όχι μόνος. Μια κυρία στεκόταν στο πλάι του, όμορφη, αριστοκρατική, ευγενής και λιγομίλητη.

-Η κυρία Αλεξάνδρα, φίλη μου καλή, είπε ο πατέρας

Εκείνη την ημέρα φάγανε μαζί στο ταβερνάκι που συνήθιζαν να πηγαίνουν πατέρας και γιος. Εγκάρδιες κουβέντες αντάλλασσαν στο τραπέζι αλλά λιγοστές, όπως πάντα. Θαρρείς μίλαγαν ελάχιστα, γιατί σκέπτονταν διαρκώς.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις
Τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
Όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
Μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες…

Του ’μαθε από μικρό ο πατέρας, έτσι και αυτός λάτρεψε τον Καβάφη και είχε λίγα λόγια χωρίς φιοριτούρες

- Όπως σου είπα η κυρία Αλεξάνδρα και εγώ είμαστε φίλοι, στενοί φίλοι.
- Κατάλαβα, πατέρα. Και χαίρομαι πολύ που θα μοιράζεσαι τη ζωή σου με μιαν αξιόλογη κυρία.
-  Ευχαριστώ, Νίκο, ψέλλισε η κυρία Αλεξάνδρα.


Είχε ζεσταθεί πολύ η ατμόσφαιρα, μπήκε και ένα μπουζουκάκι στο μαγαζί…κουράστηκα για να σε αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρελλή…, συνόδεψαν τον τροβαδούρο.
Αποχαιρετίστηκαν με αμοιβαίες χειραψίες
και έφυγαν για το σπίτι του ο καθένας.

Ακολούθησαν μέρες πολλές, μακριά πατέρας και γιος.
Ώσπου το τηλέφωνο χτύπησε, ήταν ο πατέρας. Κάλεσμα για φαγητό την Τετάρτη.

- Ευχαριστώ, πατέρα, μα Τετάρτη και Παρασκευή μου είναι αδύνατον. Έχω σοβαρή δουλειά.
-  Κάθε εβδομάδα;
-  Κάθε εβδομάδα.
-  Καλά, τα ξαναλέμε.

Ήταν Δεκέμβρης, κοντά στις γιορτές. Η Θεσσαλονίκη κούκλα, ντυμένη στα γιορτινά της, το κρύο διαπεραστικό, λίγο χιόνι στους δρόμους και ο κόσμος βιαστικός με πακέτα στο χέρι, ρεγάλο για τα καλέσματα που ο καθένας είχε κανονίσει.
Ανήμερα Χριστούγεννα.
Ο Νίκος ξεκίνησε για το πατρικό του. Όμως δεν ήταν μόνος.
Στην πόρτα τούς δέχτηκαν η Αλεξάνδρα και ο πατέρας… Τα μάτια του  πατέρα άνοιξαν διάπλατα και γέμισαν δάκρυα.
Έγιναν οι συστάσεις.

- Η μητέρα μου, σύστησε ο Νίκος. Πατέρα, ώρα συγγνώμης.
- Καλώς ήρθες Λουκία. Χρόνια πολλά.


Σαβίνα Μαντζαβινάτου

"Δέντρο", μικτή τεχνική (μέταλλο και ζωγραφική), Κατερίνα Αλαβέρα