Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016




«Σοκολάτα»


διήγημα της Σαβίνας Μαντζαβινάτου





-Θα συναντηθούμε έξω από το μουσείο. Βάλε τη ζακέτα σου, τη χοντρή, κάνει κρύο.

Η καθημερινή τους βόλτα. Ξεκινούσαν από εκεί, μετά λίγο περπάτημα ίσαμε το Σύνταγμα, μια ζεστή σοκολάτα στο μαγαζάκι της γωνίας και κουβεντούλα.
Συνήθιζαν να διαβάζουν ο καθένας το δικό του βιβλίο και να ιστορούν ο ένας στον άλλον την υπόθεση. Έτσι συζητούσαν με τις ώρες και έκαναν και οικονομία.
Τρία χρόνια που βαστούσε η αγάπη τους το ίδιο πρόγραμμα. Μετά την έσφιγγε στην αγκαλιά του και έφευγε για μια δουλίτσα που κατάφερε να του βρει ο αδελφός του. Εκείνη για το ωδείο που έκανε την πρακτική  της σε παιδάκια που μάθαιναν πιάνο. Σαν τελείωναν οι δουλειές τους, αργά το απόγευμα, γύριζαν σπίτι. Καθένας στο δικό του, στους γονείς που είχαν αναλάβει να βοηθάνε την κατάσταση.
Φτώχεια, ήσυχη ζωή δίχως απαιτήσεις .Και όμως ήταν καλά. Η αγάπη βλέπεις.
Να, την είδε να καταφτάνει με πηδηματάκια χαριτωμένα από μακριά, πάντα πρώτος αυτός να την περιμένει. Και πόσο όμορφη, Θεέ μου, το κρύο τής είχε βάλει κοκκινάδι στα μάγουλα, αυτά τα στρογγυλά μηλαράκια που είχε για μάγουλα, και τα μαύρα μαλλιά της, αχ αυτά τα μεταξένια τουφάκια, ανέμιζαν στον παγωμένο αγέρα. Στα χέρια, όπως πάντα, τα κόκκινα χνουδωτά γαντάκια και στα ελαφίσια πόδια της κόκκινες μπότες. Της άρεσε πολύ αυτό το χρώμα. Καθώς πλησίαζε, είδε λαμπερά τα αμυγδαλωτά της κατάμαυρα μάτια και τις γωνίες του προσώπου της που πρόβαλλαν στο πλάι μιας στραβής μυτούλας. Την πείραζε για τη μύτη της, και αυτή του γκρίνιαζε για τα μεγάλα αυτιά του που τα έκρυβε συχνά ένας μαύρος σκούφος. Τι όμορφες ατέλειες! Αυτές ερωτεύτηκαν αρχικά. O ένας το ελάττωμα του άλλου. Το χαμόγελο μόνιμα χαραγμένο στο πρόσωπό της μόλις έστριβε τη γωνία και τον έβλεπε να την περιμένει.

-Έλα, έλα αγάπη μου, πάμε μέσα, θα παγώσουμε.

Αντάλλαξαν μπαίνοντας μερικές κουβέντες, πώς ήταν χθες στη δουλειά, τι φάγανε στο βραδινό, τι είδαν στην τηλεόραση, τι κάνουν τα γερόντια, και χώθηκαν στη ζεστή αίθουσα με τα πήλινα αγαλματίδια που τα λάτρευαν και οι δυο. Είχαν ανακαλύψει μάλιστα πως δυο από αυτά τούς έμοιαζαν, το ένα ακουμπούσε το χέρι του άλλου, και χώθηκαν μέσα στη βιτρίνα  με μια βουτιά. Τα καλημέρισαν, κολύμπησαν μαζί τους στη θάλασσα των ονείρων τους και βγήκαν αγκαλιά για να συνεχίσουν την περιήγηση. Επόμενος σταθμός η βιτρίνα με τα μαγειρικά σκεύη. Τα φαντάστηκαν στην κουζίνα τους και μύρισαν την καυτή σούπα που έκρυβαν στο κοίλωμά τους. Για το τέλος της σχολαστικής τους περιήγησης άφηναν πάντα ένα ειδώλιο κυκλαδικό με φουσκωμένη κοιλιά, τον μπεκρή, και τραγουδούσαν γελώντας κάτι στιχάκια που είχαν ακούσει γι’ αυτό, από πού δεν θυμόντουσαν.

«Στην υγειά σας στην κοιλιά σας είμαι ο μπεκρής
από το πολύ κρασάκι εζαλίστηκα λιγάκι
ειδώλιο πρώτο κυκλαδικό
τρεις χιλιάδες χρόνια πριν απ’ το Χριστό»

Αυτή την ημέρα πέρασαν με περίεργη βιάση - ποτέ δεν βιάζονταν συνήθως - εμπρός από όλα τα εκθέματα και μετά από ώρα βγήκαν για να κάνουν το υπόλοιπο πρόγραμμα της ημέρας.
Έχωσε το χέρι του στην τσέπη του τριμμένου μπουφάν του και της πρόσφερε μια γκοφρέτα από αυτές που της άρεσαν, με τα φουντούκια
Ναι, σήμερα ήταν παράξενα σιωπηλοί. Έσφιγγαν περισσότερο ο ένας το χέρι του άλλου, οι αγκαλιές τους ήταν δυνατές, σχεδόν βίαιες. Βάδιζαν αργά αργά, σαν να μην ήθελαν να φτάσουν στον προορισμό τους.

-Βρε καλώς τους, τούς γέλασε το γκαρσόνι. Είχαν γίνει πια φίλοι.

Το καλημέρισαν και κάθισαν στο αγαπημένο τους τραπεζάκι, χωμένο στο βάθος, μακριά από το βουητό του δρόμου, κάτω από έναν παλιό καθρέφτη που κρεμόταν στις άκρες του ένα βελούδινο σάλι με μεταξωτά κρόσια για γυναίκες άλλων εποχών. Χάθηκαν στο παλιό ταγκό που έπαιζε στο πικάπ  και ρούφηξαν την καυτή τους πολυτέλεια. Σαλόνια με όμορφες κυράδες να στροβιλίζονται στο ρυθμό της μουσικής τούς ήρθαν στο μυαλό και καλοντυμένοι εραστές να τις θωπεύουν ντροπαλά. Γέμισαν τα χειλάκια της με σοκολάτα -έβαλες μουστάκι- την πείραξε και βάλθηκε με τα χείλη του να της ρουφά το λεκέ.
Δεν μίλησαν για βιβλία καθόλου, όπως έκαναν συνήθως. Ώρα πολλή κάθονταν αμίλητοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Οι δείχτες του ρολογιού στον τοίχο χτύπησαν αμείλιχτα την πένθιμη ώρα του αποχωρισμού.
Ανόρεχτα σηκώθηκαν και φιλήθηκαν.

-Κάνε κουράγιο Αγγελική, Αγγελικούλα μου. Σε δυο τρία χρόνια θα γυρίσω με οικονομίες και θα στήσουμε το σπιτικό μας.

Σαβίνα Μαντζαβινάτου


(J. Everett Millais, "Ναι" 1877)