Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016



Μιά προσπάθεια φιλολογικῆς 

καί θεολογικῆς προσέγγισης 

στο διήγημα του Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη

«Τό μοιρολόγι τῆς φώκιας» 



ἀπό τόν

πρωτ. π. Σταῦρο Τρικαλιώτη








«Τό μοιρολόγι τῆς φώκιας» - ἕνα ἀπό τά καλύτερα καί ὡραιότερα διηγήματα τοῦ μεγάλου μας λογοτέχνη Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη- ἀποτελεῖ καί σήμερα, ἑκατό καί πλέον χρόνια ἀφ᾽ ὅτου γράφτηκε, - πρωτοδημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «Πατρίς» τό 1908- ἕνα ἀνεξάντλητο μεταλλεῖο νοημάτων, πέρα ἀπό τό αἰσθητικό ἀποτέλεσμα πού μᾶς προσφέρει ὡς λογοτέχνημα.

     Στό διήγημα αὐτό ὁ Παπαδιαμάντης, χωρίς νά παρεμβαίνει ἄμεσα προσθέτοντας κάποιο ἀφηγηματικό σχόλιο – κάτι πού κάνει σέ ἄλλες περιπτώσεις- καταγράφει μέ τρόπο ρεαλιστικό τήν ἱστορία τῆς χαροκαμένης γρια - Λούκαινας - ὁ Χάρος ἐδῶ εἶναι μιά ἐπιτυχημένη προσωποποίηση τοῦ θανάτου, γνωστή κι ἀπό τά δημοτικά μας τραγούδια- καί τό τραγικό γεγονός τοῦ πνιγμοῦ τῆς ἐγγονῆς της, τῆς ἐννιάχρονης Ἀκριβούλας. Ἐκεῖνο πού οὐσιαστικά κάνει μέ τήν ἀφήγησή του ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ὅτι «σκηνοθετεῖ» καί μέσα ἀπό τήν ὄντως δεξιοτεχνική αὐτή σκηνοθεσία του, μᾶς μεταδίδει μέ γλαφυρό τρόπο τόν ἀνθρώπινο πόνο ὡς ἀπόρροια ἀπανωτῶν συγκυριακῶν «χτυπημάτων». 

   Ὁ Καθηγητής Πανεπιστημίου Ἰ. Θεοδωρακόπουλος συνοψίζει τήν «ψυχή τοῦ Παπαδιαμάντη», ὅπως σκιαγραφεῖται μέσα ἀπό τά διηγήματά του: «Δημιούργημα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τό διήγημα. Μέσα του ἔχουμε μιά ἀβίαστη τέχνη, πού μᾶς ἀναγκάζει νά ἀκροασθοῦμε τήν ψυχή τοῦ λαοῦ, τόν ἐσωτερικό της βίο, καθώς καί τό φυσικό πλαίσιο ὅπου μέσα ἁπλώνεται. Ἀγάπη πρός τόν λαό εἶναι τό κύριο γνώρισμα τοῦ Παπαδιαμάντη. Αὐτόν νοσταλγεῖ πάντα ὄντας ἐδῶ στήν Ἀθήνα, κι αὐτόν ἀναζητεῖ, αὐτοῦ γίνεται κι᾽ ἐδῶ μέσα στήν πόλη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης σύντροφος. Ὁ λαός, ἡ πατρική γῆ, λίγοι διαλεχτοί φίλοι, μέσα σ᾽ αὐτά ἁπλώνεται ἡ ψυχή τοῦ Παπαδιαμάντη» (Περιοδικό Νέα Ἑστία, Ἀφιέρωμα στόν Παπαδιαμάντη σελ. 41, Χριστούγεννα τοῦ 1941, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ ).

   Διαβάζοντας τό διήγημα αὐτό, ἔχεις τήν αἴσθηση ὅτι δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα διήγημα, ἀλλά ἕνα λογοτεχνικό εἶδος πού ἐκφεύγει ἀπό τά στενά ὅρια τῶν δυνατοτήτων ἑνός ἠθογραφικοῦ διηγήματος. Ἔχει τά ἐξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ἑνός διηγήματος, πού εἶναι «μιά ἁπλή καί σύντομη ἐξιστόρηση ἑνός γεγονότος ἤ συμβάντος» (ϐλ. Γ. Μαρκαντωνάτου- Γ. Σακελλαριάδη, Λεξικό Λογοτεχνικῶν Ὄρων, σελ. 163, Θεσσαλονίκη 1980, ἐκδ. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ). ’Εξιστορεῖ ἀσφαλῶς κάποιο ἐπεισόδιο (τόν τραγικό πνιγμό τῆς Ἀκριβούλας), ὑπάρχουν σκηνές καί δρῶντα πρόσωπα. Ὅμως ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως σέ κάθε διήγημά του, ἔτσι κι ἐδῶ «ὀργανώνει τήν δράση, τή σκέψη καί τόν διάλογο τῶν προσώπων σέ ἕνα ἔντεχνο σχῆμα πλοκῆς» (Βλ. B. H. Abrams, Λεξικό Λογοτεχνικῶν Ὄρων, , σελ. 89, Ἀθήνα 2005, ἐκδ. Πατάκη).

   Ὁ διάλογος ὡς ἐκφραστική τεχνική ἐλλείπει ἀπό τό διήγημά μας. Τά βασικά πρόσωπα-ἥρωες τοῦ διηγήματος (γρια-Λούκαινα, βοσκός, Ἀκριβούλα) παρουσιάζονται στή δράση χωριστά. Δέν ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, ἀλλά συνθέτουν ἕνα «πάζλ» ἰδιόμορφο καί μέσα ἀπό ἀριστοτεχνικές ἀντιθέσεις (μοιρολόγι φώκιας- μουσική βοσκοῦ) ὁ συγγραφέας κατορθώνει νά περάσει στόν ἀναγνώστη τήν κεντρική ἰδέα τοῦ διηγήματος: «Τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων δέν τελειώνουν ποτέ. Ἡ χαρά τῆς ζωῆς καί ἡ λύπη ἐναλλάσσονται στόν ἀνθρώπινο βίο».


   Εἴπαμε παραπάνω ὅτι τό «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» ἐκφεύγει ἀπό τά στενά ὅρια τοῦ διηγήματος ὡς σύντομου πεζογραφικοῦ εἴδους. Ἀλλά τί εἶναι τελικά; Οὐσιαστικά στό διήγημα ἔχουμε κατά ἰδιάζοντα τρόπο μιάν «ἀπόπειρα λυρικῆς διαφυγῆς». Ὅπως πολύ εὔστοχα θά παρατηρήσει ἡ Καθηγήτρια κ. Ἑλένη- Πολίτου Μαρμαρινοῦ: «… Τό ἀριστουργηματικό Μοιρολόγι τῆς φὠκιας, διήγημα στήν ἀρχή του νατουραλιστικό ἀπό πολλές ἀπόψεις, μέ τήν ὁλοκλήρωση, ὅμως, τοῦ ὁποίου βρισκόμαστε ὄχι μόνο μακριά ἀπό τό ρεῦμα αὐτό εἰδικά, ἀλλά ἀπό τήν πεζογραφία γενικά …ἔχουμε μεταφερθεῖ οὐσιαστικά στόν χῶρο τῆς ποίησης».

   Πράγματι, ἄν διαβάσει κανείς πολλές φορές τό διήγημα καί μέ ἀργό ρυθμό, θά νιώσει ὅτι τό κείμενο μέσα ἀπό τήν ἐναλλαγή τῶν εἰκόνων καί τήν προσεγμένη ἐπιλογή τῶν καταλλήλων λέξεων, ἐκπέμπει μιά μουσική μελωδία, ἕνα ἐσωτερικό τραγούδι πού ἀπό τή μιά μεριά ἐξυμνεῖ τή χαρά τῆς ζωῆς καί τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν ἄλλη δονεῖ   - «μελωδικά» πάντα- τίς ἐσώτερες χορδές τοῦ ψυχικοῦ μας βίου μέ μιά λυπητερή μελωδία. Μιά μελωδία πού ἐνσαρκώνει τήν τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἕνα μικρό παράδειγμα ποιητικότητας τοῦ κειμένου μᾶς δίνεται στήν πρώτη παράγραφο: «Κάτω….εἰς τάς τελευταίας του ἀκτῖνας»: Ἡ παρήχηση τοῦ «ὅπου» καί τοῦ «ὁποῦ» (ἕξι φορές στήν ἀρχή κάθε πρότασης στήν πρότη παράγραφο), παρήχηση πού σάν φλοῖσβος κυμάτων διανθίζει μελωδικά τό κείμενο.

   Ὁ μεγάλος νομπελίστας ποιητής μας Ὀδυσσέας Ἐλύτης στό βιβλίο του «Ἡ μαγεία τοῦ Παπαδιαμάντη», θά σημειώσει ἀποκαλυπτικά μέ τό θέμα μας: «Ἡ ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τίς σελίδες του, συνεγείρει καί μαγνητίζει τίς λέξεις, τίς ὑποχρεώνει νά συναντηθοῦν σέ μιά φράση ὅπως ὁ ἀέρας τά λουλούδια σ᾽ ἕναν ἀγρό».

   Ἄς δοῦμε πάλι ἕνα μικρό δεῖγμα αὐτῆς τῆς παπαδιαμαντικῆς ποιητικῆς νοημοσύνης ἀπό τήν πρώτη πάλι παράγραφο τοῦ διηγήματος : «κ᾽ αἱ ἀκτῖνες του ἐθώπευον κατέναντί της τόν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας». Τά παιχνιδίσματα τῶν ἀκτίνων τοῦ ἡλίου, καθώς χάνεται, πρίν ἔρθει τό σκοτάδι, ἐκεῖ πού παλεύει τό σκοτάδι μέ τό φῶς, «περί τήν ἀμφυλίκην»! Ὁ ἥλιος δίνει χρώματα στά μνήματα, τά κάνει «πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα».

   Ἡ ρεαλιστική παπαδιαμαντική ἀφήγηση «σπάει» μέ τήν εὑρηματική((;) παρεμβολή τῆς φώκιας. Ἐδῶ λοιπόν ἔγκειται ἕνα ἀπό τά μυστικά τῆς μαγείας τοῦ σκιαθίτη συγγραφέα στήν πετυχημένη του προσπάθεια νά άκροβατήσει ἀνάμεσα στόν ρεαλισμό καί στόν λυρισμό. Θά περίμενε κανείς ἡ ἰδιόμορφη παπαδιαμαντική γλῶσσα – πού εἶναι ἕνα γλωσσικό ἀμάλγαμα καθαρεύουσας, ἐκκλησιαστικῆς, δημοτικῆς καί ἰδιωματισμῶν - νά ἀποτελοῦσε ἐμπόδιο σέ αὐτήν του τήν ἀκροβασία. Ἀντίθετα, ὅμως, τό παπαδιαμαντικό ἔργο τό διατρέχει μιά γνήσια ποιητική πνοή, «δεμένη ἁρμονικά» μέ τόν ρεαλισμό. Ὁ Κώστας Μπαλάσκας (φιλόλογος, μελετητής Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας) θά μᾶς τονίσει «ὅτι αὐτός ὁ μαγικός ρεαλισμός» συνιστᾶ ἴσως τήν ἰδιαίτερη γοητεία καί μοναδική μοναδικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη» (Κώστας Μπαλάσκα, Εἰσαγωγή στό τευχίδιο ,Ἔρως ­-ἥρως κλπ…Ἐπικαιρότητα, <Νεοελληνική Ἀνθολογία> 4, 1996 ).

   Ὁ θάνατος, κεντρικός ἄξονας πάνω στόν ὁποῖο ἐξυφαίνεται ἡ ὅλη πλοκή τοῦ διηγήματος, συνυπάρχει μέ τήν ὀμορφιά τῆς ζωῆς. Ἡ πίκρα τοῦ θανάτου ὑπερβαίνεται κατά κάποιο τρόπο γιά τούς «περιλειπομένους» στόν κόσμο τοῦτο τῆς φθορᾶς μέ τήν ἔντονη στό διήγημα ἰδέα ὅτι παρ᾽ ὅλα αὐτά τά δυσάρεστα πού συμβαίνουν στή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἡ ζωή «ἐξακολουθεῖ» νά   ὑφίσταται, ὁ ἥλιος νά ἀνατέλλει καί νά δύει καί ὁ ἄνθρωπος - ὄσο βεβαρημένος καί νά εἶναι­­- συνεχίζει νά δίνει τόν καθημερινό ἀγώνα τῆς ἐπιβίωσης. Συνεχίζει νά ἀγωνίζεται γιά τήν ὐπέρβαση τοῦ δυσβάστακτου ψυχικοῦ πόνου πού ἐπιφέρει στόν ἀνθρώπινο βίο ὁ θάνατος. Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός δέν παύει νά ἐλπίζει «στήν ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».


   Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς περιγράφει μέ ρεαλισμό τό ἀναπόφευκτο γεγονός τοῦ θανάτου γιά κάθε ἄνθρωπο: « Ἐπιφυλάσσεται ὁ θάνατος γιά κάθε ἄνθρωπο. Καί εἶναι ὁ θάνατος ἀντίπαλος ἀκατάλυτος, ἀκολάκευτος στά δῶρα, ἀσυγκίνητος στούς θρήνους, αἰφνίδιος κλέπτης. Αὐτός, πού χθές βρισκόταν στά πλούτη, σήμερα βρίσκεται στόν τάφο. Αὐτός πού χτές βρισκόταν μέ τούς κόλακες, σήμερα βρίσκεται μέ τούς σκώληκες» (Ε.Π.Ε.).

   Στό διήγημα κυριαρχοῦν δύο μοτίβα. Τό μοτίβο τοῦ θανάτου: μνήματα νεκρῶν, σαπρά ξύλα ἀπό φέρετρα, ἀπομεινάρια (λείψανα) νεκρῶν νεαρῶν γυναικῶν, «βόστρυχοι ἀπό κόμας ξανθάς», «καί ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα». Παράλληλα μέ τίς θλιβερές αὐτές περιγραφές πού παραπέμπουν στόν ἀδυσώπητο θάνατο, ἔχουμε τό μοτίβο τῆς ζωῆς, τόν νεαρό βοσκό πού παίζει ἀνέμελα τή φλογέρα του, τά μαγκόπαιδα, πού ὁλημερίς κολυμβοῦν καί παίζουν στά νερά τῆς θάλασσας, τήν ὀμορφιά τοῦ τοπίου. Ἀναδύεται δηλαδή μέσα ἀπό τήν ἐναλλαγή τῆς περιγραφῆς εἰκόνων θανάτου καί εἰκόνων ζωῆς, ἕνα αἴσθημα χαρμολύπης, ἕνα ἰδιάζον δηλαδή συναίσθημα χαρᾶς καί λύπης ταυτόχρονα.

   Τό ὀρθόδοξο βίωμα τῆς χαρμολύπης εἶναι αὐτό τό χαρακτηριστικό τοῦ χριστιανοῦ πού τόν κρατάει νά μήν λυγίσει στά ἀπανωτά χτυπήματα τῆς ζωῆς, ὅπως συμβαίνει ἐδῶ μέ τή γρια- Λούκαινα, τήν τραγική μετά τήν Ἀκριβούλα φιγούρα τοῦ διηγήματος. Οἱ ἀναμνήσεις πού κάθε τόσο τῆς ἔρχονται στό νοῦ εἶναι δυσάρεστες, ἱκανές νά τήν φέρουν σέ ἀπόγνωση, ὅπως μᾶς περιγράφει ὁ συγγραφέας μας: «Ἐνεθυμεῖτο τά πέντε παιδιά της, τά ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τό ἁλώνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τόν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τό ἕν μετά τό ἄλλο, πρό χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δύο κοράσια καί τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικράν ἡλικίαν τῆς τά εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταγος. Τελευταῖον ἐπῆρε καί τόν ἄνδρα της, καί τῆς εἶχον μείνει μόνον δύο υἱοί, ξενιτεμένοι τώρα (...) τῆς εἶχε μείνει καί μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μέ μισή δωδεκάδα παιδιά». Ἀνθρωπίνως τόσα ἀπανωτά χτυπήματα δέν ἀντέχονται. Μόνο ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ , 4), μπορεῖ νά δώσει στόν δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο ἐλπίδα καί παρηγοριά. Μόνο ἡ προοπτική τῆς ἐπερχόμενης βασιλείας τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά τόν κρατήσει στά πόδια του νά συνεχίσει τόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

   Τό γεγονός ὅτι χαρακτηρίζουμε τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς ἐπερχόμενη, δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει τήν πρόγευσή της ἀπό αὐτή ἀκόμα τή ζωή ὑπό ὁρισμένες βέβαια προϋποθέσεις. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι» · Λουκ. ιζ´, 21) μᾶς ἔχει πεῖ κάπου ἀλλοῦ ὁ Θεάνθρωπος. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς διδάσκει ὅτι αὐτήν τήν βασιλεία, ἄν τήν λάβει ὁ ἄνθρωπος, «Θά ζεῖ πλέον μέσα στήν εἰρήνη, τή ζωή, τή χαρά καί τήν εὐφροσύνη» (Ε.Π.Ε. 22, 358).

   Κάποιος σύγχρονος ἅγιος εἶχε πεῖ πώς «ζωή χωρίς Χριστό δέν ἀντέχεται». Καί πράγματι, ἡ γρια-Λούκαινα, γαλουχημένη μέσα στήν ὀρθόδοξη ἁγιοπνευματική παράδοση, φαίνεται νά εἶχε τέτοια βιώματα. «Οὐκ εἰς ἀθυμίαν ἀπό τῶν λυπηρῶν ἐμπεσούμεθα» μᾶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἄν σκεπτόμαστε πῶς θά εἶναι ἡ ζωή μας μέ τόν Χριστό στήν αἰώνια βασιλεία του. (Ε.ΠΕ. 11, 204). Ἡ γρια-Λούκαινα μοιρολογοῦσε, ὡς ἁπλή γυναῖκα τοῦ λαοῦ. Τό μοιρολόγι ὅμως αὐτό τῆς ἔφερνε κάποια ἀνακούφιση, κάποια ἐσωτερική ἱκανοποίηση: «Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καί μέ ψίθυρον φωνήν ἔμελπεν ἕν πένθιμον βαθύ μυρολόγι... ». Τά δάκρυα τῆς γρια - Λούκαινας δέν ἦταν δάκρυα ἀπογνώσεως, ἀλλά δάκρυα παρηγορητικά. Πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος θά μᾶς διδάξει: «Ἐκεῖ, μετά τόν θάνατο, τά δάκρυα εἶναι ἀνώφελα. Ἐδῶ ὅμως ἐπιφέρουν κέρδος...» (Ε.Π.Ε. 5, 264). Καί μᾶς παροτρύνει, ἐκφράζοντας ἀσφαλῶς ἕνα προσωπικό του βίωμα: «Εἶναι καλό νά κλαίει κανείς, μάλιστα δέ κατά τή νύκτα» (Ε.Π.Ε. 5, 264).   Ὁ Φώτης Κόντογλου μᾶς λέει κάπου πώς οἱ χριστιανοί φαίνουνται στούς ἀσεβεῖς πώς εἶναι λυπημένοι, μά στ᾽ ἀληθινά χαίρονται: «ὡς λυπούμενοι ἀεί δέ χαίροντες, ὡς πτωχοί πολλούς δέ πλουτίζοντες, ὡς μηδέν ἔχοντες καί τά πάντα κατέχοντες» (Β´Κορ. στ´, 10· βλέπε «Μυστικά Ἄνθη).

   Ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι γεμάτη ἀπό δοκιμασίες καί βάσανα. Αὐτές τίς καταστάσεις τίς περιγράφει ὁ συγγραφέας μας, ἐπειδή κι ὁ ἴδιος εἶχε δοκιμαστεῖ. « Ἡ ζωή του, ἄν ἐξαιρέσουμε τά ἀνέμελα παιδικά χρόνια, ἦταν ὄχι ἁπλῶς δύσκολη, ἀλλά μαρτυρική». Κάπου γράφει ὁ Παπαδιαμάντης πρός τόν πατέρα του: « Μέ 6.000 δραχμάς διετηρήθην ἐγώ εἰς τάς Ἀθήνας ἐπί δέκα ἔτη, πότε νηστικός, πότε χορτᾶτος. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Συνεχής καί μόνιμος ἐργασία δέν εὑρέθη δι᾽ ἐμέ. Ὁσάκις τυχόν μοῦ ἐμειδία ἐπ᾽ ὀλίγον μία ἐλπίς, ἡ σκληρά τύχη μοι τήν ἐφάρπαζε... Λοιπόν, τοιαύτας ἐλεεινότητας πρέπει νά σᾶς γράφω γιά νά πιστεύσητε ὅτι δέν εἶμαι ἄσωτος;» . (...) « Ἄς μείνωμεν εἰς τήν ἔντιμον πενίαν μας διά νά μᾶς βοηθεῖ ὁ Θεός». (Βλ. ἄρθρο Γρηγ. Παπαδογιάννη: «Παπαδιαμάντης, ὅ ἄγιος τῶν γραμμάτων», πηγή: ethnos.gr).

   Οἱ οἰκονομικές περιπέτειες τοῦ Παπαδιαμάντη μποροῦν νά μᾶς διδάξουν πολλά στόν κόσμο πού ζοῦμε, ὅπου ἡ ἀνεργία ἔχει χτυπήσει σχεδόν κάθε ἑλληνικό σπίτι. Ὁ ἄνθρωπος πού δοκιμάζεται καί δέν γογγύζει, ἀλλά ὑπομένει καρτερικά - ὅπως ἡ γρια- Λούκαινα τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, παρηγορεῖται μυστικά, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Οἱ δοκιμασίες θά μᾶς πεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «φέρνουν πνευματικό κέρδος, εἶναι ἐσωτερικός πλοῦτος. Εἶναι ἐξόφληση ἁμαρτημάτων» (Ε.Π.Ε. 37, 430).

   Ἡ γρια -Λούκαινα εἶναι μιά μορφή τῆς ὑπαίθριας ἑλληνικῆς ζωῆς. Τέτοιες μορφές βρίθουν στό παπαδιαμαντικό ἔργο. Ἀποτελεῖ, ὅπως εἶπε καί κάποιος μελετητής, ἕναν «ἐνσαρκωμένο σπαραγμό». Ἐκφράζει τόν πονεμένο ἄνθρωπο. Εἶναι φιγούρα διαχρονική, γιατί πάντα θά ὑπάρχει ὁ ἀνθρώπινος πόνος, οἱ δυσκολίες, τά ἀδιέξοδα. Ἀποτελεῖ ὅμως ταυτόχρονα κι ἕνα πρότυπο ἀγωνιστικότητας. Παρά τά γεράματά της ὑπηρετεῖ τήν κόρη της πού τῆς ἀπόμεινε καί τά ἕξι της παιδιά. Κουβαλάει τόν βαρύ μπόγο μέ τά ροῦχα νά τά πλύνει στή θάλασσα, νά τά ξεπλύνει στό γλυφονέρι καί νά τά μεταφέρει μουσκεμένα κι ἀκόμα πιό βαριά πάλι στό σπίτι. Μιά διαδικασία κουραστική, πού ἀπαιτεῖ μεγάλες σωματικές ἀντοχές. Σκουπίζει τόν ἱδρῶτα πού τρέχει ἀπό τό πρόσωπό της καί βαδίζει τόν ἀνήφορο τῆς ζωῆς.

   Ἀξίζει νά μεταφέρουμε ἐδῶ μιά γνώμη τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ Βαγγέλη Ἀθανασόπουλου ὅπου συνοψίζει τίς εἰκόνες τῶν γυναικῶν πού προβάλλει τό παπαδιαμαντικό ἔργο: «Αὐτές οἱ εἰκόνες δέν εἶναι προϊόντα μίμησης κάποιων ξενόφερτων προτύπων, ἀλλά καρποί μιᾶς εὐαίσθητης, ἀπροκατάληπτης ἕως καί συμπάσχουσας παρατήρησης καί μοιραῖα, κοινωνικῆς κριτικῆς. Ἀκόμη στά διηγήματα ἐκφράζεται μιά ἀντίληψη σχετικά μέ μιά ὑπεροχή τῆς γυναίκας ἀπέναντι στόν ἄνδρα - ἀντίθετα ἀπό τούς ἄνδρες, πού συχνά παρουσιάζονται ὡς ἀνδρείκελα- γίνονται αὐθεντικά δείγματα δημιουργικοῦ ἀνθρώπου-, ἄσχετο ἄν τά διδάγματα αὐτά δέν εἶναι μόνο θετικά (τῆς δράσης ἐπί τῷ καλῷ), ἀλλά καί ἀρνητικά (τῆς δράσης ἐπί τῷ κακῷ)» (Βαγγέλη Ἀθανασόπουλου, Οἱ μάσκες τοῦ ρεαλισμοῦ, τ. Α´, σελ. 493, ἔκδ. γ´, ἐκδόσεις Καστανιώτη).

   Ὁ Παπαδιαμάντης παίρνει μιά ἀληθινή ἱστορία, τόν τραγικό πνιγμό τῆς ἐννιάχρονης Ἀκριβούλας  πού ξέφυγε ἀπό τήν ἐπιτήρηση τῆς μητέρας της, θέλησε νά ἀκολουθήσει τή γιαγιά της στή θάλασσα, ἀλλά τελικά βρέθηκε στά ἄπατα νερά καί κοιμήθηκε στό ταξίδι γιά τήν αἰωνιότητα πρόωρα. Παρασύρθηκε ἀπό τή φλογέρα τοῦ βοσκοῦ, θέλησε νά βρεῖ ποῦ εἶναι, ἔχασε τό δρόμο, παραπάτησε, γλίστρησε καί ἀπόμεινε ἕνας πλαταγισμός - ὁ θόρυβος πού ἔκανε τό πέσιμό της στό νερό - καί τό λιγοστό φῶς τοῦ δύοντος ἡλίου διαδέχτηκε τό βαθύ σκοτάδι τοῦ θανάτου. Σίγουρα ὁ ἱστορικός πυρήνας καί τά πρόσωπα εἶναι ἡ γρια- Λούκαινα, ἡ κόρη της καί τά ἐγγονάκια της, ἰδίως ἡ μικρή Ἀκριβούλα. Τά ἄλλα πρόσωπα πού ἐμφανίζονται στό διήγημα μᾶς κάνουν νά ὑποψιαστοῦμε ὅτι εἶναι ἐπινοήσεις τοῦ μεγάλου μας διηγηματογράφου. Ὁ βοσκός, ὁ ψαρᾶς, ἴσως καί τά μαγκόπαιδα, μᾶς ὁδηγοῦν νά σκεφτοῦμε ὅτι εἶναι πλάσματα τῆς ἀσύλληπτου κάλλους φαντασίας τοῦ συγγραφέα. Ὁ Παπαδιαμάντης παίρνει μιά ἀρχική ἰστορία καί μέσα σέ αὐτήν βάζει τόν καλύτερο ἑαυτό του.

   Ὁ Γιῶργος Ἰωάννου διεῖδε στό ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ἕναν ἀπαράμιλλο σκηνογράφο καί μᾶς ἐπισημαίνει χαρακτηριστικά: «Οἱ ἱστορίες τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι πλασμένες καί ξαναπλασμένες ἀπό τόν συγγραφέα μέ τά ὑλικά τοῦ χώρου τους, πού τά παρέχει ἡ μετά ἀγάπης ἀναστροφή του μέσα σ᾽αὐτό τό περιβάλλον. Καί ἔτσι οἱ ἀλλότριες ἱστορίες του γίνονται ἀφορμή γιά τήν πιό μεγάλη ἀπόλαυσή του. Νά βγάλει καί νά ξαναβγάλει ἀπό μέσα του τά ἀγαπητά του πράγματα, τίς φορτωμένες ξεχωριστή ἀχλύ καί περιεχόμενο λέξεις καί νά τίς ἀραδιάσει γιά μιά ἀκόμα φορά μέσα σ᾽ ἕνα κομμάτι τοῦ χώρου του. Θέλει νά κλείνεται μέσα στόν ἀγαπημένο χῶρο του καί νά βγάζει ἀπό μέσα του» (Γιῶργος Ἰωάννου, «Ὁ τῆς φύσεως ἔρως»: Τετράδια Εὐθύνης, ἀριθμ. 15).

«Τό μοιρολόγι τῆς φώκιας» κλείνει μέσα του σάν σέ σμίκρυνση ὁλόκληρο τόν παπαδιαμαντικό κόσμο. Ὁ συγγραφέας μας ξέρει πολύ καλά ὅτι ἡ εἰκόνα θέλγει περισσότερο ἀπό τόν ξερό καί περιγραφικό λόγο. Ξέρει πολύ καλά ὅτι τέχνη λογοτεχνική δέν εἶναι ἡ πλήρης καταγραφή γεγονότων καί περιστατικῶν ἤ ἀνθρώπινων χαρακτήρων, ἀλλά τό πῶς ὅλα αὐτά θά δέσουν στόν χαρακτῆρα καί στή σύλληψη τοῦ δημιουργοῦ καί θά μᾶς δώσουν ἕνα αἰσθητικό ἀποτέλεσμα, μέσα ἀπό τό ὁποῖο θά προέλθει καί κάποιο μήνυμα ζωῆς.

   Ἔνας, λοιπόν, σκηνοθέτης κινηματογράφου εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὅσο κι ἄν αὐτό φαντάζει ὀξύμωρο καί παραπέμπει σέ μεταγενέστερες ἐξελίξεις τῆς κινηματογραφικῆς τέχνης. Εἶναι σάν νά κρατᾶ μιά σύγχρονη κάμερα κινηματογραφικῆς λήψεως καί «νά ἑστιάζει» ἐκεῖ πού ὁ ἴδιος ἔχει πιστέψει μέ τό ἄφταστο ταλέντο του, ὅτι μπορεῖ «νά ἑστιάσει». Ἐπιλέγει εἰκόνες ἀπό μιά γλυκιά καί ἀνέμελη ζωή: τά παιδιά πού κολυμποῦν τό καλοκαίρι, τόν βοσκό μέ τή φλογέρα, τή γολέτα πού προσπαθεῖ μάταια νά ἀποπλεύσει, τή φώκια πού λικνίζεται στά κύματα, τήν ἀνέμελη Ἀκριβούλα πού θέλγεται ἀπό τή φλογέρα τοῦ βοσκοῦ. Ἐπιλέγει ὅμως καί εἰκόνες πού μᾶς θυμίζουν τόν θάνατο: τό κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ, τή φιγούρα τῆς «χαροκαμμένης γριας- Λούκαινας πού κατεβαίνει τόν κατήφορο καί μοιρολογάει, τό φῶς πού λιγοστεύει «ἐπικίνδυνα» τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ, τήν κάθοδο τῆς Ἀκριβούλας στο ἀπόκρημνο μονοπάτι, τά πλέοντα σάβανα, τά «λάφυρα ἐκεῖνα τοῦ Χάρου».

      Εἶπα παραπάνω ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἕνας σκηνοθέτης. Ἔκανα λάθος. Εἶναι πρωτίστως ἕνας σκηνοθέτης – ποιητής. Τά διηγήματά του, κάλλιστα, θά μπορούσαμε νά τά χαρακτηρίζαμε πεζά ποιήματα, γιατί ὅπως τονίσαμε καί παραπάνω ἔχουν ἕναν ἐσωτερικό ρυθμό, ὁ ὁποῖος δένει μέ εἰκόνες τῆς ζωῆς, ὄμορφες ἤ τραγικές. Ἔτσι, λοιπόν, γιά νά ἀποπειραθοῦμε μιά δειλή ἑρμηνεία τοῦ Παπαδιαμάντη, πρέπει νά τόν δοῦμε ὡς ποιητή, πού ἀναζητεῖ μέσα ἀπό τά «ποιήματα» τοῦ Ποιητοῦ τοῦ παντός τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς.

Ἡ κορύφωση τῆς διηγηματικῆς τέχνης τοῦ Παπαδιαμάντη φαίνεται στό τέλος τοῦ διηγήματος: «Κ᾽ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νά βολταντζάρη εἰς τόν λιμένα. Κι ὁ μικρός βοσκός ἐξηκολούθει νά φυσᾶ τόν αὐλόν του εἰς τήν σιγήν τῆς νυκτός». Περιγραφή παραλλήλων σκηνῶν. Σάν νά ἔχει μιά κινηματογραφική κάμερα καί νά κάνει λήψεις. Αὐτές τίς λήψεις στή συνέχεια τίς διανθίζει μέ τίς προσωπικές του ἑρμηνευτικές ἐκδοχές. Τό πλεούμενο (ἡ γολέτα) «βολταντζάρη» ἀλλά παραμένει ἀκίνητη στό λιμάνι. Μιά συμβολική παρουσία πού παραπέμπει στό σταμάτημα τοῦ χρόνου μέ τόν θάνατο. Καί στή συνέχεια ἔχουμε τή σιωπηλή παρουσία τῆς φώκιας, ἡ ὁποία ὅμως ἀναλαμβάνει, συμπάσχοντας μέ τήν ἀπληροφόρητη ἀκόμη πρωταγωνίστρια, νά σχολιάσει σέ τόνο ἐλεγειακό τή διαδοχή τῶν παλαιῶν καί τῶν νέων. Ὁ τριπρόσωπος, ἑτεροδιηγητικός ἀφηγητής σχολιάζει τά γεγονότα ὡς ἐξωτερικός παρατηρητής, ὁ ὁποῖος ὅμως ἑστιάζοντας στή Λούκαινα, παρακολουθεῖ τό δράμα πού ἐξελίσσεται πίσω ἀπό τό εἰδυλλιακό περιβάλλον» (Θεοδόσης Κοντάκης, Νεοελληνιστής- φιλόλογος, Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, σελ. 142, πρώτη ἔκδοση, Νοέμβριος 2007).

   Εἴπαμε ὅτι ἡ φώκια κατά τή γνώμη μας, εἶναι μιά λογοτεχνική ἐπινόηση τοῦ Παπαδιαμάντη. Μήπως ὅμως ὑπῆρξε στήν πραγματικότητα στήν ἀφηγούμενη ἱστορία μας ἡ φώκια; Τί μᾶς λέγει τό κείμενο; «Κ᾽ ἡ φώκη, καθὼς εἶχε ἔλθει ἔξω εἰς τἀ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νά τό περιτριγυρίζη καί νὰ μυρολογᾶ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της». Μᾶς κάνει ἐντύπωση ἡ γραφή «μυρολόγι» μέ ὕψιλον καί ὄχι «μοιρολόγι» μέ ὄμικρον γιώτα, ὅπως ἔχει καθιερωθεῖ. Τήν γραφή μέ «ὕψιλον» υἱοθετεῖ ἡ κριτική ἔκδοση τῶν ἁπάντων τοῦ Παπαδιαμάντη, πού ἔγινε ἀπό τόν Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, (τ. Δ´, σελ. 296- 300, γ´ ἔκδοση, Ἀθήνα 2005, ἐκδόσεις ΔΟΜΟΣ). Ὁ Χρ. Μηλιώνης (πεζογράφος, δοκιμιογράφος, φιλόλογος ὁ ὁποῖος ἔχει γράψει καί τό ἔργο «Παπαδιαμάντης καί ἠθογραφία ἤ ἠθογραφίας ἀναίρεσις», 1992) μᾶς λέει τά ἑξῆς διασαφητικά: «Μένουμε μέ τήν ἐντύπωση πώς, λ.χ., τό «μυρολόγι» γραμμένο μέ ὕψιλον, κρατᾶ ἀπό τό μύρομαι, χύνω ποταμηδόν δάκρυα, χωρίς, ἀναγκαστικά, καί τόν ἀντίστοιχο σπαραγμό, ἐνῶ τὀ ὄμικρον γιῶτα, παραπέμπει στή μοῖρα, ὁδηγώντας εὐκολότερα στόν ἐξανθρωπισμό τῆς φώκιας» (Βλ. Διαδίκτυο: http:/fotodendro.blog.gr/2012/08/blog-post_20.html)

   Ὅμως, ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ, ἡ φώκια, πρίν τό δεῖπνο της, συνηθίζει νά χύνει κροκοδείλια δάκρυα (δηλ. ψεύτικα, ἀπατηλά). Ἡ φώκια ἀνήκει στήν τάξη τῶν σαρκοφάγων. Τά ἐμπρόσθια ἄκρα της ἔχουν μετατραπῆ σέ κολυμβητικά πτερύγια καί καταλήγουν σέ πέντε πλατιά δάκτυλα, ἐφοδιασμένα μέ νύχια. (...) «κολυμβᾶ μέ μεγάλη ἱκανότητα» (...) «ἔξω ἀπό τό νερό κινεῖται ἀδέξια. Ἀνάλογα μέ τίς περιστάσεις ἡ φώκια οὐρλιάζει, γαβγίζει ἤ μουγγρίζει» (Ἐγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τ. 15, σελ. 349, 1969, Ἀθῆναι, ἐκδόσεις «ΔΟΜΗ»).

   Ἄν ἀναλαγογισθοῦμε μάλιστα ὅτι ἀνέκαθεν στίς ἀκτές τῆς Σκιάθου συνέρρεαν οἱ φώκιες καί πρίν φτιαχτεῖ τό θαλάσσιο πάρκο γιά τήν προστασία τους, καταλαβαίνουμε ὅτι ἐδῶ ὁ Παπαδιαμάντης «μᾶς δείχνει μιά οὐδόλως συγκεκαλυμμένη ἀφήγηση, μετά πικρῆς εἰρωνείας, πρός μιά πραγματικότητα πού ἐξ ἀντικειμένου γνώριζε» (Χρ. Μηλιώνης, ὅ. π.). Ἑπομένως, καταλήγουμε ἀβίαστα στό συμπέρασμα πώς τό δεῖπνο τῆς φώκιας στό σκιαθήτικο διήγημα πού ἀναλύουμε, εἶναι ἡ μικρή Ἀκριβούλα, γεγονός πού τήν κάνει ἀκόμα πιό τραγικό πρόσωπο, γιά ὄχι ἁπλῶς ἔμεινε ἄταφη, ἀλλά κατασπαράχθηκε ἀπό ἕνα θαλάσσιο σαρκοβόρο ζῶο. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἁπλῶς τόν πνιγμό τῆς Ἀκριβούλας, ἀλλά μιά τραγική κατάληξη. Ὁ Παπαδιαμάντης μέ τήν εὑρηματική φιγούρα τοῦ γέροντος ψαρᾶ, ὁ ὁποῖος «μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια -ἐντριβής εἰς τήν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν-», καταλήγει σέ ἕνα συμπέρασμα πού χαρακτηρίζει γενικά ὁλόκληρο τό μήνυμα πού ἐκπέμπει τό ἔργο του: «Σάν νά᾽ χαν ποτέ τελειωμό/ τά πάθια καί οἱ καημοί τοῦ κόσμου». Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ στίχοι αὐτοί εἶναι χαραγμένοι στήν προτομή τοῦ Παπαδιαμάντη στή Σκιάθο.





   Ὁ Κύριός μας στήν περίφημη παραβολή τοῦ σπορέως ἀρχίζει μέ τή φράση: «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ», μιά φράση κατ᾽ ἐξοχήν ποιητική, μέ μιά μοναδική παρήχηση τοῦ συμπλεγμάτος συμφώνων –σπ καί τῶν ἔνρινων συμφώνων «ρ» καί «ν». Στήν παραβολή αὐτή μᾶς δίνει μιά εἰκόνα προσιτή στήν τότε ἀγροτική κοινωνία τοῦ γεωργοῦ πού σπέρνει τόν ἀγρό του. Ὁ μεγάλος Σπορέας εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πού σπέρνει τόν εὐαγγελικό λόγο στίς ἀνθρώπινες καρδιές. Στίς καρδιές πού φυτρώνουν «αἱ ἄκανθαι» καί «τά ζιζάνια καί προσπαθοῦν αὐτόν τόν λόγο νά τόν καταπνίξουν. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης, ὡς ταπεινός ἐργάτης στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου του, «ἐξῆλθε» νά σπείρει στίς ἀνθρώπινες καρδιές τό δικό του μήνυμα, μέ τόν δικό του λογοτεχνικό τρόπο. Μήνυμα πού παραπέμπει στό Μήνυμα Ἐκείνου. Κι ὅπως ὁ Θεάνθρωπος ἦταν ἁπλός, ταπεινός, καί «μὴ ἔχων ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ», ἔτσι ἁπλός, ἀπέριττος καί πένης ἦταν κι ὁ δοῦλος του Ἀλέξανδρος Ἀδαμαντίου Παπαδιαμάντης. 

   Συγχωρεῖστε μου πού τόλμησα νά ρἰξω μιά ἀδέξια ἑρμηνευτική ματιά σ᾽ ἕνα του διήγημα.

   Θά πρότεινα νά διαβάσουμε πολλές φορές τό διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη καί νά ἀφήσουμε μέ παιδική ἁπλότητα πρωτίστως τήν καρδιά μας νά διεισδύσει στόν ρυθμό του, στήν ποίησή του, στό μήνυμά του.

   Καληνύχτα κυρ- Ἀλέξανδρε καί καλή ἀντάμωση, ἐλπίζουμε, στόν Παράδεισο.

Π. Σταύρος Τρικαλιώτης





Τὸ Μυρολόγι τῆς φώκιας (1908) (Κείμενο)



Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποὺ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποὺ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποὺ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι ―φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα― κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραῖα, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἶτα νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποὺ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἠρέμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάσῃ τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾽ αἱ ἀκτῖνές του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.

Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλώνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δύο κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.

Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δύο υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα· ὁ εἷς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν· αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει· ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αὐτῆς, ἡ γρια-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆράς της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ στὸ Γλυφονέρι.

Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπὸ χρυσὲς γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικῶν, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῇ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραύλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην ―εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος― ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.

*
* *

Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν* τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, κ᾿ ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θορυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς τ κύματα. Μία μικρά κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὑρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὕρῃ, διὰ νὰ παίξῃ ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅμως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν· καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ που, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, πολὺ ἀπότομον, πολὺ κατηφορικόν, κ᾿ ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της· κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώσῃ. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.

Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἶτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἐβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω. Εὑρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὣς δύο ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισε πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δύο ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴν βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.

*
* *

Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην τοῦ δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.

 Κεῖνος ὁ Σουραυλὴς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος* εἶναι.

Κ᾿ ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον της.

*
* *

Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.

Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὗρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνόν της.

Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἷς γέρων ψαράς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:

Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γρια-Λούκαινας.
Φύκια ᾽ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της…
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νά ᾽χαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.

ΠΗΓΗ:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δhttp://cdncache-a.akamaihd.net/items/it/img/arrow-10x10.png" height="12" border="0" width="12">. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 297-300



(1908)

Πηγή: http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/389-04-39-to-myrologi-ths-fwkias-1908