Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

«Γκουανό»

νουβέλα του Γιώργου Γκόζη

από τις εκδόσεις Πόλις




     Η ιστορική μνήμη ή αλλιώς συλλογική μνήμη, απαραίτητη συνθήκη για τη διαμόρφωση της συνείδησης συνέχειας στους κόλπους μιας εθνικής ομάδας, έχει τους δικούς της ρυθμούς, τους δικούς της κανόνες, έξω από τα επιστημονικά πλαίσια της ιστορικής γνώσης. Και η λειτουργία της καθορίζεται από τον παντοδύναμο προφορικό λόγο, την αφήγηση των ιστοριών που περνούν από στόμα σε στόμα και διανθισμένες από την προσωπική κάθε φορά αντίληψη φιλτράρονται και συνεχίζουν την πορεία τους μέσα στα χρόνια. Αυτή την αφήγηση αναδεικνύει ο Γιώργος Γκόζης στη νουβέλα «Γκουανό», και μάλιστα μας την παρουσιάζει μέσα από πέντε ξεχωριστές φωνές, που διαδέχονται η μία την άλλη διαμορφώνοντας έτσι πέντε αφηγήσεις, που δένουν σε μία σπονδυλωτή ιστορία.
Αυτά τα πέντε πρόσωπα, η Κατερίνα, ο Γκόγκου, η Σταυρούλα, ο Κοσμάς, η Ασπασία, θα αφηγηθούν το καθένα την ατομική του ιστορία, με την αίσθηση ωστόσο ότι μιλούν στο όνομα πολλών ομοιοπαθών. Είναι κάθε φορά το ‘εγώ’ της αφήγησης αλλά ταυτόχρονα το ‘εμείς’ της πάσχουσας ομάδας, στην οποία ανήκει. Όταν, για παράδειγμα, η Κατερίνα λέει «θα γίνω καπνεργάτρια. Για ποιο λόγο, θα μου πεις, στα καπνά; Πες πως ο καπνός με κρατάει ενωμένη με τον πατέρα μου που τον είχε πάντα μαζί του, πάνω του. Για ποιο λόγο εργάτρια; Έτσι κι αλλιώς, πια, μια ξεπεσμένη αρχόντισσα είμαι. Θα μπω μαζί του, πού αλλού, στο Εργατικό κίνημα. Στην Αριστερά. Στο κόμμα», μιλά με τη φωνή τόσων καταπιεσμένων που ακούμπησαν την ελπίδα τους στην οργανωμένη κομματική τους σύμπλευση. Ή ο Γκόγκου, γεννημένος στη Νέβεσκα της Μακεδονίας του 1912, τη χρονιά την τελευταία κάτω από την Τούρκο, έχει απόλυτη επίγνωση ότι ανήκει στην ευρύτερη βλάχικη πληθυσμιακή ομάδα, όταν λέει «Γκόγκου, ο Γιώργης χαϊδευτικά. Μπρντας το επίθετο. Το πραγματικό. Στα ελληνικά έγινε Μπρέντας. Καταπώς λένε κι οι δάσκαλοί μας, ‘Στη δική μας γραμματική, το ρω μεταξύ συμφώνων επέχει θέση φωνήεντος και τονίζεται’. […] Δύσκολο; Αν σ’ αρέσει, θα σ’ τα μάθω τα βλάχικα. Μόνο αν σου αρέσουν όμως. Όχι αν σου χρειάζονται». Περήφανα τονίζει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που τον τοποθετεί στην ομάδα, αλλά και με αληθινή αγάπη μιλά για τη γλώσσα του, λες και αυτή (ίσως μόνο αυτή) μπορεί να κρατήσει τους δεσμούς των μελών της.
Κάπως έτσι διασώζονται και οι δύο όψεις μιας αλήθειας. Όχι, δεν έχει καμιά σημασία τι γράφει η ιστορία στηριγμένη σε στοιχεία. Εδώ, στο χτίσιμο της συλλογικότητας που κρατιέται από τις μνήμες σημασία δίνεται σ’ αυτό που διάσωσε η ακοή, ντοκουμέντο αδιάσειστο είναι αυτό που ο καθένας πιστεύει για αληθινό. Και δεν αλλάζει με τίποτα.
«Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας, δεν έζησε τόσο πολύ για να δει την Ελλάδα κατάφωτη από τα χέρια του αδελφού του. Τον σκότωσαν οι αντάρτες, αφού τον έκλεψαν στο παιδομάζωμα. Έτσι πήρε το αυτί μου να λένε στα μουλωχτά ορισμένοι συγχωριανοί. Ο Σπύρος από την άλλη, όταν τ’ ακούει αυτά βγαίνει από τα ρούχα του. Τους βρίζει τις μάνες τους που τους πέταγαν και τους πατεράδες τους που τους έσπειραν, που βεβηλώνουν τη μνήμη ενός παιδιού – γιατί ένα παιδί ήταν κι ο Νίκος μας. Ο Νίκος μας, λέει ο Σπύρος, δε χάθηκε στο παιδομάζωμα από τους αντάρτες, παρά τον σκότωσαν αυτοί του Εθνικού Στρατού όταν έμαθαν από τους ρουφιάνους τους ότι θα βγει στο Βουνό», θα αφηγηθεί η Σταυρούλα δίνοντας έτσι τις δύο αλήθειες.
Όσο για τον Κοσμά, τον τέταρτο αφηγητή, αρκεί μια φράση του: «γκουανό και πάλι γκουανό», λίγο πριν μπει σε μια αβέβαιη πορεία προς τη ζωή ή τον θάνατο, εκεί μπροστά στην πόρτα του χειρουργείου. Εκεί, στο μεταίχμιο θα θυμηθεί όσα τον στοιχειώνουν, τόπους και πρόσωπα
«[…] η πατρίδα μου, το χωριό μου, το Ιντζέ Σου μου, που δεν το ξανάδα από τότε. Πολλοί πατριώτες μου που το επισκέφτηκαν με ρωτούσανε: ‘Πότε κι εσύ;’ ‘Ποτέ!’ απαντούσα. Επισκέπτης να μπω στο σπίτι μου γίνεται;[…] Την αλήθεια να πω, ψυχή δεν είχα»
και θα συμπεριλάβει σ’ αυτή την ιδιότυπη ‘λιποψυχία’ του κάθε ξεριζωμένο που αρνείται να δει, σαν ξένος πια, τον καταπατημένο τόπο του.
Ένα από τα πρόσωπα, η Ασπασία,  παίρνει τη σκυτάλη της αφήγησης τελευταία, μια που αυτή έχει πια περάσει στην άλλη όχθη, κι έτσι μπορεί να συνοψίσει όλους τους προηγούμενους, έχοντας ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τα σωστά και τα λάθη της ζωής. Είναι αυτή που θα ενώσει τα λόγια της ψυχής των προηγούμενων και θα πει τη μόνη αλήθεια-οδηγό για όλους τους επόμενους:
«Περασμένα-ξεχασμένα, δε λένε; Λένε. Αλλά καθόλου δεν συμφωνώ. Τα περασμένα να τα συγχωρέσω, αλλά αυτό δε σημαίνει πως τα ξεχνώ. […] Είμαστε όλοι εδώ. Μαζί σου, ολόγυρά σου, δίπλα σου, εντός σου. Όσοι φαίνονται κι όσοι δε φαίνονται. Όσους βλέπεις κι όσους δε βλέπεις. Οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι».
Έτσι δένεται η αλυσίδα αυτή, με κάθε κρίκο να αποτελεί μια μοναδική ιστορία, να αποκτά τη φωνή μιας ολόκληρης γενιάς που ζητά τη συνέχισή της. Και μια αφήγηση που ζητά να ακουστεί. Κι εδώ πιστεύω ότι βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της όλης ιστορίας. Ο ακροατής, αυτό το πρόσωπο που βουβό ακούει και στην ουσία προκαλεί όλη τη σπονδυλωτή αυτή αφήγηση με την παρουσία του. Δεν δηλώνεται η ταυτότητά του, δεν ενδιαφέρει το όνομά του ή η ιδιότητα με την οποία βρίσκεται απέναντι στο κάθε πρόσωπο που εξιστορεί. Καλύτερα έτσι, γιατί θα μπορούσε να είναι κάθε πρόθυμος ακροατής, ίσως εμείς που διαβάζουμε, ίσως πάλι ο ίδιος ο συγγραφέας που του έδωσε υπόσταση, για να λειτουργήσει ως αφορμή της αφήγησης. Θα μπορούσε να είναι  ο ουσιώδης λόγος που η προηγούμενη γενιά πασχίζει να μην ξεχάσει απολύτως τίποτα από όσα έχει βιώσει. Ο λόγος της ύπαρξής της. Δεν είναι ένας απλός ακροατής. Είναι ο κρίκος που συνεχίζει την ατελείωτη αλυσίδα. Και όσο αυτός είναι εκεί πρόθυμος να αποθηκεύει στη μνήμη του όλους τους προηγούμενους, τότε ίσως υπάρχει η ελπίδα της συνέχισης.

«Παντού υπάρχει λίγο γκουανό ακόμα, εκεί όπου νομίζει ότι η φλέβα έχει μόλις στερέψει»

Αυτό το αρχαίο λίπασμα από τα περιττώματα και τα πτώματα των θαλασσίων πουλιών, στην κατάλληλη δοσολογία, αποβαίνει σωτήριο για τη συνέχιση της ζωής. Σε ανεξέλεγκτα υψηλές δόσεις όμως μεταλλάσσεται σε τοξικό. Ένας αυθεντικός καταστροφέας. Η μνήμη, λοιπόν, η συνείδηση της συνέχειας, ίσως οδηγεί σε μια επίπλαστη πραγματικότητα, μια ψευδαίσθηση ευδαιμονίας; Και ποιο είναι το σωστό μέτρο;


Ο Γιώργος Γκόζης άφησε τα πρόσωπα να μιλήσουν, με τον πιο απλό τρόπο της καθημερινής κουβέντας διασώζοντας έτσι την προφορικότητα (έστω και την επίπλαστη λογοτεχνική) μιας αληθινής αφήγησης όπως αυτές που θα ευχόμαστε όλοι να είχαμε ακούσει από τις προηγούμενες γενιές, όσο ακόμη αυτό ήταν εφικτό. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου παίρνει ο ίδιος τη σκυτάλη και επιχειρεί να ερμηνεύσει τις αφηγήσεις των πέντε προσώπων, δίνοντας το ‘επιμύθιο’. Μήπως, όμως, έτσι υπονομεύει όλο αυτό που κατόρθωσε με τον εξαιρετικό τρόπο που παρουσίασε τον λόγο των αφηγητών του; Ας το πιστέψουμε. Η λογοτεχνική γραφή εμπεριέχει και τα λόγια αλλά και τις ερμηνείες τους (και μακάρι αυτές να είναι πολλές και διαφορετικές), γι’ αυτό και δεν έχει ανάγκη από διευκρινίσεις. Ο αναγνώστης (ο έμπειρος, μια που το συγκεκριμένο αφήγημα είναι ιδιαίτερων αξιώσεων) τελειώνοντας το διάβασμα έχει ήδη κατανοήσει. Οι εξηγήσεις περιττεύουν. Η ορφάνια, ο ξεριζωμός, η απώλεια, όλα αυτά κυριαρχούν από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Τέλος η μνήμη που πρέπει να διασωθεί, η επούλωση των τραυμάτων, αυτή φαίνεται από το εξώφυλλο ακόμη, με τον πίνακα του Βασίλη Βασιλακάκη, που αν και «Άτιτλο» όπως το θέλει ο δημιουργός του, είναι εξαιρετικά εύγλωττο υποδηλώνοντας τη σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου.
Εν τέλει ένα πολύ ξεχωριστό ανάγνωσμα, μια πρόκληση στο θυμικό μας.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/guano/)