Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

«Hercules»
(βιωματικό αφήγημα του Κώστα Περδίκη)







    Η μεγάλη συκιά, στη μια άκρη του κτήματος, υπάρχει ακόμη.
Συνεχίζει να κάνει τα μεγάλα ανοιχτοπράσινα σύκα, που είναι όλο μέλι. Εκείνο το καλοκαίρι, συμφώνησα με τον Χρήστο να μαζεύω και να του πηγαίνω κάθε μέρα μια κανίστρα σύκα.
Είχε ένα μικρό μανάβικο στην αγορά κι απ’ αυτό ζούσε.
Η δουλειά από την αρχή πήγαινε ρολόι. Κάθε πρωί σκαρφάλωνα και μέσα σε λίγη ώρα γέμιζα ξέχειλα την κανίστρα με φρέσκα σύκα. Με το που τα πήγαινα στο μανάβικο, σε μια, το πολύ δυο ώρες, είχαν γίνει ανάρπαστα.
Το απόγευμα έπεφτε το παραδάκι.
Αυτό κράτησε περίπου δυο μήνες, Αύγουστο και Σεπτέμ­βριο. Τις εισπράξεις τις έχωνα σε ένα κουτί, απόελβιέλες και μέρα με τη μέρα τις έβλεπα να αβγατίζουν. Στόχος μου και όνειρο ήταν να μπορέσω να αποκτήσω ένα δικό μου ποδήλατο.
Με το που συγκέντρωσα το ποσό, αφού τσοντάρισε κάτι και ο πατέρας μου, έγραψα στον ξάδελφό μου, που έμενε στην Ελευ­σίνα, να το διαλέξει εκείνος και να το αγοράσει. Στο γράμμα εσώκλεισα και τα απαραίτητα χρήματα. Το ευχάριστο μαντάτο ήρθε γρήγορα. Το ποδήλατο είχε ήδη αγοραστεί και παραδοθεί στον Σταθμό της Ελευσίνας. Το πολύ σε τρεις μέρες θα ήταν κάτω.
Η αδιαίρετος τριάδα, εγώ, η αδελφή μου και ο φίλος μου ο Γιάννης, στις πέντε η ώρα το απόγευμα, που το τραίνο από την Αθήνα έφτανε στον Σταθμό, ήταν εκεί. Εναγώνια ερώτηση προς τον Σταθμάρχη: «Μήπως ήρθε το πο­δήλατο;» Απάντηση: «Όχι ακόμη». Γυρνούσαμε στο σπίτι με κατεβασμένα τα κεφάλια. Στην πέμπτη απόπειρα, βρήκαμε τον Σταθμάρχη  σκυμμένο στον τηλέγραφο να μελετάει εμβριθώς τα σήματα.
Μόλις μας βλέπει, το πρόσωπό του παίρνει   μια υποψία χαμόγελου. «Ήρθε», μας λέει.
Το αντικείμενο του πόθου μου ήταν εκεί και ήταν μια οπτασία! Ο σκελετός βαμμένος στο κόκκινο του Πάσχα. Σε εμφανές σημείο η μάρκα τουHERCULES. Οι ζάντες, οι ακτίνες και το τιμόνι από ανοξείδωτο μέταλλο. Η σέλα δερμάτινη με ελατή­ρια. Το φανάρι μπροστά και στην πίσω ρόδα το δυναμό. Ακόμη, σχάρα πίσω για τον συνεπιβάτη, τρόμπα και τριγωνική δερμά­τινη θήκη για τα εργαλεία.
Και βέβαια το απαραίτητο κουδουνάκι.
Παραλάβαμε το ποδήλατο και το πηγαίναμε όπως πάνε τη νύφη στην εκκλησία. Μπροστά, από τη μια μεριά εγώ και από την άλλη ο Γιάννης, κρατούσαμε το τιμόνι. Από πίσω έσπρωχνε ελαφρά η Δήμητρα. Πρώτα έμαθε ισορροπία η αδελφή μου και ύστερα εγώ. Ο Γιάννης, αν και μικρότερός μας, είχε ήδη μάθει. Σε κάτι τέτοια ήταν πρώτος.
Από εκείνη τη μέρα, «καβάλα παν’ στην εκκλησιά, καβάλα προ­σκυνάνε».Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς το ποδήλατο.
Στη θάλασσα για μπάνιο, στο σχολείο και στα Αγγλικά, ή για μικροθελήματα από δω κι από κει. Ήταν φορές που βολευόμαστε τρεις πάνω στο ποδήλατο, εγώ, η αδελφή μου και η μητέρα μας κι άλλες φορές που βρισκόμαστε και οι τρεις ξάπλα  στην άσφαλτο. Τα πόδια μου με το ζόρι έφταναν στα πετάλια. Αργό­τερα, παρέα με τους φίλους μου, κάναμε με τα ποδήλατα μα­κρινές βόλτες στον Καϊάφα, και στον Κακόβατο.
Μια φορά φτάσαμε μέχρι το Θολό.
Τελειώνοντας τη δεύτερη τάξη του λυκείου, ήρθα στην Αθήνα για να βγάλω εκεί την τρίτη και παράλληλα να κάνω φροντι­στήριο για τις εξετάσεις. Ακολούθησαν τα χρόνια των σπουδών μου στο Πολυτεχνείο. Ένα καλοκαίρι, στις διακοπές, θυμήθηκα και αναζήτησα το πο­δήλατο. Πληροφορήθηκα, τότε, από τους γονείς μου, ότι το είχε προ πολλού οικειοποιηθεί ο Βασίλης, ο μικρός μου ξάδελφος. Ένα διαβολόπαιδο.
Από την πολλή χρήση τού είχε βγάλει τα μάτια. Το βρήκα, μια μέρα, πεταμένο στον κήπο του σπιτιού του, μέσα σε κάτι χορτάρια. Ό,τι είχε απομείνει ήταν μόνο ο σκελετός κι αυτός σκουριασμέ­νος, χωρίς τις ρόδες και τα υπόλοιπα.
Από το HERCULES είναι ζήτημα αν είχαν απομείνει δύο, ή το πολύ τρία γράμματα κι αυτά μισοσβησμένα…

Κώστας Περδίκης

Κώστας Περδίκης: (Ζαχάρω Ηλείας, 1949).
Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Ε.Μ.Π.
Εργάσθηκε σαν μηχανικός στον Ιδιωτικό και Δημόσιο Τομέα.
Πρώτο του βιβλίοσινική μελάνη
Aθήνα, 2014

ηλ.ταχ/μείο : kiperdik@gmail.com
ιστοσελίδα fanostaths.blogspot.gr




(οι πίνακες του Κώστα Κουκουζέλη)



Με το ποδήλατο λίγο πάνω από τον σταθμό