Ετικέτες

"Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" Βιβλία (αποσπάσματα) Δοκίμια Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτρης Φύσσας "Εμένα μου λες (ποιήματα 1997-2016) Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μιχάλης Γκανάς "Άψινθος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Colm Tóibín "Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Jack Kerouac "Στοιχειωμένη ζωή - η χαμένη νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Miguel de Unamuno "Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο σκακιστή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Oliver Sacks David Hume "Η δική μου ζωή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Stefan Zweig "Σκακιστική νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' W. G. Sebald Jan Peter Tripp "Αδιήγητη ιστορία" Μεταφράσεις (ποίηση) Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες Ποιητική σύναξη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

«Το θες, μάνα;»

διήγημα της Σαβίνας Μαντζαβινάτου 
   

Paul Wagner, "μάνα και κόρη"



-Ελένη πού είσαι;

-Στην κουζίνα, μάνα, τι θες;

-Έλα παιδί μου και φέρε μου λίγο νερό.

- Στο κομοδίνο σου είναι μάνα.

-Δεν μπορώ να το φτάσω, φέρε άλλο να είναι κομμάτι δροσερό.

- Έλα, μάνα, να σε βοηθήσω. Κάθισε στο κάθισμά σου, βάλε λίγη δύναμη,  κράτα το χέρι μου και σήκω.

-Δεν μπορώ, βρε  Ελένη, πονάω.

- Μπορείς, μάνα, προσπάθησε, μην αφήνεσαι.

-Δεν μπορώ, σου λέω, μη με παιδεύεις.

-Δυο μήνες τα ίδια μου λες, μα όταν έρχεται η Ζαμπετώ, μια χαρά σηκώνεσαι, εμένα μου κάνεις κόνξες.

- Καλά, παιδί μου, άφησέ με στη μοναξιά μου θα τα καταφέρω. Σε παιδεύω και σένα με έχεις βαρεθεί, ε; έτσι δεν είναι;

- Πάλι τα ίδια, μάνα, σου είπα εγώ ποτέ κάτι τέτοιο; Λοιπόν άκου. Η Ζαμπετώ δε μας κάνει πια. Καλή είναι μα εμείς θέλουμε γυναίκα να μένει μέσα τα βράδια, να είναι όλη τη μέρα κοντά σου. Μακάρι να μπορούσα να σου σταθώ εγώ, μα ξέρεις δεν μπορώ. Δουλειά, σπίτι μαγείρεμα, να διαβάσω τον Κωστάκη, δεν μπορώ .Η Μαρία μού είπε για μια γυναίκα που ζητάει δουλειά και θέλει να μένει μέσα. Στην πατρίδα της ήταν νοσοκόμα, δούλευε δέκα χρόνια σε νοσοκομείο.

- Ξένη πάλι θα μου φέρεις;

-Ξένες βρίσκω, τι να σου κάνω;

-Μιλάει ντιπ ελληνικά ή θα συνεννογιόμαστε πάλι με νοήματα;

- Άσε με, μάνα, θα τη δεις αύριο και θα μου πεις, κάνε και συ λίγο υπομονή. Δεν αντέχω πια, όσο πας και παραξενεύεις. Κουράστηκα.

- Να με κλείσεις σε κλινική, Ελένη.

-Το θες, μάνα; Όταν φτάνεις στα δύσκολα εκεί μου το γυρίζεις.

-Το θέλω, ναι, τι νομίζεις; Μου αρέσει να σας βλέπω βαριεστημένους έξι μήνες τώρα; Η Στέλλα μού έλεγε για έναν οίκο ευγηρίας , να, έχω εδώ το τηλέφωνό τους.

-Καλά. Έλα τώρα να δούμε φωτογραφίες. Κοίτα, εδώ είμαι εγώ μωρό και εδώ ο Κωστάκης. Παχιά παχιά ήμουνα, με τάιζες καλά και αυτός ο φιόγκος αεροπλάνο που έδενες στα μαλλιά, γελοία φαινόμουνα, με οργάντζα φιόγκο και άσπρο φουστάνι, πού να τολμήσω να παίξω με τα άλλα παιδάκια και να λερωθώ. Η μικρή πριγκίπισσα με φώναζαν και ντρεπόμουν… Τέλος πάντων. Εδώ κρατάς αγκαλιά τον Κωστάκη. Ήτανε τότε που τον τρέχαμε στο νοσοκομείο. Θυμάσαι; Είχε χτυπήσει το κεφάλι του. Μόλις γυρίσαμε τον κράταγες αγκαλιά δυο μερόνυχτα μην τυχόν και ακουμπήσουν τα ράμματα στο προσκεφάλι του. Και εδώ για δες με δεσποινίδα. Τι όμορφο φόρεμα! Τα καλύτερα μου αγόραζες μάνα και συ ό,τι είχε απομείνει. Να ’σαι στη δεξίωση του Αφροδίτι με τον πατέρα. Αρχοντάνθρωπος ο πατέρας αλλά και συ… Αφού σας είχαν περάσει για τους πλοιοκτήτες. Το έξω σας δεν συμφώνησε ποτέ με το μέσα της τσέπης σας. Θυμάσαι τι σας έλεγε ο θείος Βασίλης; Εσείς και πεντάρα να μην έχετε είναι σαν να ’χετε  βγει από το λίμπρο ντόρο, ξεπεσμένοι αριστοκράτες.
Μάνα, σου μιλάω τόση ώρα, εσύ δεν έχεις τίποτα να πεις;

- Πονάω πολύ Ελένη.

- Το παυσίπονο θα σε πιάσει σε λίγο. Δες εδώ τον Κωστάκη με τη στολή του σχολείου. Το πιέζεις πολύ το παιδί,μού ’λεγες, και συ τον κακομάθαινες. Εγώ έμπαινα στη μέση και άρχιζε ο καυγάς.
Και συ πίεζες εμένα, μάνα. Μού ’σπαγες τα νεύρα ώρες ώρες.
Μη, Ελένη, θα ταΐσω εγώ το παιδί, θα μαγειρέψω εγώ, δεν θα τα καταφέρεις. Πάλι τραπέζι έχετε; Δεν μου το είπες να ετοιμαστούμε σωστάΕγώ κάνω τραπέζι, μάνα, όχι εσύ. Δηλαδή –μού ’λεγες– το σπίτι αυτό δεν είναι και δικό μου; Είσαι τόσο αχάριστη. Σας δίνω τα πάντα, φαγητό ζεστό, χαρτζιλίκι στο παιδί, τσοντάρω συνέχεια, έχω αφιερώσει τη ζωή μου σε σας και με πετάς σαν τη τρίχα από το ζυμάρι; Αχ, μάνα, ναι ήμασταν τα πάντα για σένα αλλά με έναν τρόπο που δεν μου άφηνε χώρο να αναπνεύσω. Θυμάσαι τότε που είχα πάρει κακό βαθμό στα μαθηματικά; Θυμάσαι;

- Πονάω, Ελένη, πολύ.

- Μάλιστα τα δύσκολα τα αποφεύγουμε, ε;
Μα πώς είναι δυνατόν να πάρεις εσύ τέτοιο βαθμό; Με εξευτέλισες, με ακύρωσες. Πήγα το απόγευμα στα αγγλικά με μάτια πρησμένα από το κλάμα σα να με είχε τσιμπήσει σφίγγα στα βλέφαρα. Ναι, δε θα το ξεχάσω ποτέ. Με πήρε από πίσω ένα αγόρι - τι ωραίο σώμα δεσποινίς και τα τοιαύτα, και όταν είδε το πρόσωπό μου αναπήδησε και το έβαλε στα πόδια. Δεν ξεχνιούνται αυτά. Αχ μάνα!

-Ελένη, λυπήσου με πονάω.

Van Gogh, "μάνα και κόρη"

-Κλαις, μάνα; Έλα. Έλα στην αγκαλιά μου, σώπα, θα πάρω αύριο το γιατρό να μας δώσει συμβουλές. Θα με βοηθήσει και η Ζαμπετώ να σε λούσω και να σε μπανιάρω, θα ’ρθει και η κυρία Ιουλία που ξέρει από αυτά, θα έχεις νοσοκόμα μέρα νύχτα δίπλα σου. Μην κλαις, μάνα, μην κλαις. Έτσι μπράβο, δε θα σε αφήσω ποτέ, δεν πρόκειται να φύγεις ποτέ από το σπίτι σου, να σκίζω το χαρτί με το τηλέφωνο της κλινικής. Μα πώς πίστεψες ότι εγώ θα έκανα τέτοιο πράγμα; Μάνα, νύσταξα, έλα να σε γυρίσω στο πλάι και να σου σηκώσω τη κουβέρτα. Να σου βάλω και το μεγάλο μαξιλάρι πίσω από τη μέση.

-Ελένη πονάω πολύ, θέλω να πεθάνω, σε ικετεύω, τι τώρα τι σε λίγους μήνες, αφού δεν έχω πια ζωή, σε παρακαλώ πες να μου κάνουν μια ένεση να φύγω, δεν αντέχω άλλο. Αν με αγαπάς κάνε αυτό που σου λέω, μη με τυραννάς άλλο.

-Εγώ σε τυραννάω; Μη θέλεις να πεις ότι σε εκδικιέμαι κιόλας; Μού ’κανες πολλά μα δε σου κρατάω κακία, έτσι την ήξερες την αγάπη. Θα σου βάλω τα αυτοκόλλητα. Θυμάσαι τι μας είχε πει ο γιατρός; Να τα βάλετε όταν γίνει ο πόνος αφόρητος. Έλα θα στα κολλήσω εδώ ψηλά στους ώμους. Σε λίγο θα κοιμηθείς. Έτσι μπράβο. Κοιμήσου. Καληνύχτα. Σε πήρε κιόλας ό ύπνος. Τι ύπνος δηλαδή λήθαργος. Γιατί άνοιξες πάλι τα μάτια; Γιατί με κοιτάς σα να μη με βλέπεις; Γιατί τα μάγουλά σου είναι υγρά; Μάνα, εδώ είμαι εγώ η Ελένη σου. Τι ψιθυρίζεις μάνα; Δεν μπορώ τώρα να σου τα βγάλω, θα σταματήσει η καρδιά σου, θα πεθάνεις. 

Χαμογελάς; Το θέλεις λοιπόν τόσο πολύ;
Εντάξει  αρκετά. Καλό ταξίδι, μάνα.


Σαβίνα Μαντζαβινάτου

Καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη Δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και  δίδαξε στη σχολή της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις Γραμμικόν  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο Συμμετείχε στο σχολικό περιοδικό "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.