Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

«Τα παιδιά ζωγραφίζουν στους τοίχους»

της Βάντας Παπαϊωάννου-Βουτσά






   Τακτοποιούσα τα ασπρόρουχά μου στο συρτάρι του κομού σιδερωμένα από τη μάνα. Σκόρπιζα βελουδένια άνθη γαζίας ανάμεσά τους. Πρέπει να πάω στο φούρνο για ψωμί, μου ήρθε ξαφνικά η σκέψη.  Είναι η ώρα που βγαίνει η  δεύτερη φουρνιά. Μα…  έμεινα με το βλέμμα άδειο, να κοιτάζω, αλλά να μη βλέπω. Και το χέρι μετέωρο πάνω από το ανοιχτό συρτάρι, βαμμένο με κίτρινο χνούδι και ποτισμένο άρωμα. Εκείνος ο δρόμος για το φούρνο… Tο μαρτύριό μου. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών.
Έμπαινα στο στενό κι έχανα τον κόσμο για πολλή ώρα. Ψηλός, άσπρος, κάτασπρος ο μαντρότοιχος στα αριστερά μου κουβαλούσε πάνω στην ασπράδα του μια τεράστια αγχόνη ζωγραφισμένη με μαύρη μπογιά. Ανατριχιαστικό. Δίπλα στη θηλιά  δυο ονόματα «ΚΑΡΑΟΛΗΣ- ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ! ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΗΡΩΕΣ»! Δοξαστικό. Με κόκκινο, κατακόκκινο χρώμα  της φωτιάς τούτα εδώ, σαν τα νιάτα τους! Ήθελα να το βλέπω κι ας ριγούσα. Ήθελα να το διαβάζω κι ας έκλαιγε η ψυχή μου. 1956. Μόλις είχαν οδηγηθεί στην αγχόνη τα παλικάρια της Ε.Ο.Κ.Α.


Ανατριχίλα γινόταν το ικρίωμα, ο φόβος μου θαυμασμός, περηφάνια ο ηρωισμός τους. Με σκυμμένο το κεφάλι στο χώμα, ρίχνοντας κλεφτές πλάγιες ματιές, κλωτσώντας πέτρες και πετραδάκια απομακρυνόμουν στρίβοντας στην κατηφορίτσα  για το φούρνο.
Τα βήματά μου γίνονταν με προφύλαξη. Τα μάτια μου ερευνητικά, διάπλατα. Είναι, άραγε, κλειστή η μάντρα με τους ασβεστόλακκους;  Ασπράδα κι εδώ. Αλλιώτικη. Ή μήπως χάσκει ορθάνοιχτη η δίφυλλη πόρτα της; Πολύ πιθανό τότε να κυκλοφορούν ελεύθεροι εκείνοι  οι ινδιάνοι . Κούρκους τους έλεγε η γιαγιά. Τι άτιμα πουλιά! Κυνηγούσαν τους περαστικούς και τους ρήμαζαν τα πόδια με τα ράμφη τους. Μια φορά, καθώς επέστρεφα αμέριμνη με το ζεστό ψωμί αγκαλιά,  δέχτηκα την επίθεσή τους. Φόβος και τρόμος. Έτρεχα, μα δεν άλλαζα θέση. Τα πόδια μου λες και είχαν καρφωθεί στο έδαφος. Και τα γαλόπουλα να πλησιάζουν επικίνδυνα. Αντίδραση ανάγκης. Έριξα τη φρατζόλα το ψωμί  για αντιπερισπασμό. Και βέβαια πέτυχε. Γκλου γκλου γκλου… γκλου γκλου άφησαν εμένα κι έπεσαν μετά βουλιμίας στο ολόφρεσκο ψωμί τα κακορίζικα. Ανάσανα ανακουφισμένη, μα πολύ συλλογισμένη. Ένιωσα μικρόψυχη. Τόσο χτυποκάρδι για δυο τρία πουλιά μέσα σε κατοικημένη γειτονιά με ένα σωρό τρόπους διαφυγής! 
Λευκωσία. Χρόνια πολλά μετά. Γυρόφερα ως προσκυνήτρια το αληθινό ικρίωμα με την καρδιά κουβάρι. Δεν άγγιξα καν το προστατευτικό σχοινί. Ανοιχτές έχασκαν οι καταπακτές κάτω από τις αγχόνες κι ένα γύρω στους τοίχους φωτογραφίες. Κρεμασμένες κι αυτές. Ήταν όλοι τους παιδιά, νεαρά βλαστάρια με δυο δεκαετίες ζωής. Αρκετές, φαίνεται, για να μάθουν το χρέος προς την Πατρίδα. Λίγα μέτρα πιο πέρα μέτρησα σταυρούς στα «φυλακισμένα μνήματα».
Εννιά έγιναν οι άγγελοι.  Αξιοθέατο ο ηρωισμός των παλικαριών. Σιγή. Δέος. Τιμή. Με βουβά εποπτικά μέσα η Ιστορία. Κλεισμένη πίσω από ψηλούς τοίχους αγκυλωτούς στην κορυφή με φυτεμένα υαλοθραύσματα. Ποιος να μπει, ποιος να βγει! Σιωπηλή η παρέα των ενταφιασθέντων ηρώων. Ελεύθερη φυλακισμένη! Άμεση η επικοινωνία της με ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού. Ποιος μπόρεσε να αμαυρώσει το δρόμο της θυσίας για την Πατρίδα, της Αιώνιας Δόξας! Της έφτανε ένα κομμάτι ξάστερου γαλανού ουρανού, να πεταρίζει.
Θέλω να φωνάξω πως η Δόξα απλώθηκε. Με το λιβάνι, με το Τρισάγιο. Έφτασε και στη γειτονιά μου την παλιά. Σημάδεψε την παιδικότητά μου και την ωρίμασε.
Στοιχειωμένο παραμένει ακόμη κείνο το δρομολόγιο.

Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά
Ιστορικός-Αρχαιολόγος /Συγγραφέας

 (από τα ανέκδοτα κείμενα «Στη γειτονιά μου την παλιά»)