Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
παρουσιάζει το έργο
του ποιητή Γιώργου Θ. Τζια







   Η ποίηση του Γιώργου Τζια αρθρώνει πολιτικό λόγο, από τους πιο ενδιαφέροντες λογοτεχνικά. Ταυτόχρονα έχουμε και μια ευαίσθητη προσωπική κατάθεση σε θέματα ανθρώπινης αγωνίας, όπως αυτό της συνειδητοποίησης του άφευκτου τέλους μιας πορείας. Και το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι αυτές οι δύο παράμετροι της ποίησής του συμπλέουν αρμονικά, συχνά στον ίδιο στίχο, με σίγουρη γνώση της αξιωματικής πρότασης: ο άνθρωπος με την πλήρη σημασία της έννοιας, δεν μπορεί παρά να είναι και βαθύτατα πολιτικός. Έτσι, μας δείχνει πώς εννοεί αυτός την (πολύ παρεξηγημένη είναι αλήθεια) ‘στράτευση’ της ποίησης. Αδύνατον να μείνει άπρακτος. Αν είναι να μιλήσει κάποιος, αυτός ας είναι ο ποιητής.
  
Ο λόγος του είναι λιτός στη μορφή  χωρίς πολλά τσακίσματα εκφραστικά και πολυδαίδαλα σχήματα, γι’ αυτό  δίνει γερά χτυπήματα στη συνείδηση του αναγνώστη που θα ανιχνεύσει το νοηματικό νήμα και θα τον ακολουθήσει στην ποιητική του πορεία. Μαζεύει μνήμες, συγκροτεί τη σκέψη του και ανοίγεται στον αναγνώστη φέροντας αναπόφευκτα ως φορτίο την  πολύχρονη ενασχόλησή του με  τα πολιτικά πράγματα και την πίστη σε  διαρκώς ανανεωμένα οράματα. Η τριβή του Γιώργου Τζια με την πολιτική σκέψη και πρακτική καθιστούν μονόδρομο την αναγκαιότητα η πολιτική του άποψη να φθάσει σε όσο γίνεται περισσότερους αποδέκτες, ως μια εύλογη εμμονή για τη συνειδητοποίηση των μαζών. Ωστόσο η άλλη όψη, η πιο προσωπική αυτής της ‘κατάθεσης’ του ποιητή, μας αποκαλύπτει και μια μοναξιά, ίσως όχι εκπορευόμενη αναγκαστικά από την ανθρώπινη απουσία όσο συνυφασμένη με την ψυχοσύνθεση του. Αν τα ποιήματα του Γιώργου Τζια είχαν χρώμα, αυτό θα ήταν οπωσδήποτε ένας τόνος πιο πάνω, ένας τόνος πιο κάτω στην κλίμακα των γκρίζων. Η μίξη του άσπρου και του μαύρου.
  
Μια ξεκάθαρη ποιητική σκέψη. Όπως θα λέγαμε δυο λιτές, σταράτες κουβέντες σε φίλο που θέλει ν’ ακούσει. Φυσικά αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση, όπως δηλώνει και ο ίδιος: «αποκλειστικώς και μόνο εις ώτα ακουόντων η δια του εμμέτρου λόγου ειλικρινής κατάθεση ψυχής του γράφοντος». Έτσι, ο τείνων το ευήκοον ους αναγνώστης του εισέρχεται προϊδεασμένος στις ποιητικές του σελίδες. Μόνο η αλήθεια θα ειπωθεί εδώ. Γιατί έχουν στενέψει πια οι χρονικοί ορίζοντες, και δεν χωρούν άλλα ψέματα. Κυρίως για όποιον θήτευσε επί μακρόν σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, δοκίμασε την ήττα, τη διάψευση, και ζητά τώρα να μιλήσει για τον ‘μέσα κόσμο’, τον αλώβητο από κενά λόγια και ψεύτικα οράματα.
   
Η ‘ποιητική’ του Γιώργου Τζια, η άποψή του για τα ποιητικά πράγματα, είναι διαυγής εικόνα. Ο ποιητής οφείλει να μιλήσει, να βγάλει την ιδέα που δουλεύει μέσα του, προκειμένου να συμπαρασύρει και τους άλλους στην κοινή θέα. Εκπληρώνει έτσι τον σκοπό του ως ποιητής, γιατί εκτός από τη θητεία στην υπηρεσία της αισθητικής (απέναντι στην οποία ο ποιητής Γιώργος Τζιας ανταποκρίνεται με τον ιδανικότερο τρόπο) αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα να μιλήσει και για τους άλλους, ως μια φωνή ποιητική που επισημαίνει τα ασαφή μηνύματα και τα εισηγείται καθαρότερα με τον λόγο του. Αν αυτό το κατορθώνει η ποίηση, τότε μπορούμε να μιλάμε για εκπλήρωση και αυτού του ρόλου της.



Ο Γιώργος Θ. Τζιας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Σπούδασε οικονομικά στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά καιρούς αρθρογράφος με ειδίκευση στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της αθλητικής μας πραγματικότητας. Το 2009 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο «προσκύνημα στους ξεχασμένους  ζάνες», μια έκδοση κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα με άγνωστες ιστορικές στιγμές του αθλητισμού. Το 2010 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή «... του αστερισμού ο τοκετός». Το 2012 η συλλογή του «ονείρων κέρασμα». Το 2014 η συλλογή του «τ’ α-Δέσποτα». Η πρόσφατη ποιητική του συλλογή «Ο ήχος της σιωπής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οροπέδιο. Ο Γιώργος Θ. Τζιας είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.




Ποιήματα του Γιώργου Θ. Τζια 
ανθολογημένα από τις συλλογές του

Δι’ ευχών δεηθώμεν          

Δι’ ευχών του πατρός ημών.
Της αγχωμένης για το μεροκάματο ανάσας.
Του ιδρωμένου από τη φάμπρικα κορμιού.
Της ροζιασμένης παλάμης το σπάνιο άγγιγμα.
Του αετίσιου καθαρού παιδικού βλέμματος.

Δι' ευχών της μητρός ημών.
Της άδολης χωρίς αντάλλαγμα προσφοράς.
Του ρυτιδιασμένου από τα βάσανα προσώπου.
Του μοιρασμένου στα ίσα λειψού καρβελιού.
Της γιορτινής πάστρας και της ξύλινης σκάφης.

Δι' ευχών των πατέρων ημών.
Την παλικαριά των γενειοφόρων αντιστασιακών.
Τις προφητείες των ξεχασμένων ποιητών.
Τη μυρωδιά του ξεραμένου στο μέτωπο αίματος.
Τη γέρικη γενειάδα του αλυσοδεμένου Προμηθέα.


Δι' ευχών των απογόνων ημών.
Των παιδιών που φωνάζουν στους έρημους δρόμους.
Των κοριτσιών και των αγοριών που ερωτεύονται.
Της γενιάς που αμφισβητεί και ονειρεύονται.
Της καθάριας λογικής που κρύβουν μέσα τους.

Δι' ευχών των στοιχείων της μητέρας φύσης.
Αδικημένα τέκνα
της νέας απρόσωπης εξουσίας,
απανταχού της οικουμένης
ανηλεώς διωκόμενοι,
στον ήλιο, το φως
και την αύρα της θάλασσας,
τη μάνα γης αγκαλιάζοντας,
ευσεβώς δεηθώμεν.  


Βαθιά στο είναι μου κρυμμένοι                                                                                

Την αστραπή του ουρανού φοβήθηκα.
Τα παραθύρια της παιδικής ψυχής μου
με ξένες αμπάρες  σφάλισα τρομαγμένος.
Τα πάθη του Δία μ’ ελευθέρωσαν.

Τ’ αλύχτισμα του αέρα  με τρόμαξε.
Εικόνες από την κόλαση του Δάντη
σφηνωθήκαν εφιαλτικά το μυαλό μου.
Ο  Αίολος με τ’ ασκί του γαλήνεψε.

Ο καρπός του αμπελιού με τρέλανε.
Σε ανήλιαγα υπόγεια  καταγώγια
μέθυσος παρέδωσα πνεύμα και σάρκα.
Ο χορός του Διόνυσου μ’ απογείωσε.

Το χιονισμένο τοπίο πάγωσε τις φλέβες.
Μόνο και έρημο το εγώ μου περιπλανιέται
χωρίς σκοπό στην εποχή των παγετώνων.
Η απλοχεριά της Δήμητρας με ζέστανε.

Η στερεότυπη λειψή γνώση μ’ απώθησε.
Απέχθεια εσώψυχη νιόπλαστου χαρακτήρα
στ’ αυστηρά καλουπωμένα στερεότυπα.
Της Αθηνάς η σοφία το μυαλό μου σμίλεψε.

Των αρχαίων θεών τη ζεστασιά χρόνια αναζητώ.
Στα πέτρινα καλντερίμια,
στα καθημερινά όνειρα,
σε παλιά σκονισμένα βιβλία
απεγνωσμένα το αποτύπωμα τους ψάχνω.
Περιττός, μάταιος κι άδικος κόπος;
Η περπατησιά της γενιάς μου εκεί με σπρώχνει.
Τη λογική και τα πάθη τους
αιώνες ολάκερους μέσα στο είναι μου κουβαλώ.   


Αρνούμενος αντιστέκομαι                                                                          

Αρνούμαι να δεχτώ την ηλιθιότητα.
Την εκκεντρική στη σκόνη νοικοκυρά.
Την ανοργασμική εγωπαθή συνάδελφο μου.
Το ανθρωπάκι με το κομποσκοίνι δίπλα μου.

Αρνούμαι το συχνωτισμό με τις κουραδομηχανές.
Τις υποδείξεις του αγράμματου προϊστάμενου.
Τον εθισμένο στο πλαστικό χρήμα γείτονα.
Το λιγδωμένο ράσο του κοιλαρά ιερωμένου.

Αρνούμαι την πόλη που με ανέθρεψε.
Τα κλιματιστικά που με βρέχουν στο πεζοδρόμιο.
Τα κάθε χρώματος αυτοκίνητα που κλείνουν τις διαβάσεις.
Τα θορυβώδη μηχανάκια και τους κρανοφόρους αναβάτες τους.

Αρνούμαι την υποταγή στη τηλεόραση.
Τα δελτία των ειδήσεων και τους ειδικούς αναλυτές.
Τα τηλεπαιχνίδια που μοιράζουν εύκολο χρήμα.
Τις πληρωμένες δημοσκοπήσεις και τους σχολιαστές τους.

Αρνούμαι αυτούς που κάθονται στο σπίτι τους.
Τους ποιητές και τους συγγραφείς γιατί σιωπήσανε.
Τους παλιούς συντρόφους μου, που κυνηγάνε μάγισσες.
Τους κυβερνήτες που μας γκρέμισαν τα όνειρα.  

Αρνούμαι την γενιά μου γιατί βολεύτηκε.
Τις αναφορές για τους αγώνες στα νιάτα μας.
Την κριτική στα παιδιά που μας φτύνουνε.
Αρνούμαι τον εαυτό μου που μας ανέχεται.

(από τη συλλογή «….του αστεριού ο τοκετός», εκδόσεις Ζαχαράκης, 2010)






Του εγώ μου δεσμώτης

Στου  κρυμμένου βράχου τα σωθικά
εκεί στ’ ανέμελο του νερού παιχνίδισμα ̇ 
της πεινασμένης σμέρνας το καρτέρεμα
οι καταχωνιασμένες μέσα μου συμπληγάδες.

Καμουφλαρισμένη του θανάτου εικόνα
μόνιμη χειμέρια νάρκη στα εσώψυχα ̇ 
άτακτο γρύλισμα αλλοπρόσαλλης κραυγής  
του άγριου ζώου που φωλιάζει στο εγώ μου.

Του χεριού μου τ’ αποτύπωμα σφραγίδα
στις νοτισμένες πέτρες της Βαστίλης ̇ 
δικό μου δημιούργημα της γκιλοτίνας το μαχαίρι   
του χάροντα ακόλουθος ο ίδιος μου εαυτός.

Του γέρο Σίσυφου μακρινός απόγονος
το μαρτύριο του από γεννησιμιού μου κουβαλώ ̇
Σκύλα και Χάρυβδη αντιπαλεύουν μέσα μου
απ’ τα έργα των δυναστών μου  ταϊσμένες.   

Σούρσιμο εχίδνας σ’ απότιστο χωράφι
το μονοπάτι που με σπρώχνουν να διαβώ ̇ 
γυμνά κι απροστάτευτα τα χέρια μου
στο στερνό της μάνας γης αγκάλιασμα.

Σ’ αρχαίο μάρμαρο ξαπλωμένος αφουγκράζομαι
του γλύπτη το καλέμι ο καινούργιος μου κώδικας ̇
της Ελευσίνας των μυστών μαθητής και δάσκαλος
λεύτερος τη γλώσσα της δικής μας γνώσης αναζητώ. 



Η πρώτη μου μεταλαβιά

Δεν σε φοβάμαι ρε φίλε.
Ούτε και σε σένα,
ούτε και τους δικούς σου ομογάλακτους.

Το  μαυροκόκκινο αίμα
απ’ του Προμηθέα τα σωθικά
η πρώτη στα μικράτα μου μεταλαβιά .

Ο ιδρώτας στο ξεραμένο  πρόσωπο του
καθαγιασμένο αειπάρθενο μύρο
ευωδία του Θείου στο γέρικο σαρκίο μου.

Κατάλαβες ρε φίλε
τι κουβαλάω αιώνες τώρα
στις πλάτες μου;

Τα σημάδια από τις  αλυσίδες του
ρυτίδες αμέτρητες στο δέρμα μου
μαλαματένια στο εγώ μου παράσημα.

Βαριά πρωτότοκου κληρονομιά
πάππου προς πάππου, 
θαμμένη στα βάθη της φαρέτρας μου.

Κατάλαβες ρε φίλε
πως ξεριζώνω από το είναι μου
του τρόμου την ύπουλη σιωπή;

Κατάλαβες ρε φίλε
κι εσύ κι όμοιοι σου
με τι γεμίζω κάθε μέρα το φλασκί μου;




(από τη συλλογή «Ονείρων κέρασμα», εκδόσεις Ζαχαράκης, 2012)





Προσπάθεια

Σ’ αράχνης
πολύπλοκο ιστό
της Δαμασκού τ’ αστέρι αναμένω.
Τη σαϊτιά
του ξαναμμένου Κένταυρου
αιώνες τώρα αποφεύγω.
Η τεχνική του Δαίδαλου
δεσμά ηγεμόνα
στις πλάτες μου.
Το ηχόχρωμα της γλώσσας μου
αντίσταση
στου γερο - χρόνου τη φθορά.
Ρομαντικός
πεισματάρης νέος Σίσυφος
αρκούμαι τουλάχιστον
στη χαρά της προσπάθειας.

Των νεκρών μου

Αλόγου
ανήμερου
δυνατό χλιμίντρισμα
παιάνας αγγέλων
στο φοβισμένο είναι μου.
Γιατί πρέπει
να φοβηθώ τη νύχτα;
Σ’ απόλυτο σκοτάδι
δεν βασιλεύουν οι νεκροί μου;

Μακριά σας

Χειμωνιάτικο
ομιχλώδες τοπίο
ο κόσμος σας.
Ηθελημένα
ή αθέλητα
κομμάτι του
είναι η αφεντιά μου.
Συμπαίκτης
ή θύμα
δικό σας το πρόβλημα.
Τ’ ανοιξιάτικο πρωινό
που κυριεύει το είναι μας,
έστω
και σαν ψευδαίσθηση
παντοτινά
θα με κρατά μακριά σας.

Των νικημένων

Και οι νικητές
της παράταξης των ηττημένων;
Στο δικό τους μηχανισμό
ηγέτες
σε στεγανά
καλούπωσαν τη σκέψη τους.
Ταγοί μιας άλλης,
εξ ίσου σημαντικής
εξουσίας.
Της απρόσωπης
εξουσίας των νικημένων·
το ίδιο επικίνδυνης
μ’ αυτής των νικητών.

Δηλώ υπευθύνως…

Μόλις σε δυο αιώνες
μας έπεισαν ότι είμαστε:
Ανά τον κόσμον
έθνος ανάδελφον
εκ του Υψίστου
εκπορευόμενον
πανταχόθεν
ανά τους αιώνας βαλλόμενον
διαρκώς σήμερον διωκόμενο
και εκ τέφρας
εκάστοτε αναδυόμενο.
Και συ;
Με ψέγεις
γιατί ακόμα και τώρα αισθάνομαι μόνος.
Και συ;
Ωρύεσαι
γιατί στο μπαλκόνι δεν σηκώνω σημαίες.
Και συ;
Φοβάσαι
γιατί απεχθάνομαι τους ναούς των ρασοφόρων.
Και σεις;
με μισείτε
γιατί λοιδορώ την καλλωπισμένη ιστορία σας.
Την ταυτότητά μου λοιπόν
ανερυθρίαστα σας παραδίδω.
Άνευ επισήμων εγγράφων
λαθραίος μετανάστης,
στη γη των δικών μου προγόνων
εξ ανάγκης περιπλανώμενος
«πολίτης κανενός»
επιτρέψατέ μου να δηλώνω.

Κληρονομιά

Χορεύουν οι ψυχές ανάλαφρες
στο αστρικό κουφάρι ξεχασμένες·
είναι ο κόσμος της φαντασίωσης
κείνος που δεν χωρά στο νου μας.
Χορεύουν νύμφες ολόγυμνες
πανσέληνο, στο ξέφωτο του δάσους·
είναι ο κόσμος που μας φόβισε
κείνος που μας κρατά δεμένουε·
Χορεύουν τα μικρά τα γράμματα
σ’ ασπρόμαυρες σελίδες των βιβλίων·
είναι ο πλούτος που μας έκρυψαν
κι αφήσαμε στην άκρη την αλήθεια.
Χορεύουν τα παιδιά μου το ζεϊμπέκικο
απόγιομα στον καφενέ του Γιώργη·
είναι ο κόσμος που τους δώσαμε
κείνος που δεν χωρά ο νους τους.



Σιωπή δυνάστης

Η σιγή της σιωπής των πολλών
πιστός του τρόμου ακόλουθος.
Η σιωπή η ένοχη
η σιωπή η αδιάφορη
η σιωπή δυνάστης του εγώ.
Σιωπή, σκοτάδι, παγετώνας
του θανάτου προάγγελος,
νιφάδες του τέλους στα κύτταρα.
Η σιωπή των νεκροζώντανων.
Μα εγώ
της κουτουράδας του Προμηθέα απόγονος
συνεχίζω να μιλώ.
Να μιλώ και να φωνάζω.
Να μιλώ και να γελώ.
Να μιλώ
σαν το βρέφος που κοιτά απορημένο
ανακαλύπτοντας τη φωνή του.
Η φωνή της προσμονής του καινούργιου.
Θα μιλώ
για να φυλακίσω τους φόβους μου.
Θα μιλώ
για να θυμηθώ την παιδική μας αθωότητα.
Θα μιλώ
για να δικαιολογήσω την ανθρώπινη ύπαρξη.
Θα μιλώ, θα μιλώ, θα μιλώ
για να τρομάξω τον Χάροντα.
Η κραυγή της διαχρονικότητας της ανάστασης.

Εις μνήμην

Κιτρινισμένες εικόνες. Μούσες και ερινύες αντάμα
παντοτινοί της ζήσης μου οδηγοί και κατήγοροι:
Με του ήλιου το ξύπνημα
στις γειτονιές πλανιέμαι·
πού να βρω τη γενιά μου
στου τσιμέντου τα τείχη;
Ορθογώνια πρόσωπα. Άχρωμες επαναλαμβανόμενες
εικόνες
υποχρεωτικό βάδισμα στη λογική του πρέπει:
Το χαμόγελο ψάχνω
στους παλιούς αυλόγυρους·
πού να βρω τη γενιά μου
σε ντουβάρια φθαρμένα;
Τροχοφόρων συμφόρηση. Εργαστηριακά αιμοπετάλια
αγνό συντηρητικό φιλτραρισμένου αίματος.
Την ψυχή μου αφήνω
σε χωμάτινους δρόμους·
πού να βρω τη γενιά μου
σε οθόνες κομπιούτερ;
Εγκαταλειμμένα καρνάγια. Συνθετικά ναρκωτικά
προϊόν μαζικής κατανάλωσης κινέζικης παραγωγής.
Μαραμένων ονείρων
υπολείμματα τώρα·
πού να βρω τη γενιά μου
στο νεκρών το βασίλειο;
Αντιπαροχή ιδανικών. Καλλιμάρμαροι τάφοι
εικονίτσες αγίων, φτηνιάρικο εισαγόμενο λιβάνι.
Με του χρόνου το διάβα
κουρασμένος γυρίζω·
πού να βρω τη γενιά μου
στις κραυγές και στις ήττες;


(από τη συλλογή «Τ’ α-δέσποτα», εκδόσεις Ζαχαράκης, 2014)






Ως είθισται

Μίζερες σκέψεις
ανέραστου κορμιού
στου νου
τα δαιδαλώδη μονοπάτια
ενοχλημένος
από το γέλιο ενός παιδιού
υποτελής σε κάθε πρέπει
κάθε μη,
τ’ ανύπαρκτου εγώ σου
ψάχνεις τα κομμάτια.
Και τώρα
στα γεράματα, αδερφέ,
λινό κοστούμι
με μανίκια φαγωμένα
σε πλαστικό στασίδι
μόνος ξενυχτάς
κι ακόμη
δεν κατάλαβες πώς κι έγινε
τα όνειρά σου να ‘ρχονται  
μουντά συννεφιασμένα.


Εμείς οι…

Άμφια αρχιερέων
ενεδύθημεν
ζηλωτές
δόξας δολοπλόκων ταγών
λόγους πύρινους
εξ άμβωνος μάλιστα
σ’ αγέλες νέες
αφειδώς προσφέραμε ̇
τώρα
που ηττημένοι
ατάκτως υποχωρήσαμε,
τολμάμε εμείς
οι εν δυνάμει αυτόχειρες
όρους νικητών να θέτουμε
στου αύριο τα όψιμα γεννητούρια 
μόνοι
στο μεγαλείο της δικής μας μικρότητας
ανήμποροι κι ανίκανοι συνάμα
εκ πεποιθήσεως δέσμιοι
του αχαλίνωτου εγώ μας.
Πρόχειρα σκίτσα
ασπρόμαυρου πίνακα
εικόνα ίδια με τη μοναξιά του στρατιώτη
στη βομβαρδισμένη πόλη
εικόνα που με ευφυΐα αποτύπωσε
τη διαχρονική έλλειψη χρωμάτων
της μόνιμης χειμέριας νάρκης
που χρόνια αμέτρητα, υπνωτισμένη,
κατοικεί η ψυχή μας.





Ομολογίες

Απαύγασμα
της κάθε λογικής σας
το ¨έτσι πρέπει¨
στη ζήση σας
μιζέρια άφθονη και φόβος,
στις σκοτεινές σας κάμαρες
ερμητικά κλεισμένοι
την όποια ενοχή σας
αγιοποιείτε 
απελπισμένοι.
Κι εμείς
της ομορφιάς σου, Φύση,
θαυμαστές
κοινοί θνητοί
κι ¨ανόητοι¨
εκ πεποιθήσεως υπαρξιστές
συνειδητά
εγίναμε 
εκούσιοι αρνητές
όλων αυτών των ¨καθώς πρέπει¨. 


Αργήσαμε

Εκουσίως δεμένος
στο μεσιανό κατάρτι
τις σειρήνες
ματαίως προσπαθώ να αποφύγω.
Δεσμοφύλακας
του ίδιου μου του εαυτού
με καραβόσκοινα
αντικατέστησα το δέρμα μου.
Λίγο πριν το δείλι
αποφάσισα επιτέλους
ν’ απαλλαγώ από τα δεσμά μου.
Μάταιος κόπος.
Το σώμα
από την πολυκαιρία
και τους συμβιβασμούς
δέθηκε οργανικά με το κατάρτι. 


Επιλήσμων

Δεν άνθισε φέτος
η πασχαλιά.
Σε χειμέρια νάρκη ο νους
λησμόνησε
τα δέοντα ν’ αποδώσει
στη Δήμητρα.
Αμνήμονες
ξεχνούμε το χρέος
προς τους εσωτερικούς
τους δικούς μας Θεούς.
Κι αυτοί
στα πάθη μας τ’ ανθρώπινα
ακούσια μπλεγμένοι
μάς εκδικούνται.
Αλίμονο.
Μίκρυναν
μαζί μ’ εμάς
και οι Θεοί μας, σύντροφε.


Κοντά στο δείλι 

Ξωκλήσια πέτρινα
αλειτούργητα
σπαρμένα ανάκατα
στην κορυφογραμμή του νου μου.
Στέκια Θεών
όπου της γης
λιτά κι απέριττα   
δίχως σταυρούς
δίχως καντήλια
δίχως εικόνες.
Υπάρξεις άυλες
σε χρόνο και σε χώρο
με νεκρολούλουδα στεφανωμένες
στο σύμπαν όλο τραγουδούν.
Σ’ αλλόκοτες επιθυμίες
ταξιδεύοντας
την ομορφιά σου, άνθρωπε,
άδολα μου προσφέρουν.
Κι εγώ
μικρός κι ασήμαντος γραφιάς
τη γλώσσα των νεκρών
με κόπο προσπαθώ να καταλάβω.
Γιατί στ’ ονείρου
το στερνό μου πάτημα
υπήκοος και μάλιστα συνειδητός
σε κείνο το βασίλειο θα ήθελα να γίνω.

(από τη συλλογή «Ο ήχος της σιωπής», Οροπέδιο, 2015)

(Οι φωτογραφίες είναι του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου, όπως συνόδευσαν την έκδοση της συλλογής "Ο ήχος της σιωπής")


Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου