Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

«Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας»

νουβέλα

του Στάθη Ιντζέ

εκδόσεις Θράκα



Ο χρόνος παίζει παράξενα παιχνίδια. Ασύλληπτη επί της ουσίας έννοια, μπερδεύει τα διαστήματά του, έτσι που τα όρια του παρόντος συνθλίβονται από ένα αβέβαιο και ανυπόστατο μέλλον αλλά και από ένα αδυσώπητο παρελθόν που τείνει να κυριαρχήσει στη σκέψη. Συσσωρευμένη μνήμη, επεξεργασμένες εικόνες, πρόσωπα με συγκεχυμένα τα χαρακτηριστικά τους -συχνά σκόπιμα- όλα προβάλλονται στο σήμερα και διεκδικούν το μερίδιο που τους αναλογεί στη ζωή, έτσι όπως εξελίσσεται.  Θα μπορούσε η μνήμη να είναι το θέμα μιας νουβέλας;
Το πολύπαθο αυτό είδος συχνά παραπαίει ανάμεσα στο διήγημα και στο μυθιστόρημα χωρίς να κατορθώνει να προσδιορίσει τη φυσιογνωμία τη δική του. Κι όμως τα όρια είναι σαφή. Ο ήρωας, κεντρικό πρόσωπο της πλοκής. Η πλοκή, ανταποκρινόμενη στην περιορισμένη έκταση της αφήγησης. Η εμβάθυνση της αφήγησης στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα. Για να λειτουργήσουν τα παραπάνω στοιχεία προϋπόθεση απαραίτητη είναι να ‘χτιστούν’ γύρω από τον θεματικό πυρήνα. Αυτό το τελευταίο αποβαίνει και το τρωτό σημείο σε πολλές απόπειρες να γραφεί νουβέλα. Ένα ασθενές θέμα, αδύναμο να στηρίξει συμπεριφορές και εξελίξεις, δεν κατορθώνει να πείσει για την αληθοφάνεια της γραφής, συχνά ούτε και για την αναγκαιότητά της, για να είμαστε ειλικρινείς.

Μια ευχάριστη έκπληξη ήταν η ανάγνωση της νουβέλας του Στάθη Ιντζέ, με τον απολύτως πρωτότυπο τίτλο «οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας», που σε προκαλεί να διαβάσεις τι μπορεί να κρύβεται μέσα στις σελίδες. Μέσα σε περίπου εξήντα σελίδες έχουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα νουβέλας, ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές του είδους. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ αξιολογώντας οπωσδήποτε θετικά την πρόταση του συγγραφέα. Αξίζει, όμως, να προχωρήσω στο πιο ενδιαφέρον ακόμη. Διαβάζοντας το βιβλίο έχω την πεποίθηση ότι το υλικό του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα ενός μυθιστορήματος, όπως συχνά συμβαίνει με μικρές σε έκταση νουβέλες που νιώθεις ότι κάτω από άλλες συγγραφικές συνθήκες και φυσικά με τον ανάλογο εμπλουτισμό σε χαρακτήρες,  θα ‘ανοίγανε’ την πλοκή τους στα όρια της μεγάλης αφήγησης. Εδώ η αφήγηση είναι πλήρης. Δεν μπορεί να προστεθεί τίποτα χωρίς να αλλοιώσει την οικονομία του λόγου αλλά και της σκέψης. Άλλωστε η συγκεκριμένη ιστορία παρουσιάζεται με τέτοιο τρόπο -χωρισμένη σε δύο μέρη που εναλλάσσονται στην αφήγηση διατηρώντας το ξεχωριστό ύφος τους  με τη χρήση του πρώτου και του τρίτου προσώπου-  που δίνει την αίσθηση του όλου, με τα δύο αυτά μέρη, σε διαφορετικό χρόνο το καθένα, να συναποτελούν στην ουσία μία ιστορία, την προσωπική ιστορία του Ορέστη.
Τον Ορέστη τον βλέπουμε ‘έγκλειστο’ σε ένα δωμάτιο, αφημένο στην ‘ευτυχία’ της τηλεόρασης, αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο.

«Όσο για τη μεγάλη μου αγάπη, την τηλεόραση -τι συσκευή Θεέ μου! τι ανακάλυψη!- την είχα τοποθετήσει πάνω σ’ ένα δρύινο τραπεζάκι γουίντζ απόχρωσης. Έτσι, λοιπόν, είχα οργανώσει τη ζωή μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είμαι  αυτάρκης και να μη χρειάζεται να ξεπορτίζω».

Αναπολεί τη ζωή του, τα παιδικά του χρόνια (με τη χίπισσα θεία Αντιγόνη να του δίνει τις πρώτες ερωτικές αναταράξεις),  τα εφηβικά, τα χρόνια του στρατού. Εδώ επιλέγεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καθώς με αμεσότητα δίνεται η ανάγκη του Ορέστη να ερμηνεύσει τη μετέπειτα ζωή του. Η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη στην παράλληλη ιστορία που παρακολουθούμε, τη σχέση του Ορέστη με την Έλλη και συγκεκριμένα τις διακοπές τους με σκηνή στο Πήλιο. Είναι εκεί που η Έλλη θα παρουσιάσει μια ανερμήνευτη για τον Ορέστη συμπεριφορά, σαν να επιθυμεί να απομακρυνθεί απ’ αυτόν. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου θα κατανοήσουμε την επιλογή του τρίτου προσώπου στην αφήγηση αυτού του μέρους. Το συγκεκριμένο γεγονός σήμανε και την αλλαγή στη ζωή του Ορέστη, μια αλλαγή που το μέγεθός της θα το δούμε στο τέλος του βιβλίου, εκεί που θα προκύψει και το στοιχείο του αιφνιδιασμού, ένα ακόμη θετικό πρόσημο για τη συγγραφική δεινότητα του Στάθη Ιντζέ. Εφόσον αυτό αποτέλεσε το καθοριστικό γεγονός για τον ψυχισμό του Ορέστη, δεν θα ήταν φυσικό να ανατρέχει και σ’ αυτό στις αναπολήσεις του. Έτσι μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο θα φαινόταν ασύμβατη με τα γεγονότα. Ο συγγραφέας, με τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή, θα αναλάβει να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για το κενό αυτό διάστημα στη μνήμη του ήρωά του.



Η μνήμη, αυτή η επιλεκτικά -εκούσια ή ακούσια- διαχειριζόμενη τα γεγονότα της ζωής, θα αναδειχθεί σε πρωταγωνιστή της ιστορίας. Είναι αυτή που δίνει στον Ορέστη την ψευδαίσθηση ζωής που χρειάζεται, αυτή που του ερμηνεύει μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη την πραγματικότητα, αυτή που θάβει τις αληθινές αιτίες του δράματος που ζει. Και είναι αυτή που οδυνηρά θα επανέλθει κάποτε για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και ένα ερώτημα που αναπόφευκτα θα έρθει στη σκέψη του αναγνώστη: η γνώση των πραγμάτων ή η συσκοτισμένη συνείδηση καθιστά τη ζωή βιώσιμη; Ο Ορέστης θα ανακεφαλαιώσει στις αληθινές της διαστάσεις τη μνήμη του. Είναι τυχαίο άραγε ότι η τελευταία του φράση

«σημασία είχε η ανάμνηση»

καταξιώνει μέσα του αυτή την ασαφή και πολυδιάστατη υποκειμενικότητα του μηχανισμού της μνήμης;

Από τις ενδιαφέρουσες εκδόσεις «Θράκα» ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή του αναγνώστη. Σπάνια συναντάμε τόση πυκνότητα ουσιαστικού λόγου σε τόσο μικρή έκταση κειμένου.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stromatsada/)