Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

«Μάτια μου»

του Γιάννη Ρουμελιώτη




όταν συναντήθηκαν τα μάτια τους ήταν αργά
είχαν προηγηθεί τρία εκατομμύρια φιλιά
και κάθε πόρος του δέρματός τους
φώναζε συνέχεια το όνομα του άλλου
οι φωνές είχαν ξυπνήσει τα όνειρα
μιλούσανε στο στόμα
οι λέξεις μπαίνανε ανάμεσά τους
και φτάνανε στα άβατα
περνούσανε από το στόμα
και φτάνανε παντού τους

όταν κατέληγαν στις θηλές
ο ήχος της ανάσας δάγκωνε
όταν κατέληγαν στα μπράτσα
τα χεράκια αλώνιζαν τα κορμιά
όταν οι λέξεις άγγιζαν τα ακροδάχτυλα
εκείνα έμπαιναν μέσα στα στόματα
πού τα έγλειφαν αδηφάγα
κάποιες λέξεις πέσανε στις γάμπες
τότε λύγισαν τα γόνατα
και του είπε
μίλα μου όπου θες
εκείνος άρχισε να της μιλάει παντού
εκείνη πότε πότε τον διέκοπτε και γέμιζε με εκείνον
είχαν ανταλλάξει ανάσες
την ώρα της εισπνοής του έτρεμε εκείνη
την ώρα της εκπνοής της έτρεμαν μαζί
κάποια στιγμή κοιτάχτηκαν
τα κορμιά τους είχαν πάρει το χρώμα φαντασίας

πλησιάσανε ακούσια και ακούμπησαν
δεν γινόταν αλλιώς
βγάλανε μία κραυγή
είχαν ακουμπήσει
τα πιο τεντωμένο σημεία τους
τα κοιτάξανε λιγώθηκαν
ήταν όρθιοι εκείνη γονάτισε
της χάιδεψε τα μαλλιά
τον ικέτευσε με τη γλώσσα
μετά δεν μπορούσε να μιλήσει
μιλούσε εκείνος

μετά από λίγο μιλούσε μόνο εκείνη ακατάπαυστα
κάτι σταγόνες πέσανε στα δαχτυλάκια των ποδιών της
εκείνος έσκυψε και για μισή ώρα τις μάζευε με τη γλώσσα του 
εκείνη από τους σπασμούς
συνέχεια έβγαζε κι άλλες κι όλο έβγαζε
του ζήτησε να σηκωθεί αγγίχτηκαν
και γλίστρησαν κοντά και πιο κοντά
και πιο κοντά και πιο βαθιά και λίγο πιο βαθιά
ένα χορευτικό στον κόσμο των ονείρων

στην επόμενη φιγούρα έπρεπε
να την κρατάει από τη μέση και να είναι πίσω της
εκείνη έπρεπε να γυρίσει να τον κοιτάξει
να σκύψει λίγο και με τα χέρια της να τον τραβήξει επάνω της
ο χορογράφος ήταν αυστηρός
ήθελε είπε απόλυτη ένωση

τέντωσε πίσω το λαιμό της
της έπιασε τα μαλλιά τα τράβηξε σαν χαίτη και τέχνη
δεν έβλεπε τα μάτια της αλλά ήξερε ότι του λέγανε κι άλλο
την γονάτισε και συνέχισε
σε λίγο μούσκεψε το χαλί
στο φως από το τζάκι κοιτάχτηκαν
μα όταν συναντήθηκαν τα μάτια τους
ήταν πια αργά
είχαν προηγηθεί τρία εκατομμύρια φιλιά
δεν άντεξαν
και ξανάρχισαν από την αρχή

Γιάννης Δ. Ρουμελιώτης




(και ένα σύντομο σχόλιο στο ποίημα: Ο έρωτας είναι μια πανάρχαια κραυγή που ηχεί και θα ηχεί γι’ αυτούς που αφήνουν ανοιχτές τις θύρες τους τις γήινες. Ο έρωτας δεν είναι αέρινος και άυλος, γι’ αυτό και δεν κατανοεί τα αόριστα και τα λουλουδιασμένα κόκκινα συννεφάκια. Όσοι αυτό δεν το γνωρίζουν αεροβατούν σε δακρύβρεχτες παιδικές ονειροφαντασίες, γι’ αυτό και δεν νιώθουν ποτέ ολοκληρωμένο πάθος. Ο έρωτας μονάχα σαν γήινος βιώνεται. Έτσι όπως ποιητικά παρουσιάζεται από τον Γιάννη Ρουμελιώτη)


Διώνη Δημητριάδου