Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Ο Δαίμονας της Μνήμης

του Άγγελου Φιλύδη

εκδόσεις Vakxikon






[…]Όταν άνοιξα πάλι τα μάτια μου, είχε ξημερώσει και εσύ είχες γεννηθεί.
Στεκόσουν απέναντί μου, όπως τώρα. Πάντα απέναντί μου, λοιπόν. Πάντα.[…]Έμεινα στο κρεβάτι μου μέχρι το βράδυ και το βλέμμα μου περιπλανιόταν πάνω σου, προσπαθώντας να καταλάβω τι λογής πλάσμα ήσουν. Δεν τα κατάφερα. Στάθηκες στο σκοτάδι και δεν με άφησες ούτε μια στιγμή να καταλάβω τι ήταν αυτό που ξαφνικά είχε πάρει σάρκα και οστά μέσα μου και εμπρός μου.

Κάπως έτσι θα γεννηθεί ο Δαίμονας στο μυαλό του παιδιού. Ενός παιδιού που βιώνει μπροστά του αλλά και πάνω του τη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα. Που δεν μπορεί να βρει υποστήριξη από την αδύναμη -μπροστά στον παραλογισμό- μητέρα του. Αυτό το  παιδί  έχει μέσα στην απόγνωσή του τη δύναμη να δημιουργήσει, έστω και υποσυνείδητα (ή κυρίως έτσι) το άυλο ον -ωστόσο περιστασιακά ορατό- με τη φρικτή όψη και τη διαρκή παρουσία δίπλα του. Για προστασία και καθοδήγηση, έννοιες στην προκειμένη περίπτωση οπωσδήποτε δισήμαντες.

Στη νουβέλα Ο Δαίμονας της Μνήμης ο Άγγελος Φιλύδης επιχειρεί να ταράξει την ησυχασμένη μας συνείδηση με την ολοζώντανη αφήγησή μιας ιστορίας με απρόσμενη πλοκή. Ο κόσμος γύρω μας κρύβει πίσω από μια φαινομενική οικογενειακή γαλήνη πολλή βία, που δεν βγαίνει στην επιφάνεια των καθημερινών συναναστροφών και της συμβατικότητας των σχέσεων. Όταν κλείνει η πόρτα ενός σπιτιού, κανείς δεν μπορεί να δει τι συμβαίνει και κανείς δεν ακούει (ίσως από επιλεκτική κώφωση) την κραυγή της απελπισίας.

[…]Ήταν λες και ο χώρος όπου εκτυλισσόταν το μαρτύριό μας να είχε δηλητηριαστεί και να πέθαινε αργά και ασθμαίνοντας, αναλυόμενος σε μικρά και ασήμαντα κομμάτια – όπως και οι άδειες μας ζωές.

Τότε, όμως, όλα είναι αναμενόμενα, ακόμα και τα φρικτότερα εγκλήματα, καθοδηγούμενα ή όχι από επινοημένους ή  υπαρκτούς δαίμονες εγκαταβιούντες στα βάθη μιας ταραγμένης ψυχής. Πράξεις που στο μυαλό μιας διαταραγμένης προσωπικότητας ενός παιδιού που ζει μαζί με τη βία ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς του, που αδυνατεί να διανοηθεί ένα καλύτερο μέλλον, που αγωνιά για τη ζωή του αλλά και τη ζωή του μόνου προσφιλούς του προσώπου, μπορεί να περιβληθούν με τον μανδύα της λύτρωσης και για τον εαυτό του αλλά και για τους άλλους, φυσικά ερήμην τους.

Με ένα χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη μου, πλησίασα το νεκρό της σώμα και μελέτησα τα χαρακτηριστικά της, το ασύμμετρο κουφάρι της, τα όμορφα μαλλιά. Με το χέρι μου σήκωσα το πηγούνι της και κοίταξα στα μάτια της με μεγάλη προσμονή. Ανυπομονούσα να δω στο βαθύ καστανό του βλέμματός της την απέραντη χαρά, την υπέροχη ευτυχία, την ηρεμία, την ευχαρίστηση, την ανακούφιση, την όμορφη συνειδητοποίηση της ξαφνικής και καθολικής ελευθερίας.
Όμως δεν είδα τίποτα από όλα αυτά.

Ο Άγγελος Φιλύδης σ’ αυτό το πρώτο του βιβλίο (και αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό) καταφέρνει να διεισδύσει αρκετά βαθιά στον χώρο της ενδοοικογενειακής βίας (ένα θέμα πολυδιάστατο και δύσκολο στη γραφή του) αλλά και στον κόσμο του υποσυνειδήτου (που ακόμα πιο δύσκολα αποτυπώνεται με λέξεις). Ο Δαίμονας που επινόησε παρουσιάζεται τόσο εφιαλτικός όσο και λυτρωτικός, τόσο αποτρόπαιος όσο και φιλικός με τον νου που τον διαμόρφωσε. Και αυτό είναι εντελώς προκλητικό στην πρόσληψή του  από τον αναγνώστη, που έχει παρασυρθεί από τη ζωντανή γλώσσα της αφήγησης, και θα επιθυμούσε τη δυναμική και δαιμονική του παρέμβαση για να σταματήσει αυτός ο εφιάλτης της διαρκούς βίας.  Ξεχνά όμως ότι η φύση του Δαίμονα είναι πονηρή, άρα και οι παραινέσεις του προς το παιδί-φορέα του είναι σκοτεινές και ικανές να γεννήσουν βία ακόμα πιο αδιέξοδη. Και το χειρότερο, σαν Δαίμονας της μνήμης που είναι, μπορεί να χειριστεί αυτή την ανθρώπινη αποθήκη εικόνων και κυρίως πράξεων κατά τη μοχθηρή του βούληση. Ακόμα και να διαγράψει τα πάντα. Ποιος μπορεί να αναμετρηθεί με την πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού του χωρίς κόστος;

Μια μαύρη ιστορία, που όμως έχει την πηγή της έμπνευσής της σε καταστάσεις που δυστυχώς έχουν θέση στην κατά τα άλλα αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα και ιδίως στον σεβαστό πυρήνα της, την οικογένεια. Μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί ακριβώς για την αλήθεια της, όσο κι αν αυτή φαίνεται ακραία (η λογοτεχνία φθάνει στα άκρα τις ιστορίες της ακριβώς για να δείξει τον πυρήνα της αλήθειας που φέρουν μέσα τους), μπορεί όμως να διαβαστεί και σαν μια ιστορία γρήγορης πλοκής που ξέρει να πατάει στα όρια του υπαρκτού και του ανύπαρκτου. Αξιοπρόσεκτη έτσι κι αλλιώς.

Διώνη Δημητριάδου