Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017


Τσότσηγια και Ω’μ

δύο νουβέλες

του Μιχάλη Μακρόπουλου

από τις εκδόσεις Κίχλη





Τα αγαπάμε τα παραμύθια. Όχι μόνο γιατί φέρουν μέσα τους την αθωότητα μιας αλλοτινής ηλικίας. Ούτε μόνο γιατί νοσταλγικά επιμένουν να μας θυμίζουν τους μαγικούς μηχανισμούς για την υπέρβαση των δυσκολιών. Τα αγαπάμε πιο πολύ για την παραμυθητική τους ευεργετική συνέργεια, μια συμπαθητική (κυριολεκτικά εδώ ο όρος) παρουσία δίπλα μας. Ακόμα και για τον τρόπο να δείχνουν την άλλη όψη του κόσμου, αληθινή όσο και απίθανη, υπέροχη μέσα στο αδύνατο της ύπαρξής της.

Η Τσότσηγια, η πρώτη από τις δύο νουβέλες του Μιχάλη Μακρόπουλου, είναι ένα παραμύθι. Γιατί έτσι μας το συστήνει ο δημιουργός του, γιατί οι λέξεις του είναι δισήμαντες, γιατί μιλά με τον καθησυχαστικό τρόπο των παραμυθιών για να δώσει όλη τη φρίκη της ιστορίας του σε όσους αλλιώς δεν αντέχουν να αφουγκράζονται τον θόρυβο του μηχανισμού μιας πάσχουσας κοινωνίας. Ένας εύσχημος τρόπος για να ειπωθούν αλήθειες που χρόνια πολλά βαστούν στις κλειστές και βραδυπορούσες κοινωνίες, όπως η δική μας. Ποιο είναι αυτό το μικροσκοπικό κοριτσάκι, η Τσότσηγια, ο θηλυκός κοντορεβιθούλης του άλλου παραμυθιού, που μεγαλώνει μέσα στον περιορισμένο χώρο ενός μαγερειού, χωρίς να γίνεται αντιληπτή από τους αρσενικούς κυρίαρχους δυνάστες της ζωής της μητέρας της; Και ποια είναι η Κατερίνα, η γυναίκα που ήρθε από μέσα, από τους Άγιους Σαράντα, για να βρει  μια καλύτερη ζωή, και βρέθηκε δέσμια των προκαταλήψεων, των αναχρονιστικών αντιλήψεων που της αρνούνται μια φυσιολογική συμπόρευση με τον άντρα;



Την πασπάτεψε, τη γύρισε. Ανέβηκε πάνω της. Μα δεν την ένοιαξε, τώρα η ίδια είχε γίνει τοσηδά· ήταν το κορμί της απέραντη σπηλιά που μέσα του κρυβόταν, κι αυτός ένας δράκος που τη γύρευε. Ποτέ δε θα την έβρισκε.

Ο δράκος βόγκηξε κι έγρουξε, μάνιασε και ξεφύσησε, και τέλος τραβήχτηκε αποπάνω της· και σιγά σιγά η Κατερίνα απλώθηκε μες στο κορμί της, το κατοίκησε ξανά.

Καταδικασμένες μητέρα και κόρη στην αφάνεια, στην κρυφή δική τους ζωή, μέσα στον φόβο και την ανασφάλεια.



Καλό ήταν το μαγερειό, γεμάτο γωνιές για παιχνίδι, μα ένας κόσμος ολάκερος ανοιγόταν έξω απ’ το παράθυρο – με σπίτια, δέντρα, βουνά, σύννεφα. Πώς να την πείσει η Κατερίνα πως το  μικρό μαγερειό τής έφτανε και της παραέφτανε για να ζήσει εκεί μέσα η Τσότσηγια όλη της τη ζωή; Μπορούσε μονάχα να φυτέψει βαθιά μέσα της το φόβο για τους ανθρώπους και για όλα τα κακά που ’καναν έτσι, χωρίς λόγο, γιατί ’θελαν σε κάποιον να ξεσπάσουν κι έβρισκαν τον πιο αδύναμο και τον πιο μικρό – την έκαναν την κακία ασυλλόγιστα, όπως ανάβεις το τσιγάρο και το ζουπάς έπειτα στο τασάκι να σβήσει. Πάλευε η Κατερίνα να φυτέψει μες στην Τσότσηγια το σπόρο τούτου του φόβου – μα πόσο;



Ο Μακρόπουλος με μια εντυπωσιακά λιτή καταγραφή λέξεων και εικόνων δίνει όλη την ατμόσφαιρα, τον κίνδυνο, την αδικία, την απελπισία αλλά και τη δυαδική θαλπωρή, αυτή που νιώθει η Κατερίνα και η Τότσηγια, στον μικρόκοσμό τους. Ποια μπορεί να είναι η ικανή συνθήκη για να διαλυθεί αυτό το κακό πλέγμα, να μεγαλώσει η τοσοδούλα, να απελευθερωθεί η Κατερίνα; Όταν αυτή η πιθανότητα διαφυγής πάρει σάρκα και οστά, τότε θα συντελεσθεί και το θαύμα. Δεν υπάρχει ξάφνιασμα ως προς αυτό. Εθισμένοι από τα μικράτα μας στον κόσμο των παραμυθιών είμαστε ανοιχτοί στις παράδοξες ανατροπές. Και η δίοδος επίσης ανοιχτή για όποιον θέλει να συνεχίσει την ιστορία αυτή και να τη δει σε πραγματικές διαστάσεις στην αληθινή ζωή. Άλλωστε η πάσχουσα καθημερινότητα βρίσκει πρόσφορο έδαφος στη λογοτεχνία (στη μικρή φόρμα του διηγήματος και της νουβέλας)  για να δώσει τη σκηνή, όπως ακριβώς είναι, ακόμα και μέσα από τη δισημία, την υπαινικτικότητα  ή και  τη μεταβαλλόμενη μαγική εικόνα ενός παραμυθιού.

Ο Μακρόπουλος τοποθετεί την ιστορία του στο πωγωνίσιο τοπίο, το σκληρό και διαρκώς ερημούμενο από ανθρώπους, φέρνοντας στη μνήμη εκείνα τα ηπειρώτικα σκηνικά του Αγγελόπουλου στην Αναπαράσταση, αλλά και στα αυτιά τον ήχο από τα πολυφωνικά τραγούδια με τον παρτή  και τον κλώστη να κυκλοφέρνουν αναμεταξύ τους τον πόνο της εγκατάλειψης.



Μονάχη στο μαγερειό η Τσότσηγια ξαγρύπναγε μες στο καλάθι όπου της έστρωνε τα βράδια η Κατερίνα. Ο καλόγνωμος δράκος, ο καυστήρας, ροχάλιζε μες στη σπηλιά του, από πίσω απ’ την κουρτίνα του, παρτής στο χειμωνιάτικο τραγούδι, κι ο κλώστης ήταν το ψυγείο – και μονάχα αυτωνών η φιλική φωνή απάλαινε την αγκούσα που πλάκωνε το μικρό της στήθος.

Στο σύνολό της μια ιστορία που δεν την ξεχνάς, όπως άλλωστε δεν ξεχνάς τα παραμύθια που κάποτε σου λέγανε, εκείνα που σου μαθαίνανε τον κόσμο μέσα από τα μετασχηματισμένα λόγια τους, μια προετοιμασία για τα άλλα, τα αληθινά της ζωής.




Αν η νουβέλα Τσότσηγια θέλησε να μιλήσει για τη γυναίκα και τη θέση της σ’ έναν κόσμο που της αρνείται τα αυτονόητα, η δεύτερη νουβέλα του βιβλίου, ο Ω ’μ θέλει να μας πάει πιο μακριά στην ιστορία του κόσμου. Εκεί στις απαρχές της συνείδησης για να δει, με το υλικό του μύθου εδώ, πώς εκείνο το ον, το τάχα προνομιούχο της πλάσης, απέκτησε σιγά σιγά και από μόνο του τη συναίσθηση του εαυτού του, πώς έγινε συμμέτοχο μιας κοσμικής ακολουθίας, πώς έγινε από ένα σύνολο από κραυγές και χειρονομίες ο Homo, μεταλλασσόμενο από απλή φυσική παρουσία σε κέντρο των φυσικών πραγμάτων (κατά την ψευδή θεώρησή του), στην ουσία σε δέσμιο της ενσυνείδητης ευτυχίας ή δυστυχίας του.



Εδώ δεν έχουμε το παραμύθι, έχουμε τον μύθο. Ευφυής η διάκριση από την προηγούμενη νουβέλα. Ο μύθος συνιστά μια αφήγηση, από τα μακρινά χρόνια του Ομήρου, και ξέρει να παραθέτει αληθινά γεγονότα, έτσι όπως ο ιστορητής τα εξιστορεί, κάνοντας τις υποθέσεις του και αναμειγνύοντας τις αλήθειες με τις εικασίες για το πώς συνέβησαν όσα συνέβησαν. Δεν έχει, όμως, καμία παραμυθητική δράση, δεν παραθέτει τα μαγικά εξαίσια του παραμυθιού.

Παρατημένος ο Ω’μ από τους συντρόφους του κυνηγούς σε μια σπηλιά, σακατεμένος άρα σε αδυναμία να συνεχίσει μαζί τους, καταδικασμένος έτσι σε αργό αλλά βέβαιο θάνατο, θα κατορθώσει να επιβιώσει. Δεν είναι όμως μόνο αυτό το θαυμαστό που θα συμβεί. Σαράντα χιλιάδες χρόνια πριν, θα επινοήσει τον τρόπο να παρεμβαίνει στον κόσμο γύρω του πλάθοντας όντα εκ του μηδενός, διασώζοντας τις μορφές τους μέσα στον χρόνο, καταθέτοντας τη δική του οπτική για όσα τον περιβάλλουν. Πολλά χρόνια μετά όλο αυτό θα το ονομάσουμε Τέχνη.



Τραβήχτηκε έντρομος, σάμπως το ζωγραφιστό ζώο να ζωντάνεψε ξάφνου και να χιμούσε καταπάνω του. Για μια στιγμή, με παρατολμία γεννημένη από φόβο, άπλωσε το χέρι για να σβήσει με τη χούφτα το κάρβουνο στο βράχο, μα έπειτα το μάζεψε. Τούτο το χέρι είχε φτιάξει το λύγκα, είχε τη δύναμη του ζώου γιατί είχε δώσει στην πέτρα τη μορφή του. Ο Ω’μ το ένιωθε να ’ναι δικό του και να μην είναι· και το φοβόταν. Χάρη σε τούτη τη δύναμη που ’χε το χέρι του, λύγκας και άνθρωπος είχαν γίνει ένα, και πια ήταν ο ένας μες στον άλλο. Δε θα μπορούσε να σβήσει τώρα το θηρίο δίχως να χαθεί μαζί κι ο ίδιος.



Έτσι μας δίνει ο Μακρόπουλος την πρώτη επαφή με την Τέχνη, την αίσθηση του δημιουργού απέναντι στο έργο του, που ταυτόχρονα και του ανήκει αλλά και ξένο πλέον του είναι, μια που η θνητή του αφορμή έχει ολοκληρώσει το δικό της κομμάτι. Τώρα πλέον είναι εκτεθειμένο για να το δουν όλοι. Αλλά και ο ίδιος νιώθει ότι έχει αφήσει την ψυχή του μέσα στο έργο του, μια ψυχή, όμως, που μόνον αυτός μπορεί να ανιχνεύσει μέσα σ’ αυτό που όλοι θα δουν και θα σχολιάσουν. Μια εξαιρετική απεικόνιση, μέσω των λέξεων, της  λειτουργίας της Τέχνης, που σπάνια συναντάς στη λογοτεχνία. Αλλά τα θαύματα της γραφής δεν σταματούν εδώ. Ο Ω’μ θα επινοήσει τους εξαίσιους ήχους που μπορούν να βγουν μέσα από ένα καλάμι:



«Έκλεισα μες στο κόκκαλο τις πολλές φωνές του αγέρα».

Στην αρχή κάθε τέτοια φωνή ήταν ξέχωρη από τις άλλες, ατιθάσευτη, μα λίγο λίγο έμαθε ο Ω’μ να τις τιθασεύει, να τις βάζει να λένε κείνο που αυτός ήθελε – ιστορίες για κυνήγια, μάχες, θανάτους, ειπωμένες όχι με λόγια, μα όπως θα τις διηγιόταν ο αγέρας. Χορτάτοι γύρω από τη φωτιά τις νύχτες, οι άνθρωποι τον άκουγαν και, από την ιστορία που ’λεγε έτσι με το σουραύλι του ο Ω’μ, ο καθένας έπλαθε στο νου του τη δικιά του.



Και κατόπιν, επειδή όλα αυτά αξίζει να μοιραστούν και με άλλους τρόπους, θα επινοηθεί η εξιστόρηση, δηλαδή ο μύθος, η αρχή για την τέχνη του λόγου. Έτσι μέσα στην ιστορία που μας παρουσιάζεται ως μύθος από τον συγγραφέα έχουμε και την αρχή της εμφάνισης του μύθου, τη γέννησή του. Η ξεχωριστή ζωή του Ω’μ θα γεννήσει και τις ιστορίες γύρω από αυτόν, από την ανάγκη να τον θυμούνται:



[…] έβαψε τον πατέρα του προτού τον απιθώσουν μες στο λάκκο, και μαζεμένοι γύρω έπειτα, πριν να τον σκεπάσουν με χώμα, είπαν ιστορίες για τον γερο-Σακάτη. Τα δαδιά φώτιζαν μες στη σκοτεινή σπηλιά  το λύγκα, τις παραστάσεις των κυνηγιών.



Μπροστά μας με την ξεχωριστή γραφή του Μιχάλη Μακρόπουλου η αρχή του πολιτισμού, όπως τον θέλησε ο άνθρωπος εκείνης της μακρινής εποχής, με τις πρώτες μορφές της Τέχνης να τον συντροφεύουν για να μπορέσει να αντέξει το βάρος μιας ζωής που – μόλις άρχισε κι αυτό να το καταλαβαίνει- δεν τελείωνε έτσι απλά με τον θάνατο και τη φθορά της σάρκας.



Μαζί και οι δύο νουβέλες θα μπορούσαν να δείχνουν -με τη θεματική απόσταση που τις χωρίζει- ένα θαυμαστό όλον, απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων. Ο μύθος που εξιστορεί και εικάζει και δίπλα του κυριολεκτικά το παρα-μύθι, η άλλη προσέγγιση των πραγμάτων. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο γίνεται η ζωή ερμηνεύσιμη, ανεκτή, ίσως και παράδοξα όμορφη.

Εδώ αξίζει να σχολιαστεί και η εικόνα του εξωφύλλου, μια παράσταση με τους πρωτόπλαστους σε ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο ανώνυμου από το 1850, σε ναό στο Δελβινάκι. Μια υπόμνηση από τη μια της θρησκευτικής αρχής των πάντων, που έθεσε τα θεμέλια για την ανισότητα των ανθρώπων ως προς το φύλο. Από την άλλη μια δεύτερη υπόμνηση για τον απολεσθέντα παράδεισο και τον δύσκολο βίο των ανθρώπων, που από δική τους έμπνευση και ανάγκη επινόησαν όλον τον πολιτισμό. Μέσα σε μια εικόνα οι δύο νουβέλες ξαφνικά γίναν μία. Ετούτο το λες τέχνη της γραφής αλλά και έμπνευση της έκδοσης, που για μια ακόμα φορά μας προσφέρει ένα βιβλίο με όλη την καλαισθησία και τη γνώση.



 Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/makropoulos-michalis-kichli-tsotsigia-om-nouveles#.WcC86yYkXKM.Facebook)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου