Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017


Οκτώ ποιήματα από την ποιητική συλλογή
Η τρυφερότητα των άκρων
του Γιώργου Ν. Ευσταθίου
Εκδόσεις Οδός Πανός




Θέμα αισθητικής

Ήθελε τόσο να του πει: Μη φύγεις

στα πόδια του να πέσει, να συρθεί

με χέρια ανοιχτά ν' αρχίσει παρακάλια.



Ήθελε τόσο να φωνάξει: Μείνε λίγο

τα ίδια λόγια πες μου, τα ίδια πάλι

ακόμα μια φορά κι ας είναι ψέματα.



Δεν έβγαλε μιλιά, δεν είπε ούτε λέξη

όχι πως μέτρησε να μην τσαλακωθεί

ήτανε θέμα αισθητικής και τίποτα άλλο.




Ο μέγας θυμός

Πέρασα άγριο θυμό, μέγα. Ένιωσα τρόμο

όπως περνάει ο άνθρωπος ένα βαθύ ποτάμι

φορτωμένο από μπόρα δυνατή το καλοκαίρι

κινδύνεψα να βγω στην άλλη όχθη, απέναντι

ώσπου, πιάστηκα από το κλαδί που άπλωσες

όταν από το πουθενά φάνηκε το χέρι σου

το φιλημένο χέρι σου∙ το κοφτερό μαχαίρι.



Ξέρω πως είναι μάταιο

Καμιά φορά, απ’ τη βαριά, τη μαύρη απελπισία

ο νους τραβάει μόνος του, πηγαίνει ως τα άκρα.

Αν τώρα, λέει πέθαινα, αναίτια, έτσι στα ξαφνικά

θα μάθαινε την είδηση; Κι αν ναι, σε πόσες μέρες;

Και τότε, όταν θ’ άκουγε το απρόοπτο γεγονός

θα πόναγε ή μία λύπη αόριστη σαν ένα συννεφάκι

κάτι με τσίμπημα ελαφρύ θα ένιωθε στην καρδιά;

Μήπως, σε κάποιο δάκρυ του μπορώ ν’ υπολογίζω

μ’ έναν βαρύ της συντριβής διπλό αναστεναγμό;

Ξέρω πως είναι μάταιο, οι σκέψεις μου αστείες

αν περιμένω να συμβούν, μετά τον θάνατό μου

όσα, ούτε και κατ’ ελάχιστον, δεν γίναν εν ζωή.






Ο εραστής

Ο εραστής δεν ήλθε απόψε

χάθηκε πάλι μπερδεμένος

ανάξιος να βρει τον δρόμο

κοίταξε ψηλά στον ουρανό

ούτ’ ένα αστέρι για οδηγός.



Έψαξε πρόχειρα την τσέπη του

μισή αλήθεια, γλυκό χαμόγελο

και λίγη θλίψη, η απαραίτητη

προαπαιτούμενα για το παιχνίδι

ωραία πόζα να τον πάει παρακάτω.



Κι αν συναντήσει πόρτες κλειστές

ξέρει καλά και θα το βρει αυτός

έχει τον τρόπο του να τις ανοίξει

θα μπει να δώσει μια παραστάση

και τότε αλήθεια ποιος τον πιάνει.



Μα δε βαριέσαι, κάτι να γίνεται

παιχνίδι να υπάρχει, αυτό μετράει.





Οι λέξεις

Τις λέξεις μου με πόση τέχνη περισσή διαλέγω μία-μία

κι αν τύχει να ’ναι λίγο αιχμηρές, εγώ τις στρογγυλεύω

μη σε πονέσω, μη μου φοβηθείς, να μην ανησυχήσεις.

Όλες για σένα τις μαζεύω τρυφερά, μοναδικά πετράδια

αν ήξερες που σκαρφαλώνω μέρα και νύχτα να τις βρω

σε τι γκρεμούς απάτητους του νου, γυρίζω να τις ψάξω.



Με πόση έγνοια βάζω τις λέξεις στη σειρά, με προσοχή

με τι βιασύνη άλλοτε, όταν ζητάει η ανάγκη να μιλήσει

φεύγει και πέρα πετάει μακριά, φτεροκοπάει η υπομονή.

Κι άλλο δεν έχω πού να κρατηθώ, στις λίγες λέξεις μου,
   σ’ αυτές μονάχα. Μα φτάνει κάποτε μια δύσκολη στιγμή    

 τυλίγονται σα βρόχος στο λαιμό, ζητάνε να με πνίξουν.







Από νωρίς

στον Γιώργο Ιωάννου

Μ’ έχει διαλέξει η μοναξιά από πολύ νωρίς

μικρό παιδί τραβήχτηκα από τον κόσμο έξω

χάραξα μια γραμμή κι αμέσως πέρασα εκτός

δεν είχα άλλο τρόπο στην τρέλα να μη φτάσω

στην κόψη όταν βρέθηκα, τραβούσα κατά ’κει

προτίμησα απλά να μη τους κάνω το χατήρι.

Έριξα την ψυχή μου στον ασβέστη να σωθώ.



Μ’ έχει διαλέξει η μοναξιά από πολύ νωρίς

τι αφελής που νόμιζα πως είν’ επιλογή μου.


1927 - 16 Φεβρουαρίου 1985





Ας πρόσεχες

Τι γύρευα να πάω πρωί, εγώ στην άλλη όχθη

πως πέρασα, έτσι απέναντι μέσα σε μια στγμή;

Δεμένος με χοντρό σχοινί επάνω στο κατάρτι

πώς λύθηκα, πώς έφτασα σ’ αυτή την ξένη γη;



Πόσο γλυκά στ’ αυτιά ηχούσε το τραγούδι

τα λόγια του ψιλή βροχή στην άνυδρη ψυχή.

Τον ήξερα τον κίνδυνο, αλλά τον αψηφούσα

τι μέγα λάθος τον εχθρό, κρυφά να υποτιμάς.



Και τώρα είμαι έρμαιο, δούλος κανονικός

από τ’ αόρατα δεσμά, ψάχνω να λυτρωθώ

αισθάνομαι πως χάνομαι, δεν έχω πια ελπίδα.

Ας πρόσεχες, μου λέει σιγά η μυστική φωνή.



Η ώρα

Με τον τρόπο του Κ.Π.Καβάφη

Τον ρώτησε: «Τι ώρα είναι;»

ποσώς τον ενδιέφερε, βεβαίως η ώρα

μια κάποια αφορμή, παλιά και τετριμμένη

κι ίσως γι’ αυτό πιο σίγουρη ζητούσε

ν’ ακούσει, έστω τον ήχο της φωνής του.



Τι άλλο περισσότερο μπορούσε να ελπίσει

είχε περάσει τα πενήντα από καιρό

δυο χρόνια ήθελε να πιάσει τα εξήντα

κι ο άλλος, τόσο κοντά στην εφηβεία ακόμη

μες την αδιάντροπη νεότητα να πυρπολεί

ανυποψίαστος για το κακό, περαστικούς.

 Ούτε που άκουσε την απάντηση∙ τι είπε

δεν είχε πλέον αυτιά∙ παρά μονάχα μάτια.

Γιώργος Ν. Ευσταθίου