Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017


Γιάννης Λειβαδάς

Μπλεζ Σαντράρ - ένα βιογραφικό σκαρίφημα

εκδόσεις Κουκούτσι







[…]

Ο Σαντράρ που προέκτεινε το βάθος της γραφής και το μετέτρεψε σε ύψος, ο Σαντράρ που ξεμπρόστιασε την αφήγηση, ο Σαντράρ που αποκάλυψε μία μέχρι πρότινος απόκρυφη ποιητική διαχρονικότητα, η οποία δεν αναζητούσε λύσεις, αποτελούσε λύση. Ένας λογοτέχνης που δεν παραβίασε ανοιχτές πύλες, πιστεύοντας πως ένας ορισμός του απολεσθέντος «κέντρου» θα μπορούσε να αποκαταστήσει το ανθρώπινο δράμα. Ένα ποιητής που δεν ήρθε για να δώσει, αλλά για να δοθεί.

Έτσι παρουσιάζει ο Γιάννης Λειβαδάς τον Μπλεζ Σαντράρ, τον εμβληματικό μοντερνιστή, στον πρόλογο του ενδιαφέροντος αυτού σύντομου βιογραφικού σκαριφήματος, όπως ο ίδιος το ονομάζει. Και, πράγματι, κατορθώνει με τόσο μικρό σε έκταση κείμενο να δώσει την εικόνα του Σαντράρ, και να παρακινήσει τον αναγνώστη να ερευνήσει περισσότερο τα γραπτά του και τις καινοτομίες του. Το πόνημα αυτό έρχεται ως συνέχεια του άλλου πληρέστερου 23 ποιήματα και μία συνέντευξη – εισαγωγή, επιμέλεια, σημειώσεις και μερική μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Ναυσικά Αθανασίου (εκδόσεις Κουκούτσι, 2012).  

Σταχυολογώ από το ενδιαφέρον βιογραφικό του Σαντράρ κάποια σημεία που δείχνουν όχι μόνον την ιδιοσυγκρασία του ποιητή αλλά και την ευστοχία του βιογράφου στην επιλογή των αξιομνημόνευτων στοιχείων.


Ο Φρεντερίκ (το αληθινό όνομα του Σαντράρ ήταν Φρεντερίκ Λουί Σοσέρ) συγκλονισμένος από το χαμό της Ελέν (η αγαπημένη του Ελέν είχε βρει τραγικό θάνατο πυρπολώντας κατά λάθος τον εαυτό της με μια παλιά λάμπα πετρελαίου) νοσηλεύτηκε σε μια ψυχιατρική κλινική με συμπτώματα βαριάς κατάθλιψης. Στην ίδια κλινική θα γνώριζε τον περιθωριακό ζωγράφο Άντολφ Βέλφλι, του οποίου η προσωπικότητα θα γινόταν η βάση για τη δημιουργία του «Μοραβαζίν» (από τα κορυφαία έργα του Σαντράρ) του εξωφρενικού χαρακτήρα του ομώνυμου βιβλίου που θα έγραφε μετά από χρόνια, και θα αποτελούσε αποσιωπημένη πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή του βιβλίου «Ταξίδι στα βάθη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν.

Άξια λόγου αυτή η αναφορά, καθόσον δείχνει ταυτόχρονα την πορεία της αυθεντικής δημιουργίας από την  παρατήρηση του συγγραφέα (εδώ ο Σαντράρ) στον γύρω κόσμο και στους χαρακτήρες που εκεί εντοπίζει, αλλά και την άλλη δημιουργία, αυτήν που μπορεί να συμπεριληφθεί κάτω από τον όρο λογοτεχνικά δάνεια, για να το πούμε κομψά αποσιωπώντας ίσως τον δόλο (εδώ ο Σελίν) που υποκρύπτει μια τέτοια ενέργεια.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950[…] παθαίνει καρδιακή προσβολή και αναφωνεί: «ελπίζω να ’χω τη δύναμη να βαστώ την πένα μου!».

Μέσα σε δέκα λέξεις όλη η έγνοια, η αγάπη του Σαντράρ για τη γραφή.




Εκτός από τον πρόλογο και το εκτενές βιογραφικό του Σαντράρ, ο Λειβαδάς παραθέτει και μια επιστολή προς τον εκδότη Βασίλη Ζηλάκο, η οποία αποκτά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς δείχνει (σαν μια εξωκειμενική πληροφορία) την αδιόρατη αλλά πολύ καθοριστική σχέση της γραφής με  μια μαγική σύμπτωση. Η σκηνή μέσα σε ένα παλαιοπωλείο με επιλεγμένες εκδόσεις, χρήσιμες αλλά σπάνιες:

[…] Με ρώτησε τι θα πήγαινα να κάνω στο Ιβλίν. Του εξήγησα πως ενδιαφερόμουν για το νεκροταφείο στο Λε-Τρεμπλέ-Σιρ-Μολντρ (εκεί έχει μεταφερθεί η τέφρα του Σαντράρ). Βγαίνοντας ήρθε ξωπίσω μου και είπε, «δες πάνω στην πόρτα». Την άνοιξε για μένα και στάθηκε δείχνοντας με τον στραβό ηλικιωμένο του δείκτη: το κεφάλι του Μπλεζ Σαντράρ, ανφάς, τυπωμένο σε κάρτα, κοσμούσε το τζάμι ακριβώς πάνω από την πετούγια. Η παγωνιά και ο ενθουσιασμός δεν μου είχαν επιτρέψει να την εντοπίσω κατά την είσοδό μου. Χαμογέλασα. Μου είπε πως αυτή ήταν η καλύτερη θέση για μια κάρτα σαν αυτή. Κι εκεί παρέμεινε. Ο ποιητής καλωσόριζε, ο ποιητής ξέβγαζε.

Την έκδοση συμπληρώνει φωτογραφικό υλικό με τον Σαντράρ σε διαφορετικές πόζες, εποχές και ηλικίες.



Διώνη Δημητριάδου