Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Δύο νέες παρουσίες στην πεζογραφία



Κατερίνα Κονιδάρη

Λουτρό οξυτοκίνης

(διηγήματα)

εκδόσεις βακχικόν



Τζούλι Τσενέ

Μετείκασμα

(διηγήματα)

εκδόσεις Βακχικόν






οι διαφορετικές  εκδοχές  της λογοτεχνικής γλώσσας



Η λογοτεχνία έχει πολλούς τρόπους να μιλά και να μοιράζει τις εικόνες της. Άλλοτε προτιμά μια ευθύβολη και σκληρή γλώσσα, που σε χτυπά ίσα στην καρδιά, άλλοτε πάλι θυμάται τις πιο λεπτές αποχρώσεις και με έναν λόγο πιο αγαπητικό σε προσεγγίζει. Η ουσία, φυσικά, παραμένει ίδια. Διαφορετικός όμως ο δρόμος, διαφοροποιείται έτσι και ο βαθμός και η ποιότητα της πρόσληψης. Και στη μία και στην άλλη εκδοχή γραφής, ωστόσο, μπορεί να ανιχνευθεί η γνησιότητα της έκφρασης, κυρίως η αυθεντική ανάγκη του συγγραφέα να καταγράψει αυτά που σκέφτεται και νιώθει. Και διευκρινίζω εδώ πως αυτό το τελευταίο δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο σε καμία περίπτωση, γιατί συναντάμε γραφές στα διαβάσματά μας που είτε χρησιμοποιούν τα πιο σκληρά θέματα, γιατί κινητοποιούν εύκολα τις λεπτές ισορροπίες του σύγχρονου ταλανιζόμενου ανθρώπου είτε, από την άλλη, επιλέγουν πιο γλυκά λόγια για να αγγίξουν τις ευαισθησίες μιας μερίδας του αναγνωστικού κοινού. Είναι και οι δύο όμως καταδικασμένες σε αποτυχία, αν στερούνται αυτό το ιδιαίτερο χάρισμα, να αποπνέουν γνήσιο αίσθημα και ειλικρινή (καθόλου κατασκευασμένη) πρόθεση.

Μένω, λοιπόν, σε δύο συλλογές διηγημάτων της πολύ πρόσφατης εκδοτικής δραστηριότητας, που επίσης αποτελούν και την πρώτη παρουσίαση στα γράμματα για τις δύο συγγραφείς, και που μέσα στη διαφορετικότητά τους η κάθε μία μπορεί να θεωρηθεί ξεχωριστή και αξιοπρόσεκτη.





Λουτρό οξυτοκίνης

της Κατερίνας Κονιδάρη

εκδόσεις βακχικόν




Η Κατερίνα Κονιδάρη επέλεξε να αντλήσει τα θέματά της από την περισσότερο σκληρή ή άδικη πλευρά της ζωής. Οι ήρωές της παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Άλλοι ασφυκτιούν στα στενά όρια μιας προκαθορισμένης πορείας, άλλοι αντιμετωπίζουν με έναν αναμενόμενο τρόπο τις αναποδιές της ζωής τους αγνοώντας ότι η μοίρα ή η τύχη έχουν τη δική τους λογική. Κάποιοι φέρουν πάνω τους τα σημάδια μιας κακιάς στιγμής που τους ανέτρεψε την επιθυμητή πορεία στη ζωή τους, άλλοι αναζητούν την αλήθεια εκεί που δεν υπάρχει, στην εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου. Άλλοι αφήνονται σε έναν παραληρηματικό λόγο στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να βρουν την πόρτα εξόδου από όλο αυτό που κάποιοι αποκαλούν ζωή.

[…]
Το παρόν στην πόλη, το παρόν, η πόλη, όλοι οι άλλοι που κινούνται δίπλα μου, δηλαδή η πόλη, αλλά κυρίως το παρόν, αυτή η κατάσταση, είναι ένα δίχτυ μπερδέματος και ακατανοησίας, ένας ακαταπόνητος εχθρός, απέναντι στον οποίο χρειάζεσαι πάντα όλη σου την προσοχή για να τα βγάλεις πέρα. […] Καλύτερα στο σπίτι. Πρώτον προστατεύεσαι και δεύτερον αν, λέμε αν, θελήσεις να αυτοκτονήσεις θα το κάνεις έχοντας πέσει τέλος πάντων σε μια απελπισία, όχι σε μια κατάντια, σε μια τρύπα στο τσιμέντο που σε ρούφηξε τυχαία. Γιατί έξω δεν έχεις την ηρεμία να πεις «τώρα θα πεθάνω», πουθενά δεν θα βρεις μια ωραία, παλιά άδεια  γέφυρα για εσένα, ένα ποτάμι για πτώση, όχι, οι άλλοι τριγύρω θα σε κρατούν στυλωμένο και θα πρέπει να σταθείς έτσι, όρθιος ανάμεσα σε όρθιους, έξω πρέπει μόνο να ζεις, και να πηγαίνεις μπροστά.
(από το «Κατά τύχη»)



Οι πιο ενδιαφέροντες, ωστόσο, ανάμεσά τους είναι αυτοί που ξεπηδούν σαν φιγούρες από τα κέντρα απεξάρτησης, ένα χώρο που η συγγραφέας γνωρίζει ως ψυχολόγος με  ειδίκευση στη συμβουλευτική εξαρτήσεων και την ψυχοθεραπεία. Μέσα στον περίκλειστο χώρο με τις καθορισμένες εργασίες και τις απαραίτητες πιέσεις που ασκούνται (my way or the highway θα θυμίσει η Κονιδάρη την τακτική άσκησης πίεσης στις πρώτες θεραπευτικές κοινότητες στις Η.Π.Α.), κάποιοι καταφέρνουν να πάρουν τη ζωή τους πίσω. Κάποιοι όχι. Οι ιστορίες τους σκληρές, αφήνουν όμως να φανεί πίσω από τις περιθωριοποιημένες συμπεριφορές μια αίσθηση βελούδινης αφής. Μπορείς να την πεις αγάπη, έρωτα, πιο πολύ ίσως ανάγκη για επικοινωνία ξανά. Αυτό που περισσότερο έχει εδώ σημασία είναι ο αγώνας αυτών των ανθρώπων για ψυχική επιβίωση. Άλλωστε, όπως λέει μια ηρωίδα: Το όνειρο είναι πιο δυνατό από τον εφιάλτη.

Η τελευταία ιστορία δίνει τον τίτλο σε όλη τη συλλογή: Λουτρό οξυτοκίνης. Η διευκρίνιση, απαραίτητη, δίνεται στο οπισθόφυλλο:

Η οξυτοκίνη είναι μια ορμόνη, η επονομαζόμενη ορμόνη της αγάπης, από την οποία κατακλύζεσαι όταν αφήνεσαι στη συναισθηματική πληρότητα που μοιράζεσαι με έναν άλλο άνθρωπο.

Θα μπορούσε αυτή η ορμόνη να αφήνει τα σημάδια της σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου; Κάποτε αισθανόμαστε την παρουσία της να παρακινεί τους ήρωες να κάνουν το άλμα προς τη ζωή. Άλλοτε αποτελεί την εύσχημη δικαιολογία για να αποφύγουν μια απλή παραδοχή, ότι δηλαδή ο έρωτας έχει τη δύναμη να σύρει προς το φως τον άνθρωπο που νόμιζε τον εαυτό του καταδικασμένο. Σε τελευταία ανάλυση για μια χημική αντίδραση δεν πρόκειται; Αυτό δεν είναι το περιεχόμενο της αγαπημένης χημείας που επικαλούνται οι ερωτευμένοι όπου γης;

Η Κονιδάρη με τη γραφή της εισέρχεται δυναμικά στον χώρο της πεζογραφίας. Αποφεύγει συναισθηματικές ευκολίες και πλατειασμούς στην πλοκή. Οι ιστορίες της είναι σύντομες, εύστοχες, επινοητικές. Δείχνει να ξέρει τι θέλει και πώς θέλει να το δώσει. Σημαντικό κι αυτό για πρώτη παρουσία στη λογοτεχνία.





Τζούλι Τσενέ

Μετείκασμα

εκδόσεις Βακχικόν




Η γραφή της Τζούλι Τσενέ συνιστά την άλλη εκδοχή. Εδώ η κυριολεξία υποχωρεί, η ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής δίνει τη θέση της στην υπαινικτική υπογράμμιση  των αξιοσημείωτων, με μεταφορικότητα και λογοτεχνικότητα στη γλώσσα. Με γνήσια ποιητική διάθεση αντιμετωπίζει τη γραφή (και τη ζωή;) και αποτυπώνει στο χαρτί ένα λόγο συναισθηματικό αλλά όχι εύκολο, τρυφερό αλλά και γήινο (στην υλική του υπόσταση) εκεί που πρέπει. Δίνει την αίσθηση ότι πίσω από κάθε λέξη της κρύβεται ένας πόνος βαθύς, κατασταλαγμένος, που ωστόσο νιώθει την ανάγκη να τον μοιραστεί. Δεν είναι βέβαια αξιοπερίεργο αυτό, καθόσον όλη η λογοτεχνία στηρίζεται σ’ αυτή την επιθυμία εξωτερίκευσης του εσωτερικού κόσμου του συγγραφέα, σ’ αυτή τη συνύπαρξη της κρυπτικής του φύσης με τη διάθεση μοιράσματος του συναισθήματος και της εμπειρίας.

Εσένα που πασχίζεις  να μου μάθεις του πόνου και του φόβου την ηδονή, θα σου μπήξω μια μέρα το μαχαίρι. Θα σε καρφώσω με τη λεπίδα μου, που τη λερώνει ακόμα το ξεραμένο αίμα άλλων εποχών, και οι παλάμες μου θα πλημμυρίσουν αλμύρα. […] Για τις αγάπες που μ’ αρνήθηκαν, μα πιότερο για εκείνες που αρνήθηκα εγώ. Θα σε μαχαιρώνω, στ’ ορκίζομαι, στους αιώνες των αιώνων. […] σαν πλησιάσεις πάλι, πρόσεχε… Στου έρωτα πάνω την παραφορά, θα σου καρφώσω μαχαίρι, και πόσο μα πόσο ειλικρινά πρόκειται να σ’ αρέσει!

(από το υπέροχο «Ο φόνος του Πήτερ Παν»)

Όλες οι ιστορίες της μιλούν για τον έρωτα, από τον προϊδεασμό της ύπαρξής του ως την εκπλήρωσή του (όταν συμβαίνει αυτό) ή ως τον αναπόφευκτο θάνατό του, τον νομοτελειακά έτσι ρυθμισμένο. Και ανάμεσα στις εικόνες αυτές η δημιουργία, η έμπνευση και το έργο που προκύπτει από την απώλεια της χαράς. Γιατί εδώ η συγγραφέας φαίνεται να είναι σαφής, όπως θα πει σε μια ποιητική αποστροφή στο τέλος των διηγημάτων:

Χιονίζει πάλι απόψε…

κι η χαρά δε γράφει

όμορφα τραγούδια, ίσως…




Η προσωπική μου ανάγνωση στην παραπάνω θέση κλίνει προς τη διαπίστωση  ότι η χαρά αδυνατεί να μιλήσει με την τέχνη του λόγου. Η λογοτεχνία απαιτεί το υπόστρωμα του πόνου, ως ελάχιστο φόρο τιμής στο βαθύτερο αίσθημα από το οποίο πηγάζει. Όχι για να διοχετεύσει ακριβώς αυτό το αίσθημα στον λόγο της αλλά για να πάρει αληθινή υπόσταση κάθε λόγος της, είτε μιλά για τη χαρά είτε για τη λύπη. Αυτή, όμως είναι μια συνειδητή στάση απέναντι στη γραφή και στη ζωή φυσικά. Σκέφτομαι πως αν αυτήν την αλήθεια την έχει συνειδητοποιήσει η νέα πεζογράφος, τότε ας είμαστε αισιόδοξοι για τη σύγχρονη γραφή.



Σε μια συνεκτίμηση των δύο βιβλίων, θα έλεγα πως πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για μια ενδιαφέρουσα αναγνωστική εμπειρία. Φαίνεται ότι και οι δύο τρόποι γραφής, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, έχουν τη δύναμη να αποτυπώσουν την εικόνα τους, πολύ μετά το αρχικό ερέθισμα. Μετείκασμα, λοιπόν, που αφορά και τα δύο βιβλία.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/loutro-oxytokinis-meteikasma/)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου