Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017


Κινηματογράφος και φασισμός

του Χριστόφορου Τριάντη

(Για τον φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε στις 26 Σεπτεμβρίου 1940 στα ισπανικά σύνορα για να μην πέσει στα χέρια της Γκεστάπο. Ήταν από τους πρώτους που έγραψε για την τέχνη και τον φασισμό.)




Οι διαφορές θεάτρου και κινηματογράφου είναι μεγάλες. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι μία ακόμη κοινότοπη παρατήρηση αναρτημένη στον πίνακα της τέχνης, είναι μια καλλιτεχνική αλήθεια.

  Κατ’ αρχήν, στο θέατρο ο ηθοποιός βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον θεατή. Η σχέση ανάμεσα στους  ηθοποιούς και το κοινό είναι ζωντανή,  παλλόμενη, και πληροί όλα εκείνα τα στοιχεία με τα οποία χτίζονται οι μεγάλοι ρόλοι, τα μεγάλα έργα, οι μεγάλες -ψυχαγωγικές- απολαύσεις. Ο ηθοποιός μοχθεί να παίξει, να γίνει ένας άλλος χαρακτήρας, και το σημαντικότερο να «δώσει» αυτόν τον χαρακτήρα στο κοινό, με την αίγλη και την αλήθειά του. Η θεατρική παράσταση είναι μια τελετή. Υπάρχει το θαυμαστικό στοιχείο και η απόλαυση.


   Στον κινηματογράφο όλα καθορίζονται από τις μηχανές. Οι λήψεις  γίνονται σε διαφορετικούς  χώρους  και τόπους.  Οι ηθοποιοί προσαρμόζονται στις  απαιτήσεις της λήψης, των μετρήσεων, του χρόνου, των σκηνικών, των εναλλαγών, των διακοπών, των σκηνοθετικών επιταγών και όχι της ηθοποιίας. Δεν παίζουν αποκλειστικά για το κοινό, αλλά για τις απρόσωπες μηχανές, δεν τους  παρακολουθούν ζωντανά μάτια, αλλά κάμερες κι ένα σωρό άλλα συμπαρομαρτούντα που έχουν σχέση με τη φωτογραφική αποτύπωση «των πραγμάτων». Μετράει η εικόνα και όχι ο λόγος (κι η ηθοποιία).

   Βασικό στοιχείο της διαφοράς είναι το εξής: ο κινηματογράφος διασπά την ενότητα της σκέψης. Στις κινηματογραφικές προβολές όλα   αλλάζουν συνεχώς, οι εικόνες και οι σκηνές έρχονται και παρέρχονται κατ’ εξακολούθηση. Ο ηθοποιός βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη στο  βουνό, αμέσως μετά σ’ ένα υπόγειο και ύστερα από λίγο πετά μ’ ένα αερόστατο (μαζί με διάφορους άλλους). Με αυτόν τον «κινηματογραφικό» τρόπο η σκέψη του θεατή δεν έχει συνέχεια και προσήλωση στο θέαμα, αποκόπτεται, νεκρώνεται στιγμιαία, για να επαναληφθεί αυτή η διαδικασία  πολλές φορές και για όλους.

  Πάνω σε αυτήν την «τεχνική» του κινηματογράφου και της προβολής, ο φασισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος να προωθήσει τις πολιτικές του απόψεις (τις ανύπαρκτες  πολιτικές του απόψεις) και να χειραγωγήσει τις μάζες. Αφήνοντας άθικτες τις υπάρχουσες οικονομικές σχέσεις και τις σχέσεις ιδιοκτησίας, οι φασιστικές κυβερνήσεις επεδίωξαν  -δια μέσου των κινηματογραφικών εικόνων- να δώσουν ιερότητα και φετιχιστική δυναμική στους κάθε είδους φύρερ και στον βασικό «ιδεολογικό» μοχλό κάθε φασιστικού καθεστώτος : τον πόλεμο. Γι’ αυτό γίνονταν πολύωρες προβολές κινηματογραφικών επικαίρων και ταινιών. Εκθειάζονταν τελετές, σκοτωμοί, κατακτήσεις, παρουσιάζονταν πλήθος θεατρινισμών και υπερβολών. Οι μάζες συμμετείχαν στα γεγονότα δια των εικόνων και του αίματος. Αποκτούσαν ταυτότητα και αποστολή: να σκορπίσουν τη δυστυχία προς ίδιον όφελος.


   Οι φασίστες  αναπαριστούσαν την πραγματικότητά όπως ήθελαν, μην αποκαλύπτοντας την «αληθινή πραγματικότητα». Η ωμότητα και οι σφαγές συμβάδιζαν με τα τεθωρακισμένα, τα αεροπλάνα και τα πλοία που σάρωναν και αιχμαλώτιζαν τον κόσμο. Μέσα στην εικόνα χάνονταν εκατομμύρια άνθρωποι. Ήταν μόνο αριθμοί προς εξαφάνιση. Πάνω από αυτά,  κυριολεκτικά και κινηματογραφικά, στεκόταν ο «μεγάλος ηθοποιός» φύρερ ν’ απειλεί ότι θα συντρίψει και θα κάψει τα πάντα, εκτός από τις υφιστάμενες οικονομικές σχέσεις. Αυτές συνέχισαν να υπάρχουν «τροπαιούχες» και να διαχωρίζουν τον κόσμο σε προλετάριους και καπιταλιστές. Χρησιμοποιούσαν, λοιπόν, οι φασίστες την κινηματογραφική εικόνα και τον πόλεμο – θάνατο, για ν’ αλλάξουν τον άνθρωπο, να τον κάνουν να μη σκέφτεται, μόνο να μισεί.

 Χριστόφορος Τριάντης