Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

«Τα δέντρα και η ποίηση»

(σχολιάζοντας την ποιητική συλλογή του Γιώργου Γάββαρη
«Το δέντρο με τις λέξεις»

από τις Εκδόσεις των φίλων



Δεν ξέρω αν βγάζουν ρίζες οι λέξεις, όπως κάνουν με τη φυσική τους σοφία τα δέντρα. Ίσως να προτιμούν την πορεία του ανέμου, που τις σέρνει από δω κι από κει και έτσι φθάνουν σε όσους τις αναμένουν. Μπορεί σ’ αυτούς να ριζώνουν.
Ο ποιητικός λόγος του Γιώργου Γάββαρη με βρήκε (σ’ αυτήν την πολύ προσεγμένη αισθητικά έκδοση) έτσι όπως σε ώριμες στιγμές σε προσεγγίζουν τα πολύ σημαντικά πράγματα. Λυπάμαι που ως τώρα δεν τον γνώριζα, λυπάμαι ακόμα που γερές και αληθινές ποιητικές φωνές ίσως δεν ακούγονται όσο θα έπρεπε. Μπορεί να ευθύνεται η αντιποιητική εποχή. Πού καιρός για ποίηση! Μπορεί, όμως, να έχει την ευθύνη της και η ενασχόληση των πολλών με τα ψευδεπίγραφα λογοτεχνικά του καιρού μας. Όσο όμως θα επιμένουν οι αληθινοί γραφιάδες και ποιητάδες, ας μη φοβόμαστε. Πάντα θα βρίσκουν, αργά ή γρήγορα, τον αναγνώστη τους.

Ο Γιώργος Γάββαρης υπηρετεί μια ποίηση πεντακάθαρη στη σαφήνειά της, με έναν λιτό αλλά εκφραστικό τρόπο, και αυτή η ευθύτητα είναι ικανή να μεταφέρει απολύτως το νόημα των στίχων του. Θα έλεγα πως είναι ένας από τους κρίκους αυτής της μακράς αλυσίδας που δημιούργησε η ποιητική παράδοση των μεγάλων ποιητών της ρεαλιστικής τάσης της  Β΄ κυρίως μεταπολεμικής γενιάς και διαμόρφωσε τον λόγο των ποιητών ως τα σήμερα, τόσα χρόνια μετά. Έτσι, μιλά κι αυτός με το βάρος των λέξεων μόνο, χωρίς εντυπωσιασμούς που είναι εντελώς περιττοί στα ποιητικά πράγματα, αλλά και με τη διάθεση να εκπροσωπήσει κάτι περισσότερο από τη δική του φωνή:

Παιδί, θυμάμαι,
διάλεγα όνειρα ανέγγιχτα
και σε συρτάρι κλειδωμένα.

Ως τώρα ψάχνω
σε υπόγεια, σοφίτες και δωμάτια
κλειδιά για να βρω.
Κι η μάνα μου
στον τάφο της ολόρθη
να μου λέει :
Στα κλέψανε αγόρι μου, στα κλέψανε!

Μακάρι να ’ταν ποιητές
για να τους αθωώσω!

Διαβάζοντας τους παραπάνω στίχους σκέφτομαι πως ίσως η ποίηση να είναι η πλέον κατάλληλη, από όλες τις εκδοχές του έντεχνου λόγου, για να κλείσει (μέσα στο ελάχιστο που της αναλογεί ως χώρος) την απόγνωση αλλά και την επίγνωση. Και ακριβώς επειδή ο ποιητικός λόγος έχει μέσα του το επίκαιρο και το σύγχρονο, μια που πηγαία και αυθόρμητα καταθέτει κάθε φορά την πίκρα που τον ζώνει, μπορεί να μιλά και να ακούγεται αληθινός ακόμη και όταν περιγράφει (με τον τρόπο του οπωσδήποτε) αυτό που ζούμε. Έτσι κι εδώ ο ποιητής μέσα σε μόλις 12 στίχους έβαλε και το προσωπικό αλλά και το συλλογικό βίωμα. Και το ποίημα έγινε το αποτύπωμα μιας εποχής. Αυτή η δύναμη χαρακτηρίζει τους στίχους του ποιητή μας εδώ.

Τις λέξεις όλες
στα πανηγύρια των δασών τις ξόδεψα.
Κι αυτές
-οι ξεχασιάρες-
λικνίζοντας το νόημά τους
στου Φθινοπώρου τον χαμό
γινήκανε φύλλα χρωματιστά
αντίς κλαδιά ν' απλώσουν.

Κι όμως χάνονται οι λέξεις; Ονειροβατούν και φθίνουν; Ή μήπως -αιωρούμενες για λίγο- ριζώνουν στο μυαλό αμφισβητώντας έτσι τη ματαιότητα; Όσο η ζωή θα μεταλλάσσεται σε πόνο

Πώς μεταλλάχτηκε η ζωή σε πόνο; (ρωτά ο ποιητής)

οι ποιητές θα  πιάνουν το μολύβι και θα χαράσσουν λόγια ευθύβολα, έτοιμα να απαντήσουν. Αλλιώς δεν γίνεται. Μπορεί γιατί είναι αλαφροκοίμητοι, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Γάββαρης. Μπορεί, πάλι, γιατί η θέση του αληθινού ποιητή είναι να ξαγρυπνά, να παρατηρεί και να αποτυπώνει. Ψάχνω στον ποιητικό λόγο κάθε φορά να δω την τοποθέτηση του ίδιου του δημιουργού απέναντι στην τέχνη του. Και αγαπώ ξεχωριστά αυτούς που με απόλυτη συνείδηση μιλούν γι’ αυτήν. Όπως εδώ:

Σε βάθρο υψηλό
στήνω το ποίημα.
Ο ήχος του όμως, χαμηλός.

Αυτό το ψηλό βάθρο δεν είναι για αποθέωση. Είναι για να γίνει ο λόγος διακριτός, όπως του πρέπει. Γιατί θα πει αλλού:

Όταν στέκεται ο ποιητής
χτυπώντας με το βλέμμα του το απέραντο
σαν να προσεύχεται,
μην του μιλάτε!
Για σας ονειρεύεται.

Και όταν αυτό το όνειρο πρέπει να μεταδοθεί στους άλλους, ώστε να μεταποιηθεί και σε δικό τους οραματικό στοιχείο; Τότε, ο ποιητής νιώθει μόνος, διαρκώς και απελπιστικά βυθιζόμενος στον μονήρη βίο του και σε αντίφαση βαθιά με τον ρόλο του:

Με λύσσα η βροχή
χτυπούσε τα σκελετωμένα τζάμια.
Μα εγώ το ήξερα.
Τα 'γλειφε τρυφερά
ίσως με λίγον οίκτο.

Αλλόκοτη και άσεμνη.

Και αλλού:

Στη στροφή, ξαφνικά
έν’ άγαλμα με χαιρετά.
Χρόνια στη μοναξιά του
και τη δική μου

αμέσως αναγνώρισε.





Τα ποιήματα του Γιώργου Γάββαρη, με τον τρόπο που επιλέγουν να μιλήσουν, αντικρίζοντας με κατάγματα συντριπτικά τα χρόνια,  συνομιλώντας με τους πολεμιστές που τις ντάπιες παγωμένοι εγκατέλειψαν απ’ τη χαμένη ανάσταση, αφήνοντας μόνο στον αγέρα να σιγοτραγουδάει παλιούς σκοπούς επαναστατικούς, στοχεύουν και πιο πέρα από μια προσωπική μοναχική κατάθεση. Μοιάζει να θέλει να πει περισσότερα από όσα έτσι κι αλλιώς δηλώνει μια χαμηλόφωνη ποίηση. Κάτω από αυτή την οπτική, η ποίησή του γίνεται η έκφραση μιας γενιάς που γνώρισε ήττες και διαψεύσεις και που τη φωνή της, αυτό το ελάχιστο που της έχει απομείνει, θέλει να το διαχειριστεί, ώστε να ακουστεί όσο γίνεται. Ο στίχος αποτελεί το όχημα ακόμα και όταν οι ράγες του τρένου μας ταξιδεύουν ακίνητους.

Το βιβλίο, και στο εξώφυλλο αλλά και σε κάποιες σελίδες, κοσμείται από σχέδια της Χριστίνας Καραντώνη. Πρόκειται, πιστεύω, για μια εξαιρετική συνάντηση, έτσι όπως η ζωγράφος με την εικονογράφηση των ποιημάτων δίνει πολλαπλασιαζόμενη εικαστικά τη σκέψη του ποιητή. Τα δέντρα της – γιατί, με εξαίρεση ένα μόνο, για δέντρα πρόκειται – αγκαλιάζουν τους στίχους απλώνοντας κλαδιά και ρίζες και υπογραμμίζοντας τη μεταμόρφωση των λέξεων σε δέντρο που ριζώνει στη σκέψη των ανθρώπων. Επιβεβαίωση ακόμα μια φορά πως οι λέξεις δεν χάνονται, ίσα ίσα πολλαπλασιάζονται και γιγαντώνονται σαν βρουν το κατάλληλο έδαφος. Άλλωστε, όπως λέει και ο ποιητής:

Ακολουθώ τα δέντρα.
Αλλάζει ο ήλιος τις σκιές
γυρνούν ανάποδα τα φύλλα.
Προχωρώ, τα ακολουθώ
οι ρίζες τους ρουφάνε τη σκιά μου.
Γίνομαι δέντρο και εγώ.

Έτσι, με την απόλυτη πλέον μετάλλαξη του ίδιου του ποιητή, ίσως οι λέξεις βρίσκουν και ριζώνουν καλύτερα. Έχει προσωπικό κόστος η ποίηση. Ας το πιστέψουμε.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση της κριτικής έγινε στο περιοδικό Cantus firmus) http://cantfus.blogspot.gr/2016/09/blog-post_3.html)