Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Γυρνάς σπίτι μετά από μια πολύ κουραστική μέρα. Από αυτές που από τη μια σε γεμίζουν, γιατί κάνεις κάτι που πολύ αγαπάς, από την άλλη νιώθεις ήδη να έχεις φτάσει στα όριά σου (και είναι ακόμη φθινόπωρο στην αρχή του). Πιάνεις να διαβάσεις (έτσι ξεκουράζεσαι) και ξαφνικά ανοίγει μια εικόνα απίθανη. Μόνο μεγάλοι συγγραφείς πιάνουν με τέτοια ευαισθησία τον ήχο που κουβαλάει μέσα της η μνήμη. Και τον απλώνουν με τις λέξεις τους και σου λένε: «να, άκου, δες, ζήσε!»


Όταν ο οργανοπαίχτης άρχισε να παίζει, κάτι άγγιξε κάποια όρια. Ο Χανς δε νοσταλγούσε τίποτα: προτιμούσε να σκέφτεται το επόμενο ταξίδι του. Όμως, ακούγοντας τη λατέρνα, το μεταλλικό παρελθόν της, του φάνηκε ότι κάποιος άλλος, κάποιος προγονός του, σκιρτούσε μέσα του. Κι ενώ ακολουθούσε τη μελωδία όπως διαβάζεις ένα χαρτί που το παίρνει ο αέρας, του συνέβη κάτι ασυνήθιστο: αισθανόταν αυτό που αισθανόταν, κι έβλεπε τον εαυτό του να συγκινείται. Εκείνος άκουγε γιατί η λατέρνα έπαιζε και η λατέρνα έπαιζε γιατί εκείνος άκουγε. Είχε την εντύπωση ότι ο οργανοπαίχτης δεν έπαιζε απλώς, αλλά τριβέλιζε τη μνήμη. Μ’ ένα χέρι αιθέριο και τα δάχτυλά του ξυλιασμένα, γύριζε τη μανιβέλα, και μαζί της γύριζαν αδιάκοπα και η ουρά του σκύλου και η πλατεία κι ο ανεμοδείκτης και το φως και το μεσημέρι, κι όταν η μελωδία κόντευε στο τέλος της, το ωρολογιακό χέρι του οργανοπαίχτη δεν επέβαλλε παύση, ούτε ησυχία, παρά κάτι ανάλαφρο σαν να ’σκιζε μετάξι, και μετά ξανά η μανιβέλα, και η μουσική ξανάρχιζε, κι όλα έπιαναν πάλι να γυρίζουν, και δεν έκανε πια κρύο.


(από το μυθιστόρημα «Ο ταξιδιώτης του αιώνα» του Αντρές Νέουμαν, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδόσεις opera)