Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

"A blessing" 
ποίημα του James Arlington Wright
(σε ελληνική απόδοση)



A blessing


Just off the highway to Rochester, Minnesota,
Twilight bounds softly forth on the grass.
And the eyes of those two Indian ponies
Darken with kindness.
They have come gladly out of the willows
To welcome my friend and me.
We step over the barbed wire into the pasture
Where they have been grazing all day, alone.
They ripple tensely, they can hardly contain their happiness
That we have come.
They bow shyly as wet swans. They love each other.
There is no loneliness like theirs.
At home once more, they begin munching the young tufts of spring in the darkness.
I would like to hold the slenderer one in my arms,
For she has walked over to me
And nuzzled my left hand.
She is black and white,
Her mane falls wild on her forehead,
And the light breeze moves me to caress her long ear
That is delicate as the skin over a girl's wrist.
Suddenly I realize
That if I stepped out of my body I would break
Into blossom.


James Arlington Wright



Μια ευλογία


Ακριβώς έξω απ’ τον αυτοκινητόδρομο για το Ρότσεστερ της Μιννεσότα,
Γέρνει το λυκόφως απαλά μπρος στο χορτάρι.
Και τα μάτια αυτών των δυο Ινδιάνικων πόνυ
Με καλοσύνη σκοτεινιάζουν.
Χαρούμενα βγήκαν μέσα από τις ιτιές
Να μας καλωσορίσουνε, τον φίλο μου και μένα.
Πάνω από τα συρματοπλέγματα περάσαμε στο βοσκοτόπι
Που βοσκούσαν όλη μέρα, μόνα.
Με ένταση σαλεύουν, την ευτυχία τους δύσκολα συγκρατούν
Που έχουμε έρθει.
Σαν μουσκεμένοι κύκνοι υποκλίνονται δειλά. Αγαπιούνται.
Σαν τη δική τους, καμιά άλλη μοναξιά.
Στο σπίτι πάλι, της άνοιξης τους νέους θύσανους να μασουλάν αρχίζουν
Στο σκοτάδι.
Το πιο λιγνόκορμο θα ’θελα στην αγκαλιά να πάρω,
Γιατί προχώρησε σε μένα
Κι έβαλε τη μουσούδα της στο αριστερό μου χέρι.
Ασπρόμαυρη είναι,
Άγρια πέφτει η χαίτη της στο μέτωπό της,
Και η ελαφριά αύρα με σπρώχνει να χαϊδέψω το μακρύ αυτί της
Που σαν το δέρμα στον καρπό ενός κοριτσιού λεπτό είναι.
Καταλαβαίνω ξαφνικά
Πως αν έξω από το σώμα μου έβγαινα
Ολόκληρος θα άνθιζα.

(μετάφραση/απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)

(φωτογραφία της Anna Sychowicz)