Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

"ο ψίθυρος των απόντων"

αποθησαύρισμα εκλεκτό από τον Κωνσταντίνο Λουκόπουλο
(και ένα μικρό σχόλιο αυθαιρέτως)





Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι:
διατελώντας πλέον
ασαφείς και υδαρείς,
πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε,
με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα,
και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν,
εκεί που ο θάνατος στερέωνε
το χλωμό του φως
επανορίζοντας,
μια νέα ακινησία/

Ανυπεράσπιστοι, πώς
καταδικάστηκαν ερήμην τους,
κι εξακολουθητικά,
να διαβάζουν τα λόγια τους μες στο στόμα μας,
προς χάριν αστεϊσμών
ή διδαχής,
είτε μομφής,
είτε νουθεσίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι,
και την επίμονή τους δυσαρέσκεια,
όσο η νύχτα τους σκεπάζει:
πόσο πιο μαλακοί οι ίσκιοι της, από τα θορυβώδη οστά τους/
τα κρύα χέρια τους
στη δική τους κάμαρη,
είτε σε θαλάμους μεσοπολεμικών «εξωτικών» νοσοκομείων,
τα μάτια τους που
ανθίζουν πάνω μου,
κάθε που αποβαρύνομαι
στα χωμάτινα κάτοπτρα της ματαιοδοξίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι
και την αδρανοποιημένη ανάσα τους,
πίσω από το αυτί μου/
τις γρατσουνιές στο μπράτσο μου,
μια Κυριακή με αυγινή σελήνη,
σε τούτο το τραπέζι όπου
όλοι τρώμε με σκεπασμένα πρόσωπα,
κι ενώ η λήθη
σκαλίζει βουβά τη μεσοθωράκια
τρύπα της,
τον ψίθυρό τους αφουγκράζομαι,
σαν να ναι μέσα μου,
ακέραιοι κι ηχηροί,
ωσεί παρόντες/

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος

(photo: "Persona", Ingmar Bergman)


Και το αυθαίρετο σχόλιο:

Αυτοί οι «ωσεί παρόντες» του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου, σκέφτομαι, θα είναι τώρα διπλά θορυβημένοι, μια που ο λόγος -μακάρι και ποιητικός-  πολύ τους ανησύχησε, έτσι όπως φάνηκε ότι μνημονεύονται ακόμη και από τους σκεπτικιστές της μνήμης. Ίσως πάλι να είναι αναπόδραστη ετούτη η ένσταση του ποιητή αφού -«ποιητική αδεία» όπως είθισται- συχνά αναμοχλεύεται της μνήμης ο βυθός και ανασύρονται λόγια και πρόσωπα και ψίθυροι γνωμοδοτούντες προς όποιον αποδέκτη. Σε κάθε περίπτωση, μάλλον ισχύει της λαϊκής σοφίας το λιτό: ο κάτω κόσμος άλλους νόμους έχει. Έτσι, αυτός ο ψίθυρος, ο ηχηρός σε μας, μπορεί καθόλου να μη συλλαβίζεται. Απατηλό κι ετούτο, σαν τόσα άλλα.

Διώνη Δημητριάδου