Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Τα σπόρια

(από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα)

Υπήρχε μια εποχή που νόμιζα πως κάποια πράγματα θα κρατούσαν για πάντα. Για παράδειγμα, δεν φαινόταν να αλλάζει η καθημερινή εικόνα που είχα, καθώς κοίταζα από το παράθυρο κι έβλεπα την απέναντι πολυκατοικία και ένα κομμάτι ουρανό. Ακόμη σταθερή ήταν η βόλτα προς την παραλία, άλλοτε μέχρι το αγαπημένο εστιατόριο «Όλυμπος-Νάουσα» με το χοντρό, τεράστιο γκαρσόνι, πάντοτε πρόθυμο στην παραγγελία μου: ‘γεμιστά μόνο με κιμά’, άλλοτε πάλι για ουζάκι (δοκίμαζα κι εγώ μια στάλα) με τον πατέρα μου και τους φίλους του. Προφανώς θα ήταν τότε που η μητέρα μου με ‘ξεφορτωνόταν’ για λίγη ώρα.  Όσο για την ετήσια επίσκεψη στην ‘Έκθεση’, με τη ‘ρόδα’, να βλέπεις πόσο μικρά όλα γινόντουσαν όσο ανέβαινες ψηλά, τα αεροπλανάκια, φυσικά την ταράτσα του Λουμίδη για λουκάνικο. Άλλο πράγμα. Θεϊκό!

Δεν ήξερα, όμως,  εκείνον τον Σεπτέμβρη ότι θα ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα την πόλη μου από ψηλά.
Και το σημαντικότερο: ακόμη δεν ήξερα ότι ποτέ δεν σε ρωτάνε, όταν είσαι μόνο επτά χρονών. Σε ‘πακετάρουν’ ένα πρωί, μαζί με το υπόλοιπο νοικοκυριό, και απομένεις να κοιτάζεις από το παράθυρο του τραίνου την αποβάθρα του σταθμού, να βλέπεις την καλή σου φίλη που σε αποχαιρετά κλαίγοντας και σου υπόσχεται να σου γράφει.

Ατελείωτο ταξίδι. Δίπλα μου οι γονείς, ο αδελφός, η γιαγιά και ο παππούς. Και το καναρίνι, ο Κίτσος, με το κλουβί καλυμμένο με πανί για να μη φοβηθεί. Εμένα δεν με είχαν καλύψει. Δεν το ήξεραν ότι φοβόμουν όσο κι αυτός. Ήταν αρχές Οκτωβρίου. Και η ταχεία πήγαινε γραμμή στην πρωτεύουσα.

Η φθινοπωρινή Αθήνα που αντίκρισα δεν έμοιαζε καθόλου με τη Σαλονίκη μου. Πού ήταν η θάλασσα; Η παραλία; Από το μπαλκόνι μας, στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας στην Κυψέλη, έβλεπα τουλάχιστον την Ακρόπολη. Τότε ακόμη, αρχές δεκαετίας του ’60, η Κυψέλη ήταν μια γειτονιά με χαμηλά σπίτια, λίγες πολυκατοικίες και πολλά παιδιά, που έπαιζαν στον δρόμο κάτω. Μόνο που εγώ ακόμη δεν τα είχα γνωρίσει. Ήμουν ξένη κι ας μην το είχα καταλάβει.

Θεωρώ πως ήμουν ένα φυσιολογικό παιδί, που ασφαλώς και δεν θέλει να πάει στο σχολείο. Πόσο περισσότερο που αυτό ήταν ένα καινούργιο σχολείο, σε μια άγνωστη γειτονιά, σε μια ξένη πόλη. Κι έπρεπε να μπω σε μια τάξη φίσκα στα παιδιά, άγνωστα όλα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το σχολείο ήταν μακριά από το σπίτι, στεγαζόταν σ’ ένα παλιό κτήριο, μουντό και άσχημο, γιατί το κανονικό σχολείο επισκευαζόταν. Και φυσικά είχαν ήδη αρχίσει τα μαθήματα, όταν κατέφθασα.

Την πρώτη μέρα που μπήκα στην τάξη, με τη συνοδεία της δασκάλας, ένιωσα όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μου. «Το κοριτσάκι ήρθε από τη Θεσσαλονίκη», ήταν τα λόγια της και φαίνεται ακούστηκε πολύ εξωτικό αυτό το μέρος, γιατί πρόσεξα κάποια ανοιχτά στόματα να με κοιτάζουν. Αν με ρωτούσαν, θα έλεγα πως κι εμένα μου φαινόντουσαν όλα αυτά εξωτικά.

Το πρόβλημα προέκυψε αμέσως μόλις η δασκάλα εκτίμησε την κατάσταση στην τάξη. Δεν υπήρχε πουθενά θέση για μένα! Τα παιδιά ήταν κυριολεκτικά το ένα πάνω στο άλλο στη μικρή αίθουσα. Να με βάλει όρθια στη γωνία; Ευτυχώς δεν το σκέφτηκε. Έτσι πέρασα την πρώτη μέρα στο νέο περιβάλλον καθισμένη στο βάθρο της έδρας, φάτσα στα παιδιά. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερη υποδοχή!

Η λύση που βρέθηκε ήταν κατά την κρίση της δασκάλας η ορθότερη. Μου αγόρασαν οι γονείς μου ένα ξύλινο λυόμενο τραπεζάκι 35 Χ 55, πράσινο, το οποίο κουβαλούσα κάθε μέρα στο σχολείο(!), και το οποίο τοποθετήθηκε δίπλα ακριβώς στην έδρα, εννοείται πάλι φάτσα στους συμμαθητές μου. Σας θυμίζει κάπως το «όλοι μαζί και ο καμπούρης χώρια»; Η ψυχολογία, ως απαραίτητη γνώση των εκπαιδευτικών, ακόμη απείχε πολύ από τα ελληνικά πράγματα.

Τότε, και για πολλά χρόνια ακόμη, ήμουν ένα πολύ αδύνατο παιδί, «μπιαφράκι», που δεν μπορούσα να στερεώσω καν τις κάλτσες στα καλαμένια ποδαράκια μου, γι’ αυτό περνούσα λαστιχάκια, αλλιώς σουρώναν όλο προς τα κάτω. Η αδύνατη σιλουέτα μου φαίνεται προκαλούσε  τα στυλιστικά ιδεώδη της δασκάλας μου, η οποία δεν έχανε ευκαιρία να μου υπενθυμίζει ότι διέφερα πολύ από τα ‘κανονικά’ υπόλοιπα παιδιά. Θυμάμαι καλά το σχόλιό της, όταν μας μοίρασε φωτογραφίες από τις σχολικές επιδείξεις και δίνοντάς μου τις δικές μου είπε: «Πα, πα, αδυναμία. Έλα να δεις τα χάλια σου. Θα γίνεις άνθρωπος ποτέ;» Η αλήθεια είναι πως το σορτσάκι έπλεε πάνω μου. Στην μπλούζα είχαμε ραμμένο το σήμα του σχολείου μας, το οποίο στην περίπτωσή μου ήταν λίγο διαφορετικό από των υπολοίπων παιδιών τρέχα γύρευε γιατί, κι έτσι η παρουσία μου έκανε μπαμ. Λες και όλα συνωμοτούσαν για να διαφέρω από τους άλλους.

Και στη γλώσσα. Μια κάπως πιο τονισμένη προφορά σε κάποια σύμφωνα και κυρίως άλλες λέξεις, άγνωστες. Ήταν λίγες μέρες μετά την εφιαλτική εκείνη πρώτη. Κατεβαίνοντας στο κυλικείο του σχολείου με το κοριτσάκι που επρόκειτο να είναι φίλη μου για πολλά χρόνια, κάτι αγαπημένο πεθύμησα και ρώτησα με τη βεβαιότητα ότι μίλαγα την ίδια γλώσσα με τους άλλους: «έχετε σπόρια;»
Πόσο λάθος είχα! Έκπληκτοι με κοίταξαν όλοι γύρω. Σιωπή. Και μετά κάποιο παιδί φώναξε: «Σπόρια, είπε αυτή, σπόρια».

Τώρα, όποιος παρακολούθησε από την αρχή αυτόν τον μονόλογο θα έχει ήδη μαζέψει αρκετά για να συνθέσει την απόλυτη εικόνα απόγνωσης για ένα επτάχρονο παιδί, αθέλητο εσωτερικό μετανάστη, με όλες τις δυνάμεις του κόσμου να συνεργάζονται σε μέτωπο εναντίον του.

Φαίνεται, όμως, πως ακόμη κι ένα μικρό παιδί έχει μέσα του τη δύναμη να αντιπαλέψει τέτοιες καταστάσεις. Τα χρόνια που ήρθαν μετά σ’ αυτό και σε άλλα σχολεία, με αυτά και με άλλα παιδιά, έδειξαν ότι μπορείς να ξεπεράσεις τις αντιξοότητες, να διατηρήσεις το χιούμορ σου, την αίσθηση δικαίου κυρίως. Γιατί, φίλοι Αθηναίοι που κοντά σας ζω τόσες δεκαετίες, ώστε κι εγώ να συγκαταλέγομαι μαζί σας ως συμπολίτις πια, η εύστοχη λέξη είναι ‘σπόρια’ και όχι πασατέμπος, όσο κι αν δεν σας αρέσει.

(Χρόνια μετά από εκείνη την αστοχία της δασκάλας μου, τη συνάντησα στο βιβλιοπωλείο του Κυριακίδη, στη Φωκίωνος, και της μίλησα εγώ, γιατί εκείνη φυσικά δεν με γνώρισε, και με το δίκιο της. Όταν της είπα ποια είμαι, με κοίταξε προσεκτικά και κουνώντας το κεφάλι της με δυσπιστία (όχι γι’ αυτό που έβλεπε αλλά για την εσφαλμένη εκτίμηση που είχε κάνει τότε) είπε: «έγινες τελικά άνθρωπος». Ένιωσα σαν να πήρα το αίμα μου πίσω.
Η παιδική μου φίλη, που υποσχέθηκε στο σταθμό του τραίνου να μου γράφει, κράτησε τη υπόσχεσή της. Και η αλληλογραφία μας συνεχίζεται μέχρι σήμερα, τόσα χρόνια μετά.
Α, και το καναρίνι μας, ο Κίτσος, υπέστη κι αυτός μια αναγκαία αλλαγή λόγω Αθήνας. Θεωρήθηκε ότι στην πρωτεύουσα θα του ταίριαζε κάτι πιο σικάτο, κι έτσι ξαναβαπτίστηκε... Τζο.)

Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου