Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Στο πανηγύρι «της κυράς των αμπελιών»

(αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά)


Αγήνωρ Αστεριάδης, γυναίκες στον τρύγο, 1966


Παλιό το αλισβερίσι μου με το Διόνυσο από τον τρύγο ως τη διδασκαλία της Δραματικής Ποίησης. Για τον τρύγο ετοιμάζομαι, χρόνια τώρα, πραγματικά ή νοερά, και βέβαια θα σας πάρω μαζί μου. Εκεί στην αττική γη, την αμπελόεσσα, ανάμεσα σε μεθυσμένους Σειληνούς και Σατύρους, που έπαιρναν το κατόπι το Διόνυσο και γλεντοκοπούσαν ανάμεσα στα φορτωμένα κλήματα. Τα νέα κρασιά θα τα γευτούμε αργότερα στα Λήναια προς τιμή του θεού. Βιαστείτε  τώρα με το χάραμα, μη μας πιάσει ο ήλιος.

Ψάθα πλατύγυρη με κορδέλα κόκκινη ολόγυρα κι ένα μπουκέτο μαργαρίτες ασπροκίτρινες, πάνινες, κερωμένες. Ψεύτικες. Μ’ ένα ματσάκι  αμάραντα αγριολούλουδα από «γατάκια» και «ψείρες» θα τις σκεπάσω, μόλις φτάσω στ’ αμπέλι. Στο χέρι το καλαθάκι, το μαχαίρι και έτοιμη στην αυλόπορτα. Αργεί, αργεί το κάρο, να φορτωθούν κοφίνες και στάμνες με δροσερό νερό, προσφάγια και κουρελούδες. Πανηγύρι είναι ο τρυγητός. Χέρια φίλων περιμένουν, χέρια συνεταιρικά, αλληλοβοήθεια. Σειρά στο πατητήρι.  Περιμένει κι ο Διόνυσος το καθημερινό πανηγύρι «της κυράς των αμπελιών»! Φύγαμε επιτέλους. Ζέστη και υγρασία. Θαλασσινή υγρασία, νοτερή. Όλα του πρωινού σ’ απόχρωση μαβιά. Με βιολετιά νυχτικά αφήνει η νύχτα όλη την πλάση. Πριγκιπικά θα την ντύσει η μέρα. Στα ρόδινα και χρυσαφιά. Λεπτό το λεπτό ανεβαίνει λαμπυρίζον το διάδημα του ηλιάτορα πάνω στο Μακρονήσι, εκεί που γράφονταν πάντα και οι «καλοί» και οι «κακοί» μας οι καιροί. Τίπι ταπ, τίπι ταπ, τίπι ταπ γλιστράει το κάρο στην άσφαλτο και ξεμακραίνει. Ντούκου ντούκου τα ψαροκάικα άναψαν μηχανές κι ανοίγονται από το λιμάνι σχίζοντας το ακίνητο νερό. Μικρές, πρωινές ευτυχίες!

Κάτω από μια γέρικη αμυγδαλιά,  κατάφορτη ωστόσο, στρώθηκε το στρατηγείο του τρύγου. Αμάζευτα ακόμη τ’ αμύγδαλα καμαρώνουν μέσα από το καφετί σκασμένο περίβλημα.  Έχει και μια σειρά λιόδεντρα στο σύνορο με το αμπέλι του γείτονα, νεαρά ακόμη.  Το καλάθι και το μαχαίρι ένα με το χέρι μου. Πάλι στην αναμονή. Ας μου πουν επιτέλους από πού ν’ αρχίσω. Βλέπω τους μεγάλους να χρεώνονται με σειρές κλημάτων τη δουλειά, κατά μήκος. Μοιάζουν να σμίγουν οι παράλληλες γραμμές της αμπελοφυτείας, καθώς μακραίνουν βαθιά ανατολικά. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσα στα κλήματα. Ίσως να ξεχώριζε η κορυφή της καπελίνας μου, όταν άλλαζα θέση! Έτσι με εντόπισε, φαίνεται, η θεια Ελένη μετά από ώρα.  «Εσύ, μικρή, τα κουδούνια να κόβεις», φώναξε. Υπεύθυνη των «κουδουνιών»! Θαύμα. Δική μου δουλειά. Περνώ στα τρυγημένα κλήματα και κόβω τα «κουδούνια», τα μικρά τσαμπιά, που άφηναν οι μεγάλοι. Και πήγαινε-έλα στα μεγάλα κοφίνια για άδειασμα. Προορισμός τους το πατητήρι. Μεσημεράκι έμπαιναν οι πατητάδες στον «ληνό». Σηκωμένα μπατζάκια, καθαρά πόδια και ρυθμικό σημειωτόν. Να ρέουν οι ρόδινοι χυμοί ξινούτσικοι, μεθυστικοί, να περνούν τη φούντα από θυμάρι και να σωρεύονται στη στέρνα. Και διαλείμματα ενδιάμεσα για τους πεινασμένους. Κεφτεδάκια και ζυμωτό ψωμί. Σφίγγες και μέλισσες ολόγυρα τρελαμένες από τις μυρωδιές. Αμμωνία πάντα στο μπουκαλάκι του φαρμακείου δίπλα στο λαγήνι. Το κάρο με τη φορτωμένη βαρέλα άρχιζε τα δρομολόγια για τη «μετάγγιση» του μούστου στα βαρέλια του υπογείου στην πόλη αργότερα.




Κι ο Διόνυσος στεφανωμένος με κληματόφυλλα. Πάντα μπροστά μου τον έβλεπα καθισμένη στα ζεστά μαρμάρινα εδώλια του θεάτρου στις υπώρειες του λόφου της Ακρόπολης. Ένας χώρος μαγικός, όπου "διδάχθηκαν", διαγωνίστηκαν, βραβεύτηκαν τα έργα των μεγάλων ποιητών της δραματικής ποίησης. Ο χώρος που δημιούργησε τη θεατρική σύμβαση για όλα τα αρχαία θέατρα: Όποιο πρόσωπο του αρχαίου δράματος έφτανε από τη δεξιά για το θεατή πλευρά ερχόταν από το λιμάνι ή από την πόλη. Δεξιά βρίσκεται το λιμάνι του Πειραιά. Από την αριστερή πάλι πάροδο έφταναν από την ύπαιθρο, τους αγρούς, διότι αριστερά βρίσκονται οι δήμοι της Αττικής με τα αμπέλια. Εκεί που λατρευόταν  ο Διόνυσος.


Με πόση χαρά μετέφερα στη σχολική τάξη τούτη τη βιωματική μου αποδεικτική εμπειρία!


Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά
Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά γεννήθηκε στο Λαύριο Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και από το 1973 κατοικεί στην Κομοτηνή, όπου δίδαξε ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο, «…μύριζε γαζία», εκδόθηκε το 2014, ενώ έως τότε συμμετείχε στην έκδοση «Η διδασκαλία της ξένης λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και Λύκειο» με ανάλυση του διηγήματος Ο Βάνκας του Τσέχωφ, έχει συντάξει και επιμεληθεί τα κείμενα τουριστικών οδηγών της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας & Θράκης, της Νομαρχίας Ροδόπης και του Δήμου Μαρώνειας. Επιμελήθηκε επίσης  το βιβλίο «Γεύσεις και αναμνήσεις από τη Ροδόπη» του αρχιτέκτονα Θανάση Πανδρευμένου, έκδοση της Νομαρχίας Ροδόπης, έχει δημοσιεύσει άρθρα ιστορικά, αρχαιολογικά και περιβαλλοντικά σε τοπικά περιοδικά.