Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Το «σχήμα υπερβατό» του Σωτήρη Κακίση


Σχολιάζοντας το «Όλο αέρα!» (αισθηματικά κείμενα)
του Σωτήρη Κακίση
 εκδόσεις Vakxikon


  


  Μια εποχή -πολλά χρόνια πίσω- υπήρχε στο κάθισμα του αυτοκινήτου ένα βιβλίο του Σωτήρη Κακίση, πάντοτε εύκαιρο όταν πηγαίνοντας για δουλειά σταματούσα για λίγα λεπτά και προλάβαινα να διαβάσω κάποιες σελίδες, μια μικρή ανάσα αναζωογονητική. Με συγκινούσε η αναφορά του σε πρόσωπα και πράγματα οικεία, κάτι σαν συνωμοτικό κλείσιμο ματιού, κάτι σαν «ήμουν κι εγώ εκεί». Δεν συμβαίνει αυτό με πολλά από τα διαβάσματά μας, που συνήθως μας οδηγούν σε άλλες καταστάσεις από αυτές που μας συμβαίνουν. Τα κείμενα τα δικά του όμως λες και επιβεβαίωναν τον κοινό τόπο των εμπειριών και των σκέψεων. Επιλέγοντας, λοιπόν, αναπόφευκτα ένα τόνο πιο προσωπικό γράφω δυο λόγια για το πρόσφατο βιβλίο του με τον απολύτως ταιριαστό τίτλο «Όλο αέρα!». Γιατί τα πρόσωπα για τα οποία μας μιλά εδώ ανήκουν σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο, «η επικράτειά τους είναι όλος ο άλλος κόσμος. Ο όλος αέρα. Ο όλος φως. Ο όλος θάλασσα».

Δεν είναι μόνο η προσωπική σχέση του Κακίση με τα πρόσωπα που ζωντανεύουν στις σελίδες του  –  άλλωστε μερικά από αυτά δεν τα είχε ποτέ γνωρίσει – μοιάζει περισσότερο να είναι το αποτύπωμα που έχει αφήσει η συνάντηση (πραγματική ή νοητή) μαζί τους. Ένα χνάρι τόσο σημαντικό για τον ίδιο, όσο απαρατήρητο για κάποιον άλλον. Και αυτό το σπουδαίο ελάχιστο θέλει να το μοιραστεί με τον αναγνώστη του, αυτόν που πιστά τον ακολουθεί και τον διαβάζει τόσα χρόνια. Έτσι, για παράδειγμα, θα διασώσει την αυθεντικότητα του ήθους του μεγάλου Τζέρι Λούις, ή ακόμα την απολύτως φελλινική σκηνή (E la nave va) με την Κάλας μικρή να τη βάζει η μάνα της να τραγουδά κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς την Ιταλία. Και όλο αυτό μέσα από αφήγηση της άλλης αγαπημένης, της Δέσπως Διαμαντίδου.

Τα περισσότερα πρόσωπα όμως είναι οι αγαπημένοι φίλοι του, που περνούν από μπροστά μας σε στιγμές που θέλει ο συγγραφέας να φυλάξει στη μνήμη του και να δώσει και σε μας κάτι από την αύρα τους. Στιγμές, κινήσεις, σιωπές αποτυπώνονται εδώ και λειτουργούν με έκδηλο τον αισθηματικό χαρακτήρα της παρουσίασης (όπως άλλωστε υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου) και με ιδιαίτερη δύναμη απέναντι σε μας, που ίσως αυτά τα πρόσωπα δεν τα έχουμε γνωρίσει προσωπικά. Έχουμε όμως ταξιδέψει μαζί τους, έχουμε ερωτευθεί, έχουμε νοσταλγήσει τόπους και χρόνους κάποτε δικούς μας. Δεν αρκούν αυτά για να τα θεωρήσουμε οικεία, δικά μας πρόσωπα; Ο Νίκος Χουλιαράς, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Δέσπω Διαμαντίδου, ο Θανάσης Βέγγος, ο Κώστας Πασχάλης, ο Αλέξης Δαμιανός, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Δήμος Αβδελιώδης, ο Αργύρης Μπακιρτζής, τόσοι και τόσοι άλλοι. Σαν να αποτελούν μια παρέα, να συνδιαλέγονται μεταξύ τους με κεντρικό άξονα τον συγγραφέα που με τον ιδιότυπο «φακό» του τοποθετεί τον εξαίρετο θίασο στη σκηνή που δημιουργεί. Και αιχμαλωτίζει κάποιες σκηνές που λες από μόνες τους θα αρκούσαν για να αναδείξουν τον πηγαίο αυθορμητισμό ενός ηθοποιού. Δείτε εδώ πώς τελειώνοντας το κείμενό του για τον Νίκο Φέρμα, αυτόν τον άγνωστο πασίγνωστο, όπως τον αποκαλεί, σε ένα υστερόγραφο ακουμπά μια κίνηση του ηθοποιού σε πίσω πλάνο, σκηνή ατόφια ποίηση:

Α, μην ξεχάσω! Κι άλλη μια σκηνή με τον Φέρμα απίστευτη, κωμικότατη, νομίζω από δικιά του της στιγμής έμπνευση: στο «Θησαυρό του μακαρίτη», στο γλέντι όπου η Βασιλειάδου τραγουδάει μοναδικά τον Κυρ-Μέντιο της, κι όλοι κάποια στιγμή είναι νοσταλγικοί και ζευγαρωμένοι, ο Φέρμας, που είναι μόνος του, αγκαλιάζει όσο πιο τρυφερά και σουρεαλιστικά γίνεται τον… Φέρμη  τον εύθραυστο, τον κοντούλη, που κι αυτός καθόταν μες στη μοναξιά του πλάι του.

Μνήμες αποθησαυρισμένες από αντροπαρέες που συζητούν το μέγα θέμα, τις γυναίκες, αυτόν τον άγνωστο κόσμο, όπως λένε, από γυρίσματα ταινιών (μέγας λάτρης του κινηματογράφου ο Κακίσης), από βιβλία και αναγνώσματα. Και συγκρατεί εδώ τα λόγια αυτά κάποιου που πολύ αγάπησε τα βιβλία:

«Πώς πάνε τα βιβλία, μωρέ Βάσο» τον ρωτάω πέρυσι μια μέρα.
«Καταπληκτικά!» μου απαντάει εκείνος.
«Δηλαδή, τι; Πουλάνε; Τα αγοράζουν πολλοί;»
«Όχι. Όχι και τόσοι»…
«Τότε γιατί μου είπες ‘καταπληκτικά’;»


«Γιατί μου αρέσουν εμένα κατ’ αρχήν πολύ. Γι’ αυτό!»…


Μου αρέσει ο τρόπος της αφήγησης που ακολουθεί, αποτυπώνοντας τη μοναξιά, εκεί που άλλοι βλέπουν θορυβώδεις παρέες, φέρνοντας στην επιφάνεια τον μυστικό κρίκο της αλυσίδας που ενώνει περισσότερο τις πολύτιμες σιωπές παρά τα κούφια λόγια. Και παρατηρώ κάτι που με τα χρόνια πιο πολύ έχει καταφέρει ο συγγραφέας. Αν δυνατά διαβάσεις τα γραφτά του, συχνά ακούγονται σαν ποίηση. Πώς γίνεται αυτό; Ο Κακίσης αγαπά το υπερβατό σχήμα στον λόγο του κατορθώνοντας έτσι να γεφυρώσει την πεζή αφήγηση με τον ποιητικό λόγο. Το κείμενό του σχεδόν τραγουδιέται. Θέμα ύφους; Ίσως. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ, όμως, ότι αυτός ο τραγουδιστός λόγος ταιριάζει απολύτως στον υπέροχο κόσμο που δημιουργεί με τους ανθρώπους που κινούνται μέσα του. Υπερβατική σύνδεση, ένας κόσμος όλο φως και αλήθεια που υπερίπταται θαρρείς πάνω από τη σκοτεινή συμβατικότητα. Που μπορεί ακόμη να διασώζει ό,τι πολυτιμότερο έχει κρατήσει ο καθένας από έναν κόσμο που ίσως χάνεται. Έναν κόσμο που εμπεριέχει φυλαγμένες όλες τις εποχές και όλα τα πρόσωπα που ίσως ποτέ δεν συναντήθηκαν στην πραγματική ζωή. Ποια όμως να είναι αυτή η πραγματική ζωή;  Για τον Κακίση η αλήθεια βρίσκεται σε μια οθόνη θερινού κινηματογράφου, στα παρασκήνια μιας θεατρικής παράστασης, σε μια κουβέντα στον ‘Μαγικό αυλό’, στα γυρίσματα μιας ταινίας, σε συναντήσεις απρόβλεπτες με μυθικά πρόσωπα της σκηνής. Μεταμοντέρνα σύλληψη όλο αυτό; Όπως σχολιάζει στο επίμετρο του βιβλίου ο Φοίβος Δεληβοριάς:

[…]Ποιο είναι, όμως, το μυστικό που όλα αυτά δεν μένουν στα ρηχά, δεν είναι μίζερος και άτοπος μεταμοντερνισμός, όπως πολλοί ανυποψίαστοι ακόλουθοί τους; Το μυστικό είναι, μεταξύ άλλων, η Αθήνα. Η Αθήνα του ’60, του ’70 και του ’80 κυρίως, που αντιμετωπίζεται όμως σαν αρχαία Αθήνα. Σαν μέρος που κυκλοφορούν τα σώματα (ζώντων και τεθνεώτων, διασήμων και ασήμων), φιλοσοφούν, διαβάζουν, γυμνάζονται, μιλάνε με τις ώρες για τον έρωτα και για τον θάνατο κι ύστερα πάνε σπίτι περπατώντας, ξενυχτισμένοι και ανάλαφροι, μεθυσμένοι από τις μυρωδιές της φύσης.

Αυτή η απίθανη μείξη την οποία ο Σωτήρης Κακίσης προσφέρει κοντά σαράντα χρόνια με τις αφηγήσεις του, τους στίχους του, τα σενάριά του. Μεταφέροντας το κλίμα μια εποχής ολόκληρης (χαμένης ίσως;) κάπου εκεί στη δεκαετία του ’80 κυρίως (έχει δίκιο ο Δεληβοριάς κι ας ήταν μικρότερος τότε) που κυριαρχούσε στα ποιητικά και πεζογραφικά περισσότερο πράγματα μια ‘παρέα’ εκλεκτή, ο Γιώργος Χρονάς και το περιοδικό του ‘Οδός Πανός’, ο Ευγένιος Αρανίτσης, η Μαρία Μήτσορα, η Ζυράννα Ζατέλη, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, φυσικά ο Σωτήρης Κακίσης. Και ερχόντουσαν με τα γραφτά τους να δώσουν το νέο αίμα που τόση ανάγκη είχε η λογοτεχνική πραγματικότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Διασώζεται άραγε κάτι από όλη αυτή την αύρα; Διαβάζοντας για μια ακόμα φορά τον Κακίση, λέω πως ίσως δεν χάθηκαν όλα.



Κλείνω με τα λόγια του ίδιου, που  δίνουν το νήμα για να ακολουθήσει κανείς και να βγει από τον προσωπικό του λαβύρινθο και που μπορεί και να απαντούν στο παραπάνω ερώτημα.

Κι από την αιώνια κάψα του νου την καλοκαιρινή, σε μια ωραία καλύβα, με την προσωπική μας ιστορία στο τζάκι να καίγεται και να μας ζεσταίνει, ίσως όλοι μαζί ξαναβρεθούμε, ίσως όλοι μαζί πάλι καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/olo-aera/)