Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Θεατρικό παιχνίδι με δύο νουβέλες

Διαβάζοντας τις δύο νουβέλες του Γιώργου Κατσούλα
«Σονάτα για βιολί και τσέλο» και 
«Το πιόνι απέναντι στον βασιλιά»,

από τις εκδόσεις Αγγελάκη




Πόσο αληθινή είναι άραγε η γνωστή άποψη ότι σε όλη του τη ζωή ένας συγγραφέας δουλεύει ξανά και ξανά στην ουσία το ίδιο έργο; Συχνά διαβάζοντας ανακαλύπτουμε ομοιότητες, άλλοτε πιο εμφανείς και άλλοτε καλυμμένες κάτω από νέα επεξεργασία, κάτω από αναθεώρηση πιθανόν κάποιας άποψης που επήλθε συν τω χρόνω στη σκέψη του συγγραφέα. Θεμιτό, θα λέγαμε, και ίσως αναπόφευκτο. Πότε θεωρείται εξαντλημένη μια ιδέα, πότε καταλήγεις σε μια θέση ακλόνητη, μιλώντας βέβαια για σοβαρές γραφές και όχι επιπόλαια εγχειρήματα;

Διαβάζοντας τις δύο νουβέλες του Γιώργου Κατσούλα «Το πιόνι απέναντι στον βασιλιά» και «Σονάτα για βιολί και τσέλο» (με διαφορά έκδοσης ένα χρόνο μεταξύ τους) ανακαλύπτεις την ομοιότητα στο θέμα τους, αν και επιφανειακά τίποτα δεν τις συνδέει. Και οι δύο πραγματεύονται τη συγκρουσιακή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο μεγέθη όχι κατ’ ανάγκη άνισα εκ φύσεως, οπωσδήποτε όμως με βιωμένη την τεράστια ανισότητα που δημιουργούν οι κοινωνικές συμβάσεις. Στη μία περίπτωση έχουμε τη σύγκρουση του άντρα με τη γυναίκα, έτσι όπως αποκορυφώνεται σε μια σχέση αμφίβολης ισορροπίας, όπως αποδεικνύεται. Στην άλλη περίπτωση (και την πιο ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου) έχουμε τη διαχρονική επίσης σύγκρουση ανάμεσα στον ανώτερο και τον κατώτερο στη δομή ενός εξουσιαστικού πολιτικού  πλέγματος.
Ο συγγραφέας αντιπαραθέτει τα δύο μεγέθη στην κάθε περίπτωση με εξαιρετική προσοχή στα σημεία του παράξενου αυτού αγώνα. Ίσως γιατί ακριβώς για αγώνα πρόκειται, με όλα τα πιθανά αποτελέσματα ανοιχτά και με τον κριτή (συγγραφέα αρχικά και αναγνώστη κατόπιν) να βασίζει την απόφασή του στις λεπτομέρειες, σαν να λέμε στις αντοχές που θα επιδείξουν οι αντίπαλοι.

Στη «Σονάτα για βιολί και τσέλο» ο διάλογος είναι πολύ δυνατός, περιγράφοντας έτσι την κλιμακούμενη συναισθηματική κατάσταση του άντρα και της γυναίκας. Ο συγγραφέας αποφασίζει από κάποιο σημείο και μετά να παρέμβει και να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις για το τι συμβαίνει εδώ. Ο ρυθμός αλλάζει και περισσότερο το κείμενο μοιάζει με το είδος που (από τον τίτλο του) φαίνεται να υπηρετεί. Νουβέλα, λοιπόν. Ως το τέλος θα εναλλάσσεται ο διάλογος με την αφήγηση (πιο λίγο με την περιγραφή) αφήνοντας, ωστόσο, μια γεύση ατελούς σχεδιασμού. Και εξηγώ: φαντάστηκα την πλοκή της ιστορίας σε θεατρικό σανίδι, ένα μονόπρακτο με δύο υποκριτές, οι οποίοι με τον συγκλονιστικό τους διάλογο να δείχνουν όλα αυτά που ο παντογνώστης αφηγητής έδωσε παρεμβαίνοντας με την αφήγησή του. Και μου φάνηκε πως όλα θα ήταν σωστότερα.

Στη δεύτερη (και πολύ καλύτερη από άποψη δομής) νουβέλα, «Το πιόνι απέναντι στον βασιλιά», η εικόνα είναι πιο ξεκάθαρη. Εδώ ο διάλογος είναι ανάμεσα στον υπηρέτη και στον βασιλιά, ευφυώς αντικατοπτριζόμενος ανάμεσα στο μαύρο ταπεινό πιόνι και στον μεγαλοπρεπή λευκό βασιλιά σε μια παρτίδα σκάκι. Μέσα σε τριάντα περίπου σελίδες θα παρακολουθήσουμε όλες τις κινήσεις, τις οποίες διδάσκει ο υπηρέτης στον βασιλιά, μια που αυτός του παράγγειλε την κατασκευή ενός παιχνιδιού που θα προσομοίωνε μια αληθινή μάχη. Και ο υπηρέτης του έφερε το σκάκι.  Με την επιλογή αυτή ο συγγραφέας μοιάζει να ακολουθεί τη σειρά εκείνων των εκλεκτών αφηγήσεων που προηγήθηκαν και αποτελούν εμβληματικές πλέον αναφορές στο πνευματικό αυτό παιχνίδι. Εννοώ τον Stefan Zweig («Σκακιστική νουβέλα») και τον Miguel de Unamuno («Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο, σκακιστή»).

Είναι άραγε μόνο ένα πνευματικό παιχνίδι το σκάκι; Απαιτεί οπωσδήποτε όλη την νοητική εγρήγορση των παικτών, αναδεικνύει τις  -ιδιαίτερα απαιτητικές- διεργασίες του μυαλού, που οφείλει να προβλέπει και να φαντάζεται τις επόμενες κινήσεις, πριν αποβούν μοιραίες για τη εξέλιξη της παρτίδας. Δεν αφήνεται καθόλου στην τύχη, αγνοώντας επιδεικτικά τον ρόλο της, τη στιγμή που σε όλα τα άλλα παιχνίδια το τυχαίο αναδεικνύεται είτε ρυθμιστής είτε ένας συμμέτοχος παράγοντας των εξελίξεων. Ο Stefan Zweig το περιγράφει:
[…]γνώριζα τη μυστηριώδη γοητεία αυτού του “Βασιλικού παιχνιδιού”, του μοναδικού απ’ όλα όσα εφεύρε ο άνθρωπος που με ανωτερότητα ξεφεύγει από την τυραννία της τύχης και δεν χαρίζει τις δάφνες της νίκης παρά μόνο στην εξυπνάδα, ή μάλλον σε ένα ορισμένο είδος εξυπνάδας. (Stefan Zweig, Σκακιστική νουβέλα, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου)

Ο Γιώργος Κατσούλας στη δική του νουβέλα χρησιμοποιεί το αγαπημένο του παιχνίδι σαν όχημα, που τον οδηγεί στον συμβολισμό που θέλει να προβάλει.

[…]Το παιχνίδι είναι απλό, αλλά έχει πολυπλοκότητα. Είναι δισυπόστατο, όπως η ζωή, ο άνθρωπος, ο πόλεμος. Ο Βασιλιάς Κύριέ μου, πέφτει με έναν συνδυασμό κινήσεων, που στο τέλος δεν του επιτρέπεται να κινηθεί. Όπου και αν πάει τρώγεται. Άρα απαιτείται μυαλό, προκειμένου να γίνει κάτι τέτοιο. Ο εγκέφαλός μας μαθαίνει να σκέφτεται πιο περίπλοκα.
[…]Ο μαύρος τώρα είχε κλείσει την τανάλια και έσφιγγε το θύμα του, όπως τα φίδια σφιγκτήρες. Κάθε φορά που το θύμα ανέπνεε, τόσο περισσότερο τον έσφιγγαν. Τα χρόνια μελέτης, στέρησης, εξευτελισμού και υπομονής, άξιζαν και την τελευταία δεκάρα γι’ αυτήν την μεγαλειώδη στιγμή που ένας τιτάνας θα έχανε από έναν νάνο.

Η πτώση του τιτάνα-βασιλιά έχει προοικονομηθεί από τον τρόπο  γραφής, έτσι που κίνηση την κίνηση στο σκάκι να αντιλαμβάνεσαι την κατάληξη του παιχνιδιού και την έκπληξη του εγκλωβισμένου ηττημένου. Αυτό δεν αποτελεί όμως μειονέκτημα, μια που περισσότερο αδημονείς να δεις τον τρόπο που το ευτελές πιόνι  θα πάρει τον Βασιλιά.  Ναι, στο σκάκι οι ισχυρές δομές ανατρέπονται και οι ταπεινοί παίρνουν κεφάλι απέναντι στην αλαζονεία της εξουσίας. Έτσι έχουν τα πράγματα.



Συνεχίζοντας τη σκέψη που έκανα λίγο πιο πάνω, σχετικά με την πρώτη νουβέλα, βλέπω πως (ακόμη περισσότερο εδώ) το σκηνικό είναι θεατρικό, και ένα μονόπρακτο θα ήταν η καλύτερη επιλογή γραφής αντί για τη  νουβέλα. Ομολογώ πως ανάλογη σκέψη δεν έχω κάνει ποτέ διαβάζοντας άλλες νουβέλες. Συχνά αναρωτήθηκα για την επιλογή ενός συγγραφέα να κατατάξει το έργο του σ’ αυτό το είδος, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να το δει ως διήγημα από τη μια πλευρά ή ως μυθιστόρημα από την άλλη. Είναι, άλλωστε, γνωστή η σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία είδη, μια που πολλοί επιλέγουν το επιφανειακό και επιπόλαιο κριτήριο της έκτασης του πονήματος, αγνοώντας ή υποβαθμίζοντας τα εσωτερικά χαρακτηριστικά με τα οποία αυτά τα είδη σαφώς διακρίνονται μεταξύ τους. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε γι’ αυτό. Αυτές οι δύο νουβέλες κυρίως η δεύτερη («Το πιόνι απέναντι στον Βασιλιά») θα αποτελούσαν (με την ανάλογη οπωσδήποτε επεξεργασία) εξαίρετα θεατρικά μονόπρακτα. Έτσι ο προβληματισμός (η λέξη ένσταση ίσως θα ακουγόταν σκληρή για ένα τόσο καλό κείμενο) αφορά την επιλογή ανάμεσα σε δύο είδη που κατά κανόνα καθόλου δεν γειτνιάζουν.

Θα πρότεινα στον υποψήφιο αναγνώστη να διαβάσει τις νουβέλες του Γιώργου Κατσούλα, και διαβάζοντας να φανταστεί τη σκηνή να παριστάνεται μπροστά του. Η κρίση δική του τελικά.


Διώνη Δημητριάδου