Ετικέτες

"Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" Βιβλία (αποσπάσματα) Δοκίμια Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτρης Φύσσας "Εμένα μου λες (ποιήματα 1997-2016) Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μιχάλης Γκανάς "Άψινθος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Colm Tóibín "Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Jack Kerouac "Στοιχειωμένη ζωή - η χαμένη νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Miguel de Unamuno "Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο σκακιστή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Oliver Sacks David Hume "Η δική μου ζωή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Stefan Zweig "Σκακιστική νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' W. G. Sebald Jan Peter Tripp "Αδιήγητη ιστορία" Μεταφράσεις (ποίηση) Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες Ποιητική σύναξη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016



Τρυγητές σταφίδας, ξυλογραφία του χαράκτη Τάσσου (1953)



Ο ήχος της μάκινας


(του Κώστα Περδίκη)


Όλος ο κάμπος μας, τότε, μια απέραντη πράσινη θά­λασσα. Όλη η εύφορη γη, παραδομένη αποκλειστικά σχεδόν σ’ αυτήν: στην καλλιέργεια της μαύρης κορινθιακής σταφίδας, του «μαύ­ρου χρυσού» της εποχής. Χιλιάδες στρέμματα, χιλιάδες αλώνια. Για χάρη της, μέχρι και εθνικό πρόβλημα προέκυψε, το λεγό­μενο σταφιδικό ζήτημα, όταν για κάποια συνεχόμενα χρόνια η τιμή της κατρακύλησε στα τάρταρα.

Σ’ αυτήν κάθε χρονιά οι φτωχοί σταφιδοπαραγωγοί στήριζαν  όλες τους τις ελπίδες. Γι’ αυτήν πάλευαν τον περισσότερο καιρό. Την κλάδευαν για να βγάλει νέα βλαστάρια. Την έσκα­βαν για να αφρατέψει το χώμα και μετά σβάρνιζαν τα κουτρούλια[1]. Τη χαράκωναν για να «δέσει» σταφύλια. Τη ρένταγαν[2] και την τειάφιζαν[3], δεκάδες φορές, για περονό­σπορο κι άλλες αρρώστιες. Την ξεφύλλιζαν για να παίρνει ήλιο και αέρα. Την τρύγαγαν και την άπλωναν στα αλώνια για να ξεραθεί. Τέλος τη μακινάριζαν[4] για να βγει το καθαρό προϊόν, που το πούλα­γαν, ύστερα, στον ΑΣΟ ή στους χοντρέμπορους της πε­ριοχής. Με τα λεφτά που έπαιρναν έπρεπε να βγάλουν κουτσά- στραβά όλη τη χρονιά.

Εκείνον τον καιρό θυμάμαι, κάθε Αύγουστο μήνα μετά της Παναγίας, έπιαναν οι πρώτες μπόρες. Αυτά τα πρωτοβρόχια ήσαν ό,τι πιο καταραμένο γεγονός μπο­ρούσε να συμβεί στη σοδειά, που λιαζόταν απλωμένη στα αλώ­νια, έτοιμη σχεδόν για μάζεμα. Η σταφίδα δεν ήθελε και πολύ, ακόμη και να μύριζε υγρασία, της έφτανε για να μουχλιάσει και να πάει στράφι όλος ο κόπος. Τα αδιάβροχα υλικά, νάυλον κ.λπ., ήσαν άγνωστα τότε.
Οι έρμοι αγρότες έτρεχαν αλλόφρονες με τα σταφιδόπανα και τα πισσόχαρτα, φορτωμένα πάνω στ’ άλογα και στα γαϊδούρια, για να προλάβουν το κακό. Πότε από τα καπρίτσια του καιρού και πότε από την εξευτελι­στική τιμή, το όφελος της μιας χρο­νιάς την άλλη γινόταν κα­πνός. Είδαν κι απόειδαν ότι από τη σταφίδα μεγάλη προκοπή, όσο και να περίμεναν, δεν θα ερχό­ταν. Μέσα σε μια πενταετία τις ξερίζωσαν απ’ άκρη σ’ άκρη και τις αντικατέστησαν με το νέο είδος της εποχής, την ντο­μάτα, που άφηνε μεγαλύτερες προσδοκίες για κέρδη.

Όλες οι ασχολίες, που σχετίζονταν με τη σταφίδα, μου προξε­νούσαν το ενδιαφέρον. Εκείνη όμως που πραγματικά με μάγευε ήταν το μακινάρισμα και αυτό για δύο λόγους:
Ο ένας ήταν γιατί η όλη δουλειά γινόταν πάντοτε τη νύχτα, που η ξεραμένη σταφίδα ήταν δροσερή και σφριγηλή και αυτό έκανε πιο εύκολη την επεξεργασία της. Ο άλλος ήταν αυτό το ίδιο το μηχάνημα, που έκανε αυτή τη δουλειά, η μάκινα όπως τη λέγανε.

Έμοιαζε σαν ένα μεγάλο κιβώτιο, δυόμισι περίπου μέτρα μή­κος, ένα και κάτι πλάτος και γύρω στα δύο ύψος. Είχε ξύλινα και μεταλλικά μέρη. Ο καρπός έπεφτε μέσα σε μια μεταλλική σκάφη στο πάνω μέ­ρος της μάκινας και καθώς κατέβαινε σιγά-σιγά προς τα κάτω, περνούσε από διαδοχικά κόσκινα, μέχρι να καταλήξει στο κάτω μέρος καθαρός, μέσα στο σακί. Μια με­γάλη μανιβέλα που τη γύριζε ο πιο μπρατσωμένος εργά­της και μερικά λουριά και γρανάζια έδιναν κίνηση στα κόσκινα, βγάζο­ντας ταυτόχρονα ένα ρυθμικό μεταλλικό ήχο. Κρακ-κρακ-κρακ,  κρακ-κρακ-κρακ. Το μακινάρισμα άρχιζε όταν η νύχτα έπεφτε για τα καλά και κράταγε μέχρι το πρώτο φως της μέρας.

Εμείς τότε δεν είχαμε δική μας σταφίδα. Ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους που φρόντισε να απαλ­λαγεί από δαύτη. Τα βράδια, από τη βεράντα του μικρού εξοχικού μας, έβλεπα μα­κριά το άσπρο φως από τις λάμπες λουξ να καταυγάζει κά­ποιο αλώνι, μέσα στον κάμπο και άκουγα τον ήχο της μάκινας ανα­κατεμένο με τις φωνές των εργατών. Φανταζόμουνα τότε ότι ήμουνα κι εγώ εκεί, στο αλώνι, ανά­μεσα στους εργάτες, που λούτσα στον ιδρώτα δούλευαν αδιά­κοπα, πειράζοντας ο ένας τον άλλο και ότι  συμμετείχα στην όλη διαδικασία.

Όταν μετά από λίγο έπεφτα στο κρεβάτι μου, ψόφιος από τη νύστα, μέσα στο σκοτάδι, έφτανε στ’ αφτιά μου το ρυθμικό κρακ-κρακ-κρακ,  κρακ-κρακ-κρακ της μάκινας, έκλεινα τα μάτια και ο ύπνος μ’ έπαιρνε γλυκά…

Κώστας Περδίκης
(από τις «Μικρές ιστορίες», εκδόσεις Οροπέδιο)










[1] κουτρούλι = μικρός σωρός από χώμα
[2] ρεντάω = ραντίζω
[3] τειαφίζω = ρίχνω θειάφι, θειαφίζω
[4] μακινάρω = επεξεργάζομαι τη ξερή σταφίδα με την μάκινα