Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ο διάδρομος δεξιά

της Σαβίνας Μαντζαβινάτου



Ήταν παράξενη γυναίκα. Όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν της άρεσε να παρατηρεί τα πάντα. Στο λεωφορείο, στο τρένο, στην καφετέρια παντού. Ώρες ώρες τής μιλούσαν οι φίλες της, μα εκείνη δεν άκουγε, έφτιαχνε ιστορίες με τα αντικείμενα και με τα πρόσωπα των ανθρώπων που έβλεπε, με τις κινήσεις τους, με τα ρούχα που φορούσαν, με τα λόγια που τύχαινε να ακούει, με τον τρόπο που σήκωναν το φλιτζάνι τους για να ακουμπήσουν στα χείλη τους τον καφέ, με τα πάντα. Αυτός είναι δυστυχής, αυτός χαζοχαρούμενος, αυτή ψηλομύτα, αυτή η φωτογραφία στον τοίχο αποπνέει μια ατμόσφαιρα χαρμολύπης, για δες πώς κρατάει το δίσκο αυτή η σερβιτόρα…
Κοίταζε με μιαν αδιόρατη λύπη τα ζευγαράκια που περνούσαν από το δρόμο να κάνουν τις γλύκες τους, τους μοναχικούς περαστικούς με συμπάθεια, τα χρώματα στις φυλλωσιές των δέντρων που λικνίζονταν στον αγέρα με θαυμασμό.
Γενικά ενδιαφερόταν περισσότερο για τα άψυχα παρά για τα έμψυχα.
-Τα άψυχα κακώς τα λέμε άψυχα. Έχουν το δικό τους είδος ψυχής, έλεγε επηρεασμένη από την αριστοτελική λογική, που ήταν θιασώτης της.
Τη συνήθεια της παρατήρησης την είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της.
 -Παρατηρώντας γνωρίζεις τη ζωή, της έλεγε, επηρεασμένος και αυτός από τη φιλοσοφική απορία, δάσκαλος αυτός, δασκάλα και εκείνη. Είναι αλήθεια ότι το δασκαλίκι σού κολλάει αυτό το κουσούρι.
Και τώρα καθισμένη στο σαλόνι του γιατρού είχε πολύ ψωμί.
Απέναντί της μια μεσόκοπη κυρία κάτι διάβαζε αγωνιωδώς και κοιτούσε το ρολόι της ασταμάτητα.
Αδύνατη, λυγερή αλλά μόνη, τα μάτια της το μαρτυρούσαν. Κοιτούσε την υπόλοιπη πελατεία, τις στιγμές που έπαιρνε τα μάτια της από τα χαρτιά της, σαν με ζήλεια.
Βλέπεις, ζευγάρια οι περισσότεροι, δυο φίλες παραδίπλα, μια μητέρα με τον γιο της, ένας άντρας στο βάθος, γκριζαρισμένοι κρόταφοι, κουστουμιά στην τρίχα με ένα τικ που τον ανάγκαζε συχνά να ρουφάει τη μύτη του. Με περιέργεια κοιτούσε ένα αγαλματίδιο που στεκόταν στο μεσιανό τραπέζι, αυτός έχει αισθητική, σκέφτηκε, φαντάσου πόσο δυστυχής αισθάνεται που το τικ του εκπέμπει κακόφωνους ήχους.
Όλοι περίμεναν τη σειρά τους.
Το μυαλό της βρήκε χρόνο και υλικό για να θριαμβεύσει και πάλι.
-Περάστε στον διάδρομο δεξιά, ακολουθήστε τις πινακίδες προς άλλη διάσταση, ακούστηκε μια φωνή.
-Περιμένετε τη σειρά σας στο ασανσέρ.
 Η πόρτα του άνοιξε και μια άυλη ονειρική φιγούρα έγνεψε στην πρώτη δεκάδα να περάσει, μετά στη δεύτερη, στην τρίτη και τέλος. Το ασανσέρ ανέβαινε ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο που έχασαν τη διάσταση του ύψους. Όταν έφτασε στον προορισμό του και βγήκε και ο τελευταίος, η φιγούρα χαμήλωσε και τους ανέβασε στην άυλη ύλη  της.
Στο μεταξύ όλοι μίκραιναν λίγο κατ’ ολίγο, ώσπου το σώμα τους χάθηκε, έγιναν αερικά, με άγνοια αντίληψης του χωροχρόνου.
-Περάστε στον πρώτο διάδρομο αριστερά, ακούστηκε η  φωνή και η φιγούρα εξαφανίστηκε με μιας.
Ανάλαφροι μπήκαν σε χώρο ζεστό, φιλόξενο, γεμάτο λουλούδια χρυσά ακίνητα σα να ’ταν ζωγραφιστά Η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε αρώματα.
Μια φωνή γλυκιά ακούστηκε σα να ’βγαινε από ασώματο σώμα.
-Καλώς ήρθατε στην αιωνιότητα.

-Κυρία Χαραμή, περάστε, ακούστηκε η φωνή του γιατρού. 
Σαν υπνωτισμένη σύρθηκε στο γραφείο του.
Την κοίταξε κατάματα, τον κοίταξε και αυτή, άσσος στην παρατήρηση.
-Εντάξει, γιατρέ. Πρώτος διάδρομος δεξιά.


Σαβίνα Μαντζαβινάτου

(Καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και δίδαξε στη σχολή της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις Γραμμικόν  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο Συμμετείχε στο περιοδικό "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.)

(φωτογραφία του Χένγκι Κοεντγιόρο)