Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Τα στοιχειωμένα γεφύρια της συλλογικής μας μνήμης

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα "Στο δρόμο των αρωμάτων" του Μάνθου Σκαργιώτη, από τις εκδόσεις Διόπτρα.



Πώς ένα τραγούδι φορά τα λόγια μιας αφήγησης, κι ύστερα γίνεται ιστορία, κι ύστερα γεμίζει με πλοκή, μεταλλασσόμενο έτσι σε μυθιστόρημα;
Η τέχνη της γραφής κάποτε γίνεται μαγική και καταφέρνει να δώσει «σώμα» στο τραγούδι το κοινό των λαών των Βαλκανίων (και ακόμη πιο πέρα), γιατί και τα παραμύθια και η αλήθεια το ίδιο πράμα είναι. Ο Μάνθος Σκαργιώτης δούλεψε πολύ προσεκτικά το θέμα του τοποθετώντας το στον 17ο αιώνα (1612, στον απόηχο του κινήματος του κινήματος του επισκόπου Διονύσιου, του Σκυλόσοφου). Στο ηπειρώτικο χωριό Περβανά, στην οικογένεια του Κωνσταντίνου Ντούλα, τουλάχιστον σε ό,τι απόμεινε από αυτήν. Οι τρεις αδερφάδες του Κωνσταντίνου συνέχισαν αυτή τη μακριά παράδοση να στοιχειώσουν με τη ζωή τους τρία γεφύρια. Πώς ακριβώς τραγουδήθηκε από το στόμα των απλών ανθρώπων;

[…]
– Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες είμαστε, κ’ οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ’χτισε το Δούναβη, κ’ η άλλη τον Αφράτη
κ’ εγώ η πιο στερνότερη, της Άρτας το γιοφύρι,
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα να πέφτουν οι διαβάτες.
–  Κόρη το λόγο άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πό’χεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει.
Κι αυτή το λόγο άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει:
“Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει”.
(παραλλαγή καταγεγραμμένη από τον Νικόλαο Πολίτη)

Και πράγματι ο αδελφός (Κωνσταντίνος, για να δέσει η παράδοση και με το άλλο το αρχαιότερο της προφορικής μας παράδοσης –του νεκρού αδελφού) θα περάσει και από τα τρία αυτά γεφύρια για να εκπληρώσει  μια δέσμευση προς τον νεκρό πατέρα. Και θα περάσει από σαράντα κύματα. Εδώ ακριβώς θα στηθεί η πλοκή της συναρπαστικής αυτής ιστορίας, η οποία θυμίζει κάποιες παλιές γραφές (που τόσο λείπουν από τη σύγχρονη πεζογραφία) με τη ρεαλιστική (σχεδόν νατουραλιστική) αφήγηση και με τους χαρακτήρες να διαγράφονται ολοζώντανοι  και διακριτοί. Και με μια μαστοριά στην τέχνη της περιγραφής. Η περιγραφή είναι ένα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα που αγαπούν οι συγγραφείς, ιδίως αν η τέχνη τους υπηρετεί τη μεγάλη αφήγηση, δηλαδή το μυθιστόρημα. Έτσι συχνά θα δούμε περιγραφές τοπίων, εξωτερικών ή εσωτερικών χώρων, προσώπων κ.λπ. Πώς περιγράφεις, όμως για παράδειγμα, μια φωνή; Εκεί πρέπει η τέχνη σου να είναι ικανή να μεταφέρει στο χαρτί ατόφιο τον ήχο, τα τσακίσματα. Τόσο καλά σαν να την ακούς. Και τόσο ζωντανά σαν να θέλεις να τραγουδήσεις μαζί της. Ή, όπως εδώ, στο απόσπασμα του Μάνθου Σκαργιώτη, σαν τόσο βαρύ φορτίο μέσα σου που να θέλεις να φύγεις, ίσως γιατί δεν αντέχει η ψυχή σου τόσο γλυκασμό.

Στο πατάρι η μελαψή τραγουδίστρια, οπού την ήλεγαν Ζαΐρα, φορούσε μακρύ φουστάνι με πολύχρωμα ξόμπλια, είχε μαζωμένους στο φιδίσιο κορμί της όλου του ντουνιά τους αγίους και τους διαβόλους. Απ’ τα βαμμένα μάτια της με τη μαύρη ελιά στο πλάι του δεξιού, κι απ’ τα μαλλιά της, κι απ’ τα γρασμένα χείλια της, κι απ’ το λαιμό της, κι απ’ τα στήθια της, κι απ’ τα λυγίσματα των χεριώνε της, κι απ’ τους παιδεμούς της μέσης της, κι απ’ όλα της, φανερά και κρυμμένα, περιχυνότουν αράπικο μεράκι και λάβωνε τις καρδιές των μουστερήδων. Κι εγώ καμίνι το κορμί μου, κι η ψυχή μου φουρτουνιασμένο πέλαγο.
“Βάι, βάι” βάβιζε ο Νιαζίμ, ενώ η Ζαΐρα συνέχιζε να ρίχνει λάδι στες φωτιές μας:

Τα δυο της χείλια μόνο για φιλιά ήταν πλασμένα.
Αχ, μάνα μου, μόνο για φιλιά.
Στα μαύρα μάτια της το φως και η σκιά παλεύαν,
στο μέτωπό της έτρεμε η παιδική δροσιά.
Αχ, μάνα μου, κι έγινε σκοτάδι, κι έγινε νυχτιά.

Βάσταγε για λίγο τη φωνή της ψηλά κι αποκεί την άφηνε σιγά σιγά να πέφτει· κι όπως έπεφτε, την έκλωθε, την τσάκιζε, αλλά μια ανάσα πριχού τη φτάσει στο σανίδι την τίναζε προς τα πάνω, ωσάν χαμοπούλι που είδε ξαφνικά τον κίντυνο και πέταξε να σωθεί. Μαζί της αναστέναζε το τουμπελέκι, το ούτι, η φλογέρα, το βιολί, το ντέφι κι ένα ακόμα λαλούμενο που δεν είχα ματαϊδεί. Κι έμπαινε μες στις φλέβες μου μέλι ανάμειχτο με χυμό και πικραμύγδαλο.
“Βάι, βάι!” ο Ναζίμ.
Βουβός εγώ, δίχως αέρα, να με δέρνουν μαστίγια μουσκεμένα στη θάλασσα. Τινάχτηκα πάνω, παράτησα τον Ναζίμ και βγήκα στο δρόμο.

Επειδή είναι δύσκολο να θέσεις όρια στη λαϊκή φαντασία, στη διάθεση του απλού ανθρώπου να τραγουδήσει τα θρυλούμενα αναμειγνύοντας πρόσωπα και καταστάσεις κατά το δοκούν, έτσι κι εδώ η ιστορία θα ενσωματώσει (με εξαιρετικό τρόπο) τα άλλα τραγικά αδέλφια, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη, σαν ένα προανάκρουσμα του Κωνσταντίνου και της Αρετής του τραγουδιού, αλλά και τον πολύπαθο Οδυσσέα με το ταξίδι του να προσομοιώνεται στην περιπλάνηση του Κωνσταντίνου της ιστορίας μας, τον Μεγαλέξαντρο με τα ίχνη που άφησε το πέρασμά του να χαιρετίζουν τον ήρωα, τους Αργοναύτες στη μυθική δική τους αναζήτηση, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, τέλος τους Μύριους του Ξενοφώντα, που κι αυτοί, όπως και οι ήρωες εδώ θα αντικρίσουν την ποθητή θάλασσα.
Όλα αυτά με μια διάθεση να συμφιλιωθούν όχι μόνο οι παραδόσεις των λαών αλλά κυρίως οι συνειδήσεις των ζώντων ανθρώπων, που συχνά λησμονούν τα κοινά βάσανα και βλέπουν μόνο τα σύνορα των χωρών τους και των θρησκειών τους.

«Με το Ρωμιό είμαστε συνορίτες. Ένας φράχτης χωρίζει τες αυλές μας. Όμως κανένας φράχτης δε χωρίζει τες καρδιές μας. “Βαχ!” να κάμω εγώ, μ’ αφιγκράζεται ο Εξάκουστος. “Αχ!” να κάμει αυτείνος, γεργεριντέ εγώ. Ακούρμα, Κουστεντί. Μπορεί να `χουμε ο πασαένας το δικό του Θεό. Αφήνουμε όμως τους Θεούς μας να χωρίζουν τον κόσμο και να τσακώνονται αναμεταξύ τους. Εμείς δεν είμαστε θεοί, ανθρώποι είμαστε. Κόσμο δεν έχουμε να διαφεντέψουμε. Ψωμί και καρδιά έχουμε, αυτά διαφεντεύουμε. Και τα μοιραζόμαστε. Ξερό ψωμί στο ένα σπίτι; Ξερό και στ’ άλλο. Χαρά στο ένα; Χαρά και στ’ άλλο».
Και ξακολούθησε: «Κι άμα τη μια μέρα πέσει γκρίνια ανάμεσόν μας, την άλλη μέρα η γκρίνια διαβαίνει και πάει με τον αέρα. Είναι ωσάν το θυμό της μάνας και το χιόνι της άνοιξης· και τα δυο λιώνουν ογλήορα. Νογάς τι θα γινότουν άμα βαστάγαμε γινάτι; Θα πετροβολάγαμε κάθε μέρα ο ένας τον άλλονε κι οι αυλές μας θα γιομούσαν λιθάρια. Κι από πού θα μπαίναμε στα κονάκια μας; Γι’ αυτό και λησμονούμε τα κακά. Για βροχή, μαθές, που πέρασε δεν κρατούμε ομπρέλα. Κοιτάζουμε μπροστά, την καινούρια μέρα. Και κοιτάζουμε με την καρδιά. Ότι η καρδιά είναι πιο σοφή απ’ το μυαλό.»
Έκοψε λίγο κι είπε κοντά: «Άι, Κουστεντί! Τι `ναι η ζωή; Ένα χέρι είναι που καρτερεί να τ’ αγγίξεις. Άμα το προσπέρασες, θ’ αποθάνεις σαν να μην είχες γεννηθεί…»
Έστηνα καλό αυτί, αλλά οι τυράγνιες των συμπατριώτων μου απ’ τους Τούρκους στους ελληνικούς τόπους ήσαν κολλημένες στο μυαλό μου.
«Αυτά δε γένονται στη Ρούμελη», του είπα.
«Δε γένονται, λιοντάρι μου», είπε ατάραχτος ο παππούς. «Ξεύρεις γιατί; Γιατί στον τόπο σας οι Ρωμιοί φοβούνται τους Οθωμανούς και οι Οθωμανοί τους Ρωμιούς. Κι ο φόβος είναι φίδι που θρέφεται με μαύρο γάλα. Εμείς έχουμε μια παροιμία που λέγει: “Ό,τι βγαίνει από αυγό πάλι αυγό θα βγάλει”. Απ’ το κακό δε γεννιέται ο φόβος; Κακό θα φέρει με την αράδα του κι αυτός. Και το τρανύτερο κακό που φέρνει είναι το αίμα. Και το αίμα οι ανθρώποι το ξεπλένουν με αίμα. Και τούτο πάει σκοινί γαϊτάνι».
«Αλλά το αίμα όχι με αίμα, με νερό πρέπει να το ξεπλένεις», πρόστεσε ο Εξάκουστος.
Εγώ δεν ήξευρα τι να ειπώ. Ούτε τώρα ηξεύρω. Πάντως τούτος ο γέρος είχε την αγαθότη του δεντρού που χαμηλώνει τους κλώνους του για να κόψεις τον καρπό του.

Το μυθιστόρημα οφείλει να κινείται στα πλαίσια μιας περιπέτειας, και αυτή δίνεται σε μεγάλες δόσεις στον «Δρόμο των αρωμάτων». Ο ήρωας διαρκώς «περιπίπτει», κατά τον ορισμό του Αριστοτέλη, έτσι όπως γυρνάει γύρω γύρω από τη μοίρα του (δική του αλλά και των άλλων προσώπων) και κατακρημνίζεται για να ανασηκώσει πάλι το κεφάλι και να δει καθαρό τον ουρανό. Περιπέτεια και ανατροπές, όπως ορίζει η γνήσια γραφή της μεγάλης αφήγησης, με τους δευτερεύοντες χαρακτήρες να κινούν τα δικά τους νήματα (συχνά ερήμην του βασικού ήρωα) και να περιγελούν με τον τρόπο αυτό τη βεβαιότητά του ότι είναι κύριος της ζωής του. Ανατροπές ως το τέλος, για να κρατηθεί ακέραιο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, που εμπιστεύθηκε τη μακρά αφήγηση των 550 περίπου σελίδων.
Στη φωτογραφία του εξωφύλλου βλέπουμε το έργο του Gustav Bauernfeind: “The gate of the great Umayyad mosque, Damascus”. Από τη μια μας μεταφέρει κάπως το κλίμα της εξωτικής αφήγησης (αφού η περιπλάνηση του ήρωα θα ξεκινήσει από το ταπεινό τοπίο του χωριού του αλλά θα φθάσει ακόμη και ως τον μακρινό Ευφράτη), από την άλλη αποτελεί μια καλαίσθητη κατάθεση στην πολύπαθη υπόθεση των εξωφύλλων.


Διώνη Δημητριάδου




 [Ο Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952.  Σπούδασε Φιλολογία. Ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα και ποιήματα. Δημοσίευσε εισαγωγικές μελέτες για το έργο του Κ. Θεοτόκη,  του Κ. Κρυστάλλη και του Γ. Κοτζιούλα, καθώς και πορτρέτα Ηπειρωτών δημιουργών. Κείμενά του είναι επίσης δημοσιευμένα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.
Μυθιστορήματα: Το λαθραίο (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991), Η αλάνα με τις ακονόπετρες (Δωρικός, Αθήνα 1995), Ουδέτερη ζώνη (Κέδρος, Αθήνα 1995), Δώδεκα μήνες, δεκατρία φεγγάρια (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001), Το παρελθόν επιστρέφει από τον άλλο δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2004), Ένα κλειδί , τρεις πόρτες (Μεταίχμιο, Αθήνα 2009), Στο δρόμο των αρωμάτων (Διόπτρα, Αθήνα 2015).

Ποιήματα: Ματωμένοι σάρακες (Κριτήριο, Αθήνα 1974), Στο ρυθμό της Κύπρου (ιδιωτική έκδοση, Γιάννινα 1978).]